links

ΚΑΙΡΟΣ

ΚΕΡΑΜΙΔΙ ΒΑΛΤΟΥ Καιρός

Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2018

«ΜΙΑ …ΩΡΑΙΑ …ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ…!»

Από την νέα ενότητα «ΑΤΙΜΗ…ΚΕΝΩΝΙΑ…!».-Του Μπάμπη Κ.Μώκου
«Ο αγαπών την εαυτού πεθερά…εαυτόν αγαπά..!». Αλοίμονο σε όποιον  δεν το κατάλαβε η δεν το καταλάβει νωρίς.
Διότι η πεθερά, από την ώρα που παντρεύεσαι την κόρη της, θεωρεί ότι της αφαιρείς κομμάτι από τον εαυτό της. Συμβαίνει και στα ..καλλίτερα σπίτια. Προσέχεις, ενδιαφέρεσαι για την κόρη της; Θα περάσεις καλά. Δείχνεις αδιαφορία, αμέλεια; Αρχίζει η γκρίνια και τα… παρεπόμενα. Συμφωνείς με την..πεθερούλα σου; Είναι σε θέση να σου φτιάχνει μέχρι και τρεις φορές τη βδομάδα…σουφλέ…τηγανιές και…πίτες!. Διαφωνείς; Θα σε…εκδικηθεί και θα…φλομώσεις στα …λαδερά:!. Όλα μα όλα σ’αυτή τη ζωή έχουν…αντίτιμο.
Πλακώνεσαι με  την πεθερά σου; Στάζει …δηλητήριο και αντί για σένα, τα λέει  στην κόρη της, που καλείται στην ταραχή της να ισορροπήσει την κατάσταση, να κάνει τον…διαιτητή.

-Στά’λεγα εγώ:Που τον βρήκες και τον πήρες αυτόν τον ανεπρόκοπο, τον άχρηστο;
-Μαμά, ηρέμησε.
Θολωμένος, σκοτωμένος από την κούραση, γυρίζεις κάποια ώρα στο σπίτι, να κάνεις ένα μπάνιο, να βάλεις μια μπουκιά στο στόμα σου, να πεις η να …κάνεις, βρε αδελφέ, κατιτίς με την γυναίκα σου κι’έκεί που χαλαρώνεις, νά’σου μπροστά σου μπάστακας  η..μαμά. Θέλεις να ξεντυθείς-να βγάλεις –που λέει ο λόγος -το παντελόνι σου, φάτσα-κόντρα η…μαμά. Ξεκινάς για το μπάνιο, την τουαλέτα…κατουριέσαι κι’ακούς να σε σταματά να σου λέει η γυναίκα σου:
-Γιώργο περίμενε λίγο, μόλις μπήκε, είναι μέσα η…μαμά. (Όλη την ημέρα στο σπίτι, εκείνη, ακριβώς …εκείνη την ώρα…στραβώθηκε, της…κάπνισε και διάλεξε να πάει προς νερού της η ..γρουσούζα!).
Δείχνεις ψυχραιμία, κρατιέσαι, σταυροκοπιέσαι και αναρωτιέσαι:
-Ρε μπάς και είμαι παρείσακτος; Μπάς και μπήκα σε λάθος σπίτι;
Κοιτάς τη γυναίκα σου τα παιδιά σου, δίνεις ..τόπο στην οργή, αλλά;
Κουβεντιάζεις  για τα οικογενειακά με τα παιδιά σου, πάρτην σαν…  πορδή στη μέση τη…μαμά. Όλα τα ξέρει και για όλα έχει άποψη η ..μαμά!. Όλα τα..σφάζει κι’όλα τα…μαχαιρώνει!.
-Εσείς βρε δεν είστε γονείς. Είστε και οι δυο άχρηστοι. Τι λέτε μωρέ και πως τα μεγαλώνετε έτσι τα παιδιά σας;
Και σκάς, σου έχει ανέβει το αίμα στο κεφάλι, είσαι στο…παραπέντε να την αρπάξεις την …πεθερούλα σου, αλλά, ευτυχώς σε προλαβαίνει η γυναίκα σου:
-Άκου μάνα, ησύχασε, λες πολλά και…φυτρώνεις εκεί που δεν σε σπέρνουν. Από τότε που «έφυγε» ο μπαμπάς και σε πήραμε μαζί μας, εδώ και λίγον καιρό –τώρα τελευταία-δεν κάνεις τίποτα άλλο, παρα να δίνεις διαταγές, να κάνεις παρατηρήσεις και να θέλεις να κουμαντάρεις τα πάντα εδώ μέσα. 
Μέσα σ’αυτό το σπίτι και  τα παιδιά  κι’ο άντρας μου κι’εγώ ξέρουμε τι κάνουμε. Αυτό το βιολί να το σταματήσεις. Μην  μας τρελλαίνεις!. Τελεία και παύλα. Κατάλαβες;
Και μαζεύτηκε η κυρά Φανή και άρχισε  το…μουντζόκλαμα.
-Εγώ βρε σας τρελλαίνω; Εγώ για το καλό σας τα λέω κι’εσείς πέσατε πάνω μου να με φάτε. Και το φαΐ σας το φτιάχνω και τα παιδιά τα φροντίζω, τι άλλο θέλετε; Βαλθήκατε να με πεθάνετε;
-Ποιος να σε φάει; Ποιος να σε πεθάνει ρε μάνα; Τι είναι αυτά που λες; Ξεκούτιανες  πια;
Τραπεζικοί ήταν ο Γιώργος και η Φλώρα, γνωρίστηκαν, παντρεύτηκαν και έκαναν και δυο παιδιά. Μια κόρη και ένα γιο, δίδυμα, που  πλέον πλησίαζαν 16 ετών. 
Εδώ που τα λέμε, κάποιο δίκιο είχε η κυρά Φανή που χρόνια  τώρα φρόντιζε και μεγάλωνε τα παιδιά. Από το πρωινό μέχρι και το μεσημεριανό, γιατί η κόρη με τον γαμπρό της είχαν άτσαλο ωράριο. Γι’αυτό και τα παιδιά  την λάτρευαν. Άσε που έπαιρνε και σύνταξη από τον παππού και τα πιτσιρίκια την…ψείριζαν. Και την εκμεταλλεύονταν αυτή  την αγάπη  η κυρά Φανή  και  σε κάθε…δύσκολη, έβαζε τα παιδιά…ασπίδα.
Για τα πάντα γκρίνιαζε η κυρα Φανή, όμως τα παιδιά δεν τα μάλωνε ποτέ. Και φορές-φορές, την έπιανε το…σμυρνέικο, το…αγαπησιάρικο και τα… έπνιγε  στις  αγκαλιές, τα μάζευε σαν την κλώσσα  κάτω από τις …φτερούγες της και τους έδινε συμβουλές, αλλά  και προσταγές.
-Βιολέττα μου, έλα εδώ ομορφιά μου, καινάρι μου, έλα εδώ Νικόλα μου, ψυχή μου, τζιγιέρι μου. Σήμερα θα σας κάμω και γλυκό κυδωνάτο  απ’αυτό που σας αρέσει πολύ. Και…φοινίκια  σουσαμάτα Για να δείτε  πόσο σας αγαπάει η γιαγιά σας. Σιγά μην περιμένουμε να τα κάμει η μάνα σας η τεμπέλα που είναι όλο λόγια που με γκρινιάζει, φωνάζει και με στεναχωρεί, που μ’ έχει…σκάσει. Ποιόν; Εμένα!.
-Ελα τώρα μωρέ γιαγιά, η μάνα μας είναι καλή.
-Καλή, δεν λέω, αλλά αυτή η γλώσσα της.
-Γιαγιά πάντως να ξέρεις, εμείς είμαστε μαζί σου.
-Μπράβο πουλάκια μου, αυτό με φτάνει.
Στο σπίτι τα ίδια και τα ίδια, όλα καλά και άγια. Η ατμόσφαιρα σχεδόν …σουρεαλιστική. Η κυρά Φανή όλο στη γκρίνια και το παράπονο. Κάθε μέρα κάτι θα εύρισκε, κάτι δεν της ταίριαζε, κάτι στραβό κι’ανέσωστο.
-Μωρέ Γιώργη, πώς τά’χετε έτσι αμολυτά τα παιδιά μωρέ να γυρίζουν νύχτα με νύχτα  και νά’ρχονται στο σπίτι ξημερώματα;. Τι είναι αυτά, να πάθουμε κανένα κακό και να μας μολογάει ο κόσμος; Αν μου πάθουν τίποτα τα παιδιά, θα σας γδάρω, θα σας πνίξω και τους δυο με τα ίδια μου τα χέρια. Τα λέω σε σένα που έχεις μυαλό, γιατί εκείνη η …σουρλουλού η θυγατέρα μου ό,τι και να της πω δεν ακούει,φωνάζει  τσαντίζεται και με… μαλώνει. Εγώ τα παιδιά τα πονάω.
-Εντάξει, εντάξει κυρα Φανή, έννοια σου. Τα παιδιά δεν είναι μωρά, μεγάλωσαν πια και δεν μπορείς να τα κλείσεις στο…μπουκάλι, άλλοι οι   καιροί οι δικοί σας, άλλαξαν τα πράγματα.
Και μεγάλωνε η κυρά Φανή, μεγάλωσαν και τα παιδιά, έφυγαν για σπουδές μακρυά απ’το σπίτι και κάθε Λαμπρή και Χριστούγεννα τα περίμενε η γιαγιά  πώς και πώς. Όπως τα φετινά  που ένα βραδάκι τους μάζεψε όλους στο σαλόνι. Και κρατούσε στα χέρια της ένα ξύλινο σκαλιστό κουτί.
-Ελάτε εδώ. Ακούτε, εγώ ας γκρινιάζω. Όμως  σας αγαπάω όλους, δεν ξέρετε πόσο. Έφτασα τα 80 μου και δεν ξέρω τι μου ξημερώνει. Πρώτα η εγγόνα μου:
-Ελα εδώ λουλούδι μου, πάρε και φόρα αυτό το χρυσό  δακτυλιδάκι που ήταν της κυρά Σουλτάνας, της μάνας μου και μου το  πέρασε σε μένα νά’χω τύχη.
Νικόλα μου..αντρίδι και παλικάρι μου,η  σειρά σου:
Αυτό εδώ ήταν το ρολόι του παππού σου του Λευτέρη. Άντε να το φοράς και οι ώρες του να σου δείχνουν πρόοδο, προκοπή και να  είσαι γερός. 
Τώρα η σειρά σου κόρη μου, φωνακλού μου:
-Ελα εδώ μωρή…παλιοτσούρδω!. Το βλέπεις αυτό το σταυρουδάκι το μαλαματένιο; Ελα να σου το φορέσω, να λάμπεις και να σε φυλάει όπως εμένα εδώ και 80 χρόνια τώρα και να χαίρεσαι τα παιδιά σου. 
Τώρα εσύ μωρέ …γαμπρουλιά μου, νοικοκύρη μου:
-Τούτο ‘δώ το κομπολόι είναι …σημείο!. Γνήσιο κεχριμπάρι πολίτικο και τό’παιζε ο πατέρας μου  στην Πόλη, στο Πέραν και στον Μαρμαρά.. Χάρισμά σου, να μετράς στις χάντρες του τις  χαρές των παιδιών σου.
Μεγάλη η συγκίνηση, ένα δάκρυ κύλησε απ’τα μάτια της κυρά Φανής. Το σκούπισε, σηκώθηκε  και έβαλε τη φωνή στη Φλώρα:
-Άντε μωρή, ξεπαλουκώσου, άντε στην κουζίνα μην καεί κι’εκείνο το  φαΐ και μείνουμε νηστικοί, χρονιάρα μέρα.

Του Μπάμπη Κ. Μώκου..


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

NEXT PAGE