Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

Ποιοί είναι οι τσάμηδες και τι εγκλήματα έκαναν στην Ελλάδα..

Με την απελευθέρωση της Ηπείρου το 1912, μέρος αυτού του πληθυσμού των Τσάμηδων έφυγε και επέστρεψε στην Αλβανία.
Το 1923, που έγινε η ανταλλαγή Μουσουλμάνων με Έλληνες Μικρασιάτες, οι Τσάμηδες αριθμούσαν περί τις 17 με 22 χιλιάδες. Λέγεται, ότι τότε ο μεγάλος Έλλην πολιτικός Ελευθέριος Βενιζέλος θέλησε να ανταλλάξει και τους Μουσουλμάνους της Θεσπρωτίας με Έλληνες Χριστιανούς της Μικράς Ασίας.
Όμως οι Τσάμηδες, από μόνοι τους ή κατόπιν Ιταλικής παρέμβασης, για να υπάρχουν στο Ελληνικό έδαφος αυτοί, ως αντίβαρο προς τους Έλληνες της Βορείου Ηπείρου, υπέβαλαν υπόμνημα προς τον Βενιζέλο λέγοντες: «Εμείς είμαστε Μουσουλμάνοι το θρήσκευμα, ομιλούμε την Αλβανική γλώσσα, αλλά αισθανόμεθα Έλληνες και επιθυμούμε να παραμείνουμε στην Ελλάδα και να μη ανταλλαγούμε». Ο Βενιζέλος σεβάστηκε την επιθυμία τους και έτσι οι Τσάμηδες παρέμειναν στη Θεσπρωτία.
 http://www.briefingnews.gr/sites/default/files/styles/slider__638x287_/public/field/image/tsamides-2.jpg?itok=qk60xSZr
Θεωρείται βέβαιο ότι οι Τσάμηδες ήταν μάλλον Αλβανοί-Μουσουλμάνοι, παρά Τούρκοι-Μουσουλμάνοι. Κατά την περίοδο 1923-1940 καταγράφονται πολλές προσπάθειες των Ελληνικών Κυβερνήσεων να εντάξουν τους Τσάμηδες στην Ελληνική κοινωνία, ώστε να αποτελέσουν κομμάτι του Ελληνικού Κράτους.
Οι Τσάμηδες, όμως παρέμειναν προσηλωμένοι σε αντιλήψεις «ανωτερότητας» έναντι την Χριστιανών που κάποτε δυνάστευαν, δεν δέχονταν να εργασθούν ως αγρότες, ενώ ταυτόχρονα διατηρούσαν τα μουσουλμανικά ήθη και έθιμα. Όταν το 1939 η Ιταλία κατέλαβε την Αλβανία, κορυφώθηκε η αλυτρωτική προπαγάνδα των Τσάμηδων, πολλοί από τους οποίους περνούσαν τα σύνορα προς την Αλβανία, όπου οργανώνονταν με όπλα για να καταλάβουν Ελληνικά εδάφη.

Κατά τη διάρκεια της γερμανοϊταλικής κατοχής της Ηπείρου, οι Τσάμηδες όχι μόνον συνεργάστηκαν με τις κατοχικές δυνάμεις, αλλά σχημάτισαν και Στρατιωτικές Μονάδες (Τάγματα) και πολεμούσαν μαζί με τους κατακτητές τις ελληνικές Αντάρτικες Ομάδες, διαπράττοντας και εγκλήματα κατά του ντόπιου ελληνικού πληθυσμού. Οι βαρβαρότητες των Τσάμηδων, που υποκινούνταν από τις Αρχές Κατοχής κατά των Ελλήνων, ήταν εγκλήματα πολέμου.
Ανακήρυξαν αυτόνομη τη Θεσπρωτία, κατέλυσαν τις Ελληνικές Αρχές και συνεργαζόμενοι με τους κατακτητές του Χίτλερ οργίασαν, διώκοντας, λεηλατώντας, ληστεύοντας, καίγοντας, εξοντώνοντας και εκτοπίζοντας Έλληνες, δολοφονώντας προκρίτους, ακόμα και τον Νομάρχη Θεσπρωτίας! Διέπραξαν αρπαγές γεωργικής σοδειάς, χιλιάδων ζώων, δημητριακών κ.α. Μόνο το Φεβρουάριο του 1944 έκαψαν 25.000 σπίτια Ελλήνων και δημιούργησαν 100.000 άστεγους!

Από τα κορυφαία αποτρόπαια εγκλήματά τους, ήταν η μαζική σφαγή των 49 ατόμων στην Παραμυθιά της Θεσπρωτίας. Η εκτέλεση βεβαίως έγινε από Γερμανούς στρατιώτες, αλλά ύστερα από κατάδοση των Τσάμηδων.

Εναντίον των κατακτητών και των Τσάμηδων αντιστάθηκαν οι Αντάρτες του ΕΔΕΣ υπό τον Ναπ. Ζέρβα. Οι Αντάρτες του ΕΛΑΣ ανέχονταν τη δράση τους και σε μερικές περιπτώσεις συνεργάστηκαν με τους κομμουνιστές Τσάμηδες. Σήμερα βέβαια κανείς δε δέχεται τις διεκδικήσεις των Τσάμηδων.

Κατά την αποχώρηση των κατακτητών, μετά από τετραετή κατοχή, ο Ζέρβας διεμήνυσε στους Τσάμηδες ότι: «Όσοι έχουν συνεργασθεί με τους κατακτητές και έχουν διαπράξει εγκλήματα εις βάρος των Ελλήνων, θα δικαστούν από έκτακτα Στρατοδικεία, τα οποία θα συγκροτηθούν επιτόπου και θα δικάσουν τους πραγματικούς εγκληματίες πολέμου Τσάμηδες». Εκείνοι φοβήθηκαν τυχόν αντίποινα και απεχώρησαν μόνοι τους στην Αλβανία. Έτσι μαζί με τους ενόχους έφυγαν και οι μη ένοχοι.

Αυτοί οι Τσάμηδες σήμερα εμφανίζονται ως αδικημένοι και θύματα των Ελλήνων και ζητούν να επιστρέψουν στη Θεσπρωτία, αποκρύπτοντας τα όσα διέπραξαν συνεργαζόμενοι με τους κατακτητές, διεκδικώντας μάλιστα και περιουσίες.
 By :  Κωνσταντίνος Τερζής
 http://kostasxan.blogspot.gr/2011/07/blog-post_5648.html 


ΟΙ ΤΣΑΜΗΔΕΣ ,  σύνταξη:  Βασίλης Π. Κουτουζής

Ιστορικά οι Τσάμηδες εμφανίζονται κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας σε ορισμένα μέρη της Ηπείρου, ως Τουρκαλβανοί αποκαλούμενοι αργότερα Τουρκοτσάμηδες ή Αλβανοτσάμηδες, ήταν δε όλοι Μουσουλμάνοι.

Τσαμουριά ονομάζονταν η περιοχή που καταλαμβάνει σήμερα ο νομός Θεσπρωτίας συν κάποια τμήματα του νομού Πρεβέζης (περιοχή Πάργας) ίσως και λίγο από τα δυτικά όρια του Ν. Ιωαννίνων. Οι λεγόμενοι Τσάμηδες, ήταν οι πασίγνωστοι Τουρκαλβανοί του Αλή Πασά. Επί Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ο Τουρκαλβανός Αλή Πασάς – είχε γεννηθεί στο Τεπελένι της Αλβανίας-, που ήταν εξαιρετικά φιλόδοξος και ήθελε να γίνει Σουλτάνος στη θέση του...σουλτάνου, οργάνωσε τη φρουρά και το στρατό του με μουσουλμανικό πληθυσμό που ήρθε στα μέρη εκείνα από την Αλβανία. Και τους παραχώρησε καλλιεργήσιμες εκτάσεις, βοσκοτόπια κλπ, που φυσικά δεν ήταν δικά του. Απλά τα είχε καταλάβει.

Κατά μια εκδοχή, το όνομά τους οι Τσάμηδες το πήραν από το ποταμό Καλαμά ή Θύαμη που εκβάλλει κοντά στην Ηγουμενίτσα. Κατ’ αυτήν: «Τσάμηδες καλούνται οι περί του Θύαμιν οικούντες, Θυάμηδες και κατ’ επέκτασιν Τσάμηδες». Γι  αυτό και Τσαμουριά  ονομαζόταν  περιοχή της Θεσπρωτίας όπως της Παραμυθιάς, Φιλιατών, Πάργας και Μαργαριτίου.

Υπήρχαν Τσάμηδες και «Τσάμηδες».  Δηλαδή Τσάμηδες Τουρκαλβανοί, Μουσουλμάνοι   και  Ελληνες Χριστιανοί  που κατάγονταν  από  την ίδια περιοχή  και είχαν πάρει το προσωνύμιο Τσάμηδες, ή το επώνυμο Τσάμης ή Τσιάμης επειδή κατάγονταν από την περιοχή αυτή.   Αλλο  όμως  αυτοί  και  άλλο  οι   Τσάμηδες   του 1912   του  1923   και   του 1940.

     Με την απελευθέρωση της Ηπείρου το 1912,  μέρος αυτού του πληθυσμού των Τσάμηδων έφυγε και επέστρεψε στην Αλβανία. 

Το 1923, που έγινε η ανταλλαγή Μουσουλμάνων με Έλληνες Μικρασιάτες, οι Τσάμηδες αριθμούσαν περί τις 17 με 22 χιλιάδες. Λέγεται, ότι τότε ο μεγάλος Έλλην πολιτικός Ελευθέριος Βενιζέλος θέλησε να ανταλλάξει και τους Μουσουλμάνους της Θεσπρωτίας με Έλληνες Χριστιανούς της Μικράς Ασίας. Όμως οι Τσάμηδες, από μόνοι τους ή κατόπιν Ιταλικής παρέμβασης, για να υπάρχουν στο Ελληνικό έδαφος αυτοί, ως αντίβαρο προς τους Έλληνες της Βορείου Ηπείρου, υπέβαλαν υπόμνημα προς τον Βενιζέλο λέγοντες: «Εμείς είμαστε Μουσουλμάνοι το θρήσκευμα, ομιλούμε την Αλβανική γλώσσα, αλλά αισθανόμεθα Έλληνες και επιθυμούμε να παραμείνουμε στην Ελλάδα και να μη ανταλλαγούμε». Ο Βενιζέλος σεβάστηκε την επιθυμία τους και έτσι οι Τσάμηδες παρέμειναν στη Θεσπρωτία.

Θεωρείται βέβαιο ότι οι Τσάμηδες ήταν μάλλον Αλβανοί-Μουσουλμάνοι, παρά Τούρκοι-Μουσουλμάνοι.  Κατά την περίοδο 1923-1940 καταγράφονται πολλές προσπάθειες των Ελληνικών Κυβερνήσεων να εντάξουν τους Τσάμηδες στην Ελληνική κοινωνία, ώστε να αποτελέσουν κομμάτι του Ελληνικού Κράτους. Οι Τσάμηδες, όμως παρέμειναν προσηλωμένοι σε αντιλήψεις «ανωτερότητας» έναντι την Χριστιανών που κάποτε δυνάστευαν, δεν δέχονταν να εργασθούν ως αγρότες, ενώ ταυτόχρονα διατηρούσαν τα μουσουλμανικά ήθη και έθιμα. Όταν το 1939 η Ιταλία κατέλαβε την Αλβανία, κορυφώθηκε η αλυτρωτική προπαγάνδα των Τσάμηδων, πολλοί από τους οποίους περνούσαν τα σύνορα προς την Αλβανία, όπου οργανώνονταν  με όπλα για να καταλάβουν  Ελληνικά εδάφη. 

Κατά  τη διάρκεια της γερμανοϊταλικής κατοχής της Ηπείρου, οι Τσάμηδες όχι μόνον συνεργάστηκαν με τις κατοχικές δυνάμεις, αλλά σχημάτισαν και Στρατιωτικές Μονάδες (Τάγματα) και πολεμούσαν μαζί με τους κατακτητές τις ελληνικές Αντάρτικες Ομάδες, διαπράττοντας και εγκλήματα  κατά  του ντόπιου ελληνικού πληθυσμού. Οι βαρβαρότητες των Τσάμηδων, που υποκινούνταν από τις Αρχές Κατοχής κατά των Ελλήνων, ήταν εγκλήματα πολέμου. Ανακήρυξαν αυτόνομη τη Θεσπρωτία, κατέλυσαν τις Ελληνικές Αρχές και εδήωναν, λεηλατούσαν και εξόντωναν το ντόπιο πληθυσμό.

Από  τα  κορυφαία  αποτρόπαια εγκλήματά τους, ήταν η μαζική σφαγή των 49 ατόμων  στην Παραμυθιά της Θεσπρωτίας. Η εκτέλεση βεβαίως έγινε από Γερμανούς στρατιώτες, αλλά ύστερα από κατάδοση των Τσάμηδων.

Εναντίον  των κατακτητών και των  Τσάμηδων  αντιστάθηκαν οι Αντάρτες του ΕΔΕΣ υπό τον Ναπ. Ζέρβα. Οι Αντάρτες του ΕΛΑΣ ανέχονταν τη δράση τους και σε μερικές περιπτώσεις συνεργάστηκαν με τους κομμουνιστές Τσάμηδες. Σήμερα βέβαια  κανείς δε δέχεται τις διεκδικήσεις  των Τσάμηδων.

Κατά την αποχώρηση  των κατακτητών, μετά από τετραετή κατοχή, ο Ζέρβας διεμήνυσε στους Τσάμηδες ότι: «Όσοι έχουν συνεργασθεί με τους κατακτητές και έχουν διαπράξει εγκλήματα εις βάρος των Ελλήνων, θα δικαστούν από έκτακτα Στρατοδικεία, τα οποία θα συγκροτηθούν επιτόπου και θα δικάσουν τους πραγματικούς εγκληματίες πολέμου Τσάμηδες». Εκείνοι φοβήθηκαν τυχόν αντίποινα και απεχώρησαν μόνοι τους στην Αλβανία. Έτσι μαζί με τους ενόχους έφυγαν και οι μη ένοχοι. 

Αυτοί οι Τσάμηδες σήμερα εμφανίζονται ως αδικημένοι και θύματα των Ελλήνων και ζητούν να επιστρέψουν στη Θεσπρωτία, αποκρύπτοντας τα όσα διέπραξαν συνεργαζόμενοι με τους κατακτητές, διεκδικώντας μάλιστα και περιουσίες.

Ο Εμβέρ Χότζα, με την πρόθεση να λήξει το θέμα και να μη δημιουργούνται τριβές από τις αλυτρωτικές βλέψεις  τους, έσπευσε να τους εντάξει στην Αλβανία, παρέχοντας σε αυτούς μαζικώς την Αλβανική υπηκοότητα το 1953, κλείνοντας έτσι το όλο θέμα για πολλά χρόνια.

Μετά την πτώση, όμως, του καθεστώτος του Χότζα στην Αλβανία και την εγκαθίδρυση δυτικού τύπου κοινοβουλευτισμού, έχει υποκινηθεί και αφυπνισθεί παράλληλα προς το θέμα του Κοσσυφοπεδίου και το θέμα των Τσάμηδων, με απώτερο σκοπό την δημιουργία, από τη μη ύπαρξη Αλβανικής Κρατικής Οντότητας μέχρι το 1913, στη δημιουργία της λεγόμενης Μεγάλης Αλβανίας.

 Όσον αφορά στο θέμα  των  αποζημιώσεων των Τσάμηδων στην Ελλάδα, υπενθυμίζεται ότι μετά το πέρας του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, έγιναν πολλές μετακινήσεις λαών, όπως Γερμανών, Πολωνών, Ούγγρων, Ουκρανών κλπ, χωρίς κανείς απ’ αυτούς να ζητήσει αποζημίωση περιουσίας. Χαρακτηριστικά αναφέρεται η περίπτωση των  Σουδιτών (Γερμανών) από την τότε Τσεχοσλοβακία και νυν Τσεχία, όπου 2-3 εκατομμύρια άνθρωποι έφυγαν και πήγαν στη Γερμανία, αλλά δεν είδαμε καμία διαμαρτυρία προς απόκτηση των περιουσιών τους από την Τσεχία.

Αυτά για την αληθινή, την πραγματική  ιστορία, Ελλήνων Αρβανιτών, Τουρκαλβανών και Τσάμηδων.

Τώρα αν οι σημερινοί Αλβανοί  οικονομικοί μετανάστες  εξακολουθούν να πιστεύουν  ότι είναι απόγονοι των πρώτων Αρβανιτών που ήρθαν στην Ελλάδα τα χρόνια  1350-1540, θα πρέπει να  το αποδείξουν. Όπως το απέδειξαν τόσοι και τόσοι άλλοι!

                                                                 

 Για  την σύνταξη:  Βασίλης Π. Κουτουζής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Σελίδες

NEXT PAGE