
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ο Κωστίκας, ένας άνθρωπος τόσο τσιγκούνης που όμοιός του δεν υπήρχε στα γύρω χωριά.
Δεν πήγαινε σε μουχαμπέτια για να μην αναγκαστεί να καλέσει κι αυτός κόσμο στο σπίτι του. Στα πανηγύρια δεν πάταγε, για να μην έχει υποχρεώσεις, και στα καφενεία ούτε απέξω δεν πέρναγε, γιατί φοβόταν μη λάχει και πρέπει να κεράσει κανέναν.
Τον τελευταίο χρόνο, ο ανιψιός του ο Γιωρίκας άνοιξε ένα δικό του καφενείο στο χωριό. Ο θείος όμως, ούτε το κατώφλι δεν είχε πατήσει. Ο Γιωρίκας άρχισε να παραπονιέται σε όλο το χωριό και τα λόγια έφτασαν στα αυτιά του Κωστίκα, αλλά εκείνος έκανε πως δεν καταλαβαίνει.
Μια Κυριακή, μετά τη λειτουργία, βγαίνει ο Κωστίκας από την εκκλησία και τραβάει γραμμή για το καφενείο του ανιψιού του. Μόλις τον είδε ο Γιωρίκας να μπαίνει μέσα, σταυροκοπήθηκε: — Δόξα σοι ο Θεός! είπε. Να μου κάνει σήμερα ο θείος μου ποδαρικό, που είναι και πρωτομηνιά!
Πλησιάζει ο Κωστίκας τον μπουφέ, βγάζει ένα ολοκαίνουργιο, κολλαριστό πενηντάευρο από την τσέπη του και λέει: — Μωρέ Γιωρίκα, έχεις, παλικάρι μου, να μου χαλάσεις αυτό το πενηντάευρο;
Κοιτάζει το συρτάρι του ο Γιωρίκας, αλλά ήταν ακόμα νωρίς και δεν είχε μαζέψει ψιλά. — Δεν φτάνουν τα ψιλά μου, θείε, δεν μπορώ να στο χαλάσω τώρα.
Ο Κωστίκας στράβωσε το στόμα του, δήθεν προσβεβλημένος. Δίπλωσε προσεκτικά το πενηντάευρο, το έχωσε βαθιά στην τσέπη και, πριν βγει από την πόρτα, γυρίζει και λέει με ύφος στον ανιψιό του: — Ύστερα, Γιωρίκα, να μην παραπονιέσαι πως δεν σε προτιμούμε!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου