Γράφει ο Γιάννης Δασκαρόλης
Οι Υγειονομικές Υπηρεσίες του Ελληνικού Στρατού κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο (1940-41) — Πλήρης Μελέτη (Μέρος Α΄ & Β΄)
Μέσα από αρχειακές πηγές του ΓΕΣ/ΔΙΣ, απομνημονεύματα, τον τύπο της εποχής και σύγχρονες μελέτες, αναδεικνύεται η σταδιακή μετάβαση του υγειονομικού οργανισμού του Ε.Σ. από έναν υποχρηματοδοτούμενο και ανεπαρκή υγειονομικό μηχανισμό σε έναν αξιόμαχο οργανισμό πρώτης γραμμής, ικανό να ανταποκριθεί επαρκώς στις πρωτόγνωρες ανάγκες ενός ορεινού πολέμου.
Αναλύονται οι δυσκολίες στη διακομιδή τραυματιών, οι ελλείψεις σε υγειονομικό υλικό, οι συνθήκες των ορεινών χειρουργείων και η συμβολή της Ιατρικής Σχολής Αθηνών, του Ερυθρού Σταυρού και χιλιάδων εθελοντών, ανδρών και γυναικών. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στο φαινόμενο των κρυοπαγημάτων και στην καταπολέμησή του χάρη στη μαζική κινητοποίηση του άμαχου πληθυσμού. Η μελέτη συμβάλλει στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο ο ελληνικός στρατός κατόρθωσε, μέσα σε αντίξοες συνθήκες, να οργανώσει ένα αποτελεσματικό δίκτυο περίθαλψης που αποτέλεσε κρίσιμο παράγοντα για το ηθικό και την αντοχή των δυνάμεων στο μέτωπο.
Εισαγωγή - Οι προσπάθειες αναδιοργάνωσης των υγειονομικών υπηρεσιών του στρατού κατά την προπολεμική περίοδο (1936-1940)
Η Ελλάδα την περίοδο 1926-1932 είχε ελαχιστοποιήσει τις στρατιωτικές δαπάνες λόγω της δημοσιονομικής αδυναμίας από τα χρέη της πολεμικής δεκαετούς περιόδου που προηγήθηκε αλλά και των πόρων που δαπανήθηκαν για την αποκατάσταση των προσφύγων. Οι ευρύτερες εξελίξεις σε διεθνές (ίδρυση Κοινωνίας των Εθνών) και περιφερειακό επίπεδο (ελληνοτουρκική φιλία) καθησύχαζαν τη βενιζελική πολιτική ηγεσία της περιόδου ότι δεν θα ακολουθούσαν νέες πολεμικές συγκρούσεις για την Ελλάδα στο εγγύς μέλλον. Η άνοδος του Χίτλερ στη Γερμανία το 1933, ο επανεξοπλισμός της, η εισβολή της Ιταλίας του Μουσολίνι στην Αβησσυνία το 1935, και το δυσοίωνο διεθνές περιβάλλον, κατέστησαν τον επανεξοπλισμό της χώρας επείγουσα προτεραιότητα.
Ανάμεσα στις πρώτες πρωτοβουλίες του αρχηγού ΓΕΣ αντιστράτηγου Αλέξανδρου Παπάγου και της δικτατορικής κυβέρνησης Μεταξά για την προετοιμασία του Ελληνικού Στρατού (Ε.Σ.) ήταν και ο εκσυγχρονισμός των υγειονομικών υπηρεσιών του, καθώς ο σχετικός έλεγχος στο διαθέσιμο υγειονομικό υλικό του Ε.Σ. από τη Διεύθυνση Υγειονομικής Υπηρεσίας υπήρξε απογοητευτικός. Το προσωπικό που διέθετε η υπηρεσία ήταν ανεπαρκές, τα 4/5 των επιδέσμων που υπήρχαν διαθέσιμοι ήταν ακατάλληλοι, 50 οχήματα του υγειονομικού σε σύνολο 350 ήταν εκτός χρήσης, ενώ διαπιστωνόταν παντελής έλλειψη στρατιωτικών χειρουργείων.[1]
Με το υγειονομικό υλικό που είχε αγοραστεί από την κυβέρνηση Τσαλδάρη το 1935 μπορούσε να εφοδιαστεί επαρκώς μόνο ένα Σώμα Στρατού από τα συνολικά 5 που φιλοδοξούσε να αναπτύξει ο Ε.Σ. στο πεδίο. Έτσι, την τετραετία 1936 – 1940 ο Ε.Σ. διέθεσε πιστώσεις 100.000.000 δρχ. μόνο για αγορά υγειονομικού υλικού, ενώ διέθεσε ακόμη 22.000.000 δρχ. για αγορά σκηνών υγειονομικού ενδιαφέροντος. Στα ποσά αυτά υπήρχαν δαπάνες για 490.000 επιδέσμους, συσκευές αυτόματης παροχής οξυγόνου, 5.100 κλίνες εκστρατείας, 15.742 κλινοσκεπάσματα, 3.000 φορεία, χειρουργικά υλικά, φάρμακα και 308 μοτοσυκλέτες κ.ά. Το επείγον της αγοράς τους μπορεί να γίνει αντιληπτό και από το γεγονός ότι η πρώτη παραγγελία υγειονομικού υλικού αξίας 12.975.500 δρχ. έγινε στις 2 Ιουνίου 1936, μόλις λίγες εβδομάδες μετά τον θάνατο του Πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Δεμερτζή (13 Απριλίου 1936) και την άνοδο του Μεταξά στην εξουσία.[2]
Η προμήθεια όλου του υγειονομικού υλικού έγινε κυρίως από το εξωτερικό σε αρκετά υψηλές τιμές λόγω του πολέμου που πλησίαζε,[3] ενώ μετά το 1939 οι χώρες που προμήθευαν τα υλικά ήταν ήδη σε εμπόλεμη κατάσταση, με αποτέλεσμα να μειώσουν τις εξαγωγές τους αφού χρειάζονταν οι ίδιες όλο το διαθέσιμο υγειονομικό υλικό τους. Έτσι ο Ε.Σ. αντιμετώπισε σοβαρές δυσκολίες να καλύψει τα μεγάλα κενά που υπήρχαν, αλλά έστω υπό αντίξοες συνθήκες κατάφερε να σχηματίσει 46 υπαίθρια χειρουργεία εκστρατείας που απαιτούνταν για να εξοπλιστούν επαρκώς οι μονάδες του, ενώ προχώρησε και στο σχηματισμό νοσηλευτικών τμημάτων τραυματιοφορέων και άλλων υγειονομικών υπηρεσιών. Επίσης οι υγειονομικές υπηρεσίες του Ε.Σ. δημιούργησαν αυτόνομο τμήμα παραγωγής ορών και εμβολίων (αντιτετανικού, αντιτυφοειδούς κ.λπ.), υπηρεσία χρήσιμη και εν καιρώ ειρήνης. Υπήρξαν όμως και πολλές άλλες ανάγκες που εντοπίστηκαν από τις αρμόδιες υπηρεσίες και καταρτίστηκαν σχέδια για να καλυφθούν έστω μερικώς, αλλά κάτι τέτοιο δεν κατέστη εφικτό μέχρι την έναρξη του πολέμου το 1940. Ο βασικός λόγος ήταν η έλλειψη πόρων και οικονομικών πιστώσεων, αλλά και η επιλογή της ηγεσίας του Ε.Σ. να καλύψει άλλες πιο επείγουσες ανάγκες, σε οπλισμό και πυρομαχικά.
Ο πόλεμος και η γρήγορη εξάντληση των δυνατοτήτων των υγειονομικών υπηρεσιών του Ε.Σ.
Η 28η Οκτωβρίου 1940 βρήκε τις υγειονομικές υπηρεσίες του Ε.Σ. σε προχωρημένο στάδιο αναδιοργάνωσης, αλλά όχι σε κατάσταση πλήρους λειτουργικότητας. Ο διοικητής της Υγειονομικής Υπηρεσίας ήταν ο υποστράτηγος Υγειονομικού Αριστοτέλης Σερμπέτης με γενικό αρχίατρο τον Επαμεινώνδα Γκινάκα και έδρα το ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία» όπως άλλωστε και η διοίκηση του Ε.Σ. Μέσα σε 15 μέρες από την επιστράτευση, οι υγειονομικές υπηρεσίες του στρατού είχαν αναπτύξει 20.000 κλίνες στα νοσοκομεία κοντά στο μέτωπο και άλλες 10.000 κλίνες στα νοσοκομεία των μετόπισθεν. Όπως προέβλεπε το σχέδιο, επιτάχθηκαν οι απαιτούμενες ποσότητες ιατροφαρμακευτικού υλικού δημιουργώντας ένα απόθεμα τριών μηνών. Βάσει του ίδιου σχεδίου προσκολλήθηκαν τα υπαίθρια χειρουργεία στις μεγάλες μονάδες, ενώ οργανώθηκαν τα στάδια της αρχικής περίθαλψης και της μετέπειτα διακομιδής των τραυματιών και των ασθενών από την πρώτη γραμμή μέχρι στα τακτικά νοσοκομεία, ενώ λειτούργησε και πλωτό νοσοκομείο στην Πρέβεζα.
Στις πρώτες νικηφόρες μάχες ανάσχεσης του εχθρού στο Καλπάκι, οι απώλειες και οι τραυματισμοί των Ελλήνων στρατιωτών ήταν σχετικά λίγοι, καθώς όπως διεξήχθησαν οι μάχες έμοιαζαν περισσότερο με μονομαχία πυροβολικού, ενώ οι στρατιώτες του πεζικού ήταν σχετικά καλά καλυμμένοι από το εχθρικό πυρ και τους σφοδρούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Οι συνολικές απώλειες της VIII Μεραρχίας σε όλη την διάρκεια της μάχης Ελαίας – Καλαμά ήταν 60 νεκροί και 260 τραυματίες. Έτσι, οι υγειονομικές υπηρεσίες ανταποκρίθηκαν σχετικά ικανοποιητικά, καλύπτοντας τις μικρές ανάγκες περίθαλψης.
Βάσει του σχεδίου επιστράτευσης, μέχρι τις 13 Νοεμβρίου 1940 είχαν αναπτυχθεί κατά μήκος του μετώπου 11 μεραρχίες Πεζικού, 1 ταξιαρχία Ιππικού και 2 ταξιαρχίες Πεζικού, συνολικής δύναμης 300.000 οπλιτών. Τότε ο ΕΣ ανέλαβε την πρωτοβουλία των κινήσεων με μια συνολική νικηφόρα αντεπίθεση, που όμως αύξησε τις απώλειες σε νεκρούς αλλά και σε τραυματίες.
Καθώς όμως αύξαναν οι μάχες στο μέτωπο με την νικηφόρα ελληνική αντεπίθεση και την διείσδυση του Ε.Σ. στην Βόρεια Ήπειρο, ο πόλεμος έδειχνε το απάνθρωπο πρόσωπό του, οι ανάγκες σε περίθαλψη τραυματιών ξεπέρασαν σύντομα τις δυνατότητες του Ε.Σ. και υπερκέρασαν κάθε προπολεμικό υπολογισμό. Το κενό καλύφθηκε από τον ενθουσιασμό των Ελλήνων ασχέτως ηλικίας και οικονομικής κατάστασης που είτε εισέφεραν οικονομικά είτε προσήλθαν και πρόσφεραν εθελοντική εργασία. Εκατοντάδες γιατροί, καθηγητές πανεπιστημίου και πολίτες που δεν στρατεύτηκαν προσήλθαν εθελοντές για να βοηθήσουν στον τομέα της περίθαλψης, η Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ έθεσε τα μέλη της στην υπηρεσία του Ε.Σ., ομοίως και ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών. Ο Ερυθρός Σταυρός πρόσφερε νοσοκομεία εκστρατείας 1.000 κλινών συνολικά, ενώ προσήλθαν ως εθελόντριες για να προσφέρουν υπηρεσίες περίθαλψης σχεδόν τρεις χιλιάδες νοσοκόμες του. Οι νοσοκόμες πρόσφεραν πολύτιμες υπηρεσίες περίθαλψης είτε στα νοσοκομεία είτε ακόμη και στην πρώτη γραμμή, με μεγάλη αυταπάρνηση επωμιζόμενες ένα μεγάλο ψυχικό και σωματικό βάρος από το πιο απαίσια όψη μιας πολεμικής σύρραξης.
Μια αθέατη εποποιία στα χιονισμένα βουνά της Ηπείρου - Η διακομιδή των τραυματιών
Από τις πρώτες εβδομάδες του ελληνοϊταλικού πολέμου το σύστημα των υγειονομικών υπηρεσιών του Ελληνικού Στρατού αντιμετώπισε δυσκολίες στη διακομιδή των τραυματιών και στην περίθαλψή τους λόγω του ορεινού εδάφους και των κακών καιρικών συνθηκών. Η μεταφορά από την πρώτη γραμμή γινόταν αρχικά με φορείο και συνεχιζόταν είτε με κτήνη είτε με μεταγωγικά αυτοκίνητα. Οι Έλληνες υγειονομικοί επέδειξαν αυταπάρνηση και αυτοθυσία στο έργο τους υποβοηθούμενοι αποφασιστικά από τους κατοίκους της Ηπείρου όλων των ηλικιών, που συνέδραμαν μεταφέροντας τραυματίες στα μετόπισθεν ή φάρμακα και υγειονομικό υλικό μέχρι την πρώτη γραμμή.[4]
«…αν δεν παρακολουθήση τον αγώνα των τραυματιοφορέων πού αρπάζουν ακάλυπτοι στα πεδία της μάχης τους βαρειά λαβωμένους για να τους μεταφέρουν πάνω σε φορεία πέντε και έξι ώρες από μονοπάτια που γλυστρούν από τα χείλη γκρεμών στους σταθμούς επιδέσεως..»[5]
— Σπύρος Μελάς, Πολεμικός Ανταποκριτής
Άλλο σημαντικό πρόβλημα ήταν η δράση της ιταλικής αεροπορίας που δεν έκανε διάκριση μεταξύ ενόπλων και αόπλων τμημάτων. Αυτό ανάγκασε τη διοίκηση του Β΄ Σώματος Στρατού να εκδώσει διαταγή ώστε όλες οι μετακινήσεις των τραυματιών να γίνονται μόνο νύχτα για λόγους ασφαλείας του προσωπικού. Αλλά και τα ορεινά χειρουργεία λειτουργούσαν στην ύπαιθρο εκτός των σκηνών τους, καθώς η ιταλική αεροπορία τις βομβάρδισε αδιαφορώντας για τον χαρακτηριστικό κόκκινο σταυρό που έφεραν.[6]
Καθώς ο Ε.Σ. διείσδυε βαθύτερα στο βορειοηπειρωτικό έδαφος, μοιραία αυξάνονταν οι αποστάσεις για τη διακομιδή τραυματιών στα νοσοκομεία Ιωαννίνων, Κοζάνης, Φλώρινας και Γρεβενών. Μια τέτοια μεταφορά ενός τραυματία μπορούσε να διαρκέσει και 15 ώρες υπό αντίξοες συνθήκες και από δύσβατα μονοπάτια που τον καταπονούσαν υπέμενε αγόγγυστα το υγειονομικό προσωπικό, του οποίου ήταν άψογη η συμπεριφορά απέναντι και στους Ιταλούς τραυματίες.
Σταδιακά η μεταφορά των τραυματιών γινόταν δυσκολότερη λόγω του θανάτου πολλών ζώων από το ψύχος αλλά και την έλλειψη κτηνιατρικού υλικού,[7] αλλά και τις πολλές βλάβες των φορτηγών του στρατού που δεν υπήρχαν ανταλλακτικά να επισκευαστούν. Ο Ιωάννης Μεταξάς ανέφερε με ανησυχία στο ημερολόγιό του στις 26 Δεκεμβρίου 1940: «Δυσχέριαι εφοδιασμού. Απώλειαι κτηνών – κρυοπαγήματα – έλλειψη καμιόν».[8]
Η δεύτερη φάση της ελληνικής προέλασης στην Β. Ήπειρο και οι δραματικές ελλείψεις σε ιατροφαρμακευτικό υλικό
Η δεύτερη φάση της ελληνικής αντεπίθεσης με κατεύθυνση προς Αυλώνα απελευθέρωσε τις πόλεις Κορυτσά, Αργυρόκαστρο, Άγιοι Σαράντα, Πρεμετή, Δέλβινο και Πόγραδετς ολοκληρώνοντας την απελευθέρωση της Β. Ηπείρου μέχρι την 8η Μαρτίου 1941. Η μετακίνηση της γραμμής του μετώπου βορειότερα ανάγκασε τη διοίκηση της Υγειονομικής Υπηρεσίας να μεταφέρει αντίστοιχα και τις δομές της. Όλα τα φορητά ορεινά χειρουργεία του ΕΣ μεταφέρθηκαν από δύσβατα ορεινά δρομολόγια υπό συνεχή χιονόπτωση σε τοποθεσίες κοντά στο μέτωπο. Επίσης εγκαταστάθηκαν σε Κορυτσά και Αργυρόκαστρο φορητά νοσοκομεία και κέντρα διακομιδής τραυματιών από όλο το μέτωπο. Στη συνέχεια οι τραυματίες διακομίζονταν στα νοσοκομεία Φλώρινας και Αμυνταίου και από εκεί σιδηροδρομικώς στη Θεσσαλονίκη.
Συντονισμένη δράση ανέπτυξε και το επιδημιολογικό τμήμα του Υγειονομικού με συστηματική αποφθειρίαση των οπλιτών μέσω απολυμαντικών κλιβάνων, αποστειρώνοντας τα πόσιμα ύδατα κάθε περιοχής που καταλαμβανόταν, αλλά και με προσπάθειες για τη βελτίωση της ατομικής υγιεινής των οπλιτών.
Οι ανάγκες σε ιατροφαρμακευτικά υλικά συνεχώς αυξάνονταν και δοκίμαζαν τα όρια των δυνατοτήτων του υγειονομικού συστήματος του ΕΣ. Τα νοσοκομεία διατάχθηκαν να παραδώσουν τα πλεονάζοντα ιατροφαρμακευτικά υλικά τους, ενώ ειδική επιτροπή αξιωματικών επισκέφτηκε κάθε δομή υγείας σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη ψάχνοντας για διαθέσιμο υγειονομικό υλικό προς επίταξη. Το Τελωνείο Πειραιά διατάχθηκε να παραδώσει όλα τα αζήτητα ή κατασχεθέντα προϊόντα υγειονομικού ενδιαφέροντος, το υπουργείο Αγορανομίας πρόσφερε 500 χιλιόγράμματα κατάλληλου ελαστικού που χρησιμοποιήθηκαν για κατασκευή επιδέσμων. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών διατάχθηκε να παραδώσει με υποχρέωση επιστροφής όλα τα χειρουργικά εργαλεία που χρησιμοποιούνταν για την εκπαίδευση των φοιτητών του και ομοίως το ΙΚΑ διατάχθηκε να παραδώσει όλα τα χειρουργικά του εργαλεία με υποχρέωση επιστροφής τους. Οι αυξημένες ανάγκες σε διακομιδές υποχρέωσαν την ηγεσία του Υγειονομικού να επιτάξει και να προσθέσει τρία ατμόπλοια ως πλωτά νοσοκομεία για τη μεταφορά ασθενών από το μέτωπο. Υπολογίζεται ότι πάνω από 10.000 τραυματίες μεταφέρθηκαν με πλωτά μέσα προς την ηπειρωτική χώρα.
ΜΕΡΟΣ Β΄: Η Μάχη των Κρυοπαγημάτων και η «Φανέλα του Στρατιώτου»
Από τον Δεκέμβριο του 1940 και μετά, η νέα τεράστια πρόκληση που αντιμετώπισε το Υγειονομικό του Ελληνικού Στρατού ήταν τα κρυοπαγήματα των στρατιωτών. Μετά τις αρχές Δεκεμβρίου οι επιχειρήσεις διεξάγονταν σε υψόμετρα άνω των 1.000 μέτρων υπό συνθήκες πολικού ψύχους, χιονοθυελλών και συνεχούς λάσπης. Οι ντόπιοι κάτοικοι διαβεβαίωναν ότι ο χειμώνας του 1940-41 ήταν ο βαρύτερος των τελευταίων 25 ετών.
Σταδιακά, οι εισαγωγές στα νοσοκομεία από κρυοπαγήματα ξεπέρασαν τον αριθμό των τραυματιών μάχης σε ημερήσια βάση. Στα ελαφρά περιστατικά (α΄ βαθμού), οι υγειονομικοί εφάρμοζαν εντριβές και ειδικές αλοιφές στα άκρα. Σε βαρύτερες περιπτώσεις (β΄ και γ΄ βαθμού) ακολουθήθηκε θεραπευτική αγωγή με τοπική αντισηψία, ενέσεις νοβοκαΐνης 0,5%, ανάρροπη θέση των μελών και ακινησία, ενώ σε προχωρημένη γάγγραινα οι αρωτήσεις (ακρωτηριασμοί) ήταν η μόνη λύση για τη σωτηρία της ζωής των μαχητών.[9]
Η αντιμετώπιση του φαινομένου απαίτησε την άμεση κινητοποίηση ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας. Η οργάνωση «Η Φανέλα του Στρατιώτου», υπό την προεδρία της Πριγκίπισσας Νικόλαου (Ελένης) και τη συμπαράσταση χιλιάδων Ελληνίδων στα μετόπισθεν, μετατράπηκε σε έναν γιγαντιαίο μηχανισμό παραγωγής και συλλογής θερμών ενδυμάτων. Γυναίκες κάθε κοινωνικής τάξης, από τις πόλεις έως τα πιο απομακρυσμένα χωριά, έπλεκαν νυχθημερόν μάλλινες φανέλες, κάλτσες, γάντια και περισκέλια.
Εκατοντάδες τόνοι ιματισμού και μάλλινων ειδών στάλθηκαν στο μέτωπο με κάθε διαθέσιμο μέσο, σώζοντας χιλιάδες στρατιώτες από τη βέβαιη αχρήστευση ή τον θάνατο λόγω ψύχους. Η παλλαϊκή αυτή κινητοποίηση αποτελεί μία από τις λαμπρότερες σελίδες αλληλεγγύης στην νεότερη ελληνική ιστορία.[10]
Στατιστικά Στοιχεία και ο Απολογισμός της Υγειονομικής Προσπάθειας
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Διεύθυνσης Υγειονομικής Υπηρεσίας του ΓΕΣ, κατά τη διάρκεια του πολέμου 1940-41 νοσηλεύθηκαν συνολικά στις υγειονομικές δομές του στρατού περισσότεροι από 75.000 αξιωματικοί και οπλίτες. Από αυτούς, οι τραυματίες μάχης ανήλθαν σε περίπου 25.000, ενώ οι παθόντες από κρυοπαγήματα ξεπέρασαν τις 15.000. Οι υπόλοιπες περιπτώσεις αφορούσαν ασθένειες (όπως ελονοσία, τύφος, πνευμονίες) και λοιπά νοσήματα.[11]
Παρά τις τρομακτικές ελλείψεις και τις αντίξοες συνθήκες, το ποσοστό θνησιμότητας στα στρατιωτικά νοσοκομεία διατηρήθηκε σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα (κάτω του 2,5%), γεγονός που αποδίδεται στην επιστημονική κατάρτιση των Ελλήνων ιατρών, στην αυτοθυσία του νοσηλευτικού προσωπικού και στην έγκαιρη εφαρμογή προληπτικών εμβολιασμών.
«Η υγειονομική υπηρεσία του Ελληνικού Στρατού επιτέλεσε ένα πραγματικό θαύμα. Χωρίς τα σύγχρονα μέσα της εποχής, με πενιχρά υλικά αλλά με αστείρευτο ψυχικό σθένος, κράτησε τον Στρατό μας όρθιο στα βουνά της Ηπείρου.»[12]
— Γενικός Αρχίατρος Επαμεινώνδας Γκινάκας
Ο Βομβαρδισμός των Νοσοκομείων από την Ιταλική Αεροπορία
Μία από τις πιο μαύρες σελίδες του πολέμου υπήρξε ο απάνθρωπος βομβαρδισμός των ελληνικών νοσοκομείων και των υγειονομικών σχηματισμών από την ιταλική αεροπορία, κατά παράβαση κάθε έννοιας του Διεθνούς Δικαίου και της Σύμβασης της Γενεύης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο βομβαρδισμός του Β΄ Στρατιωτικού Νοσοκομείου Ιωαννίνων, καθώς και των πλωτών νοσοκομείων «Αττική», «Πολικός» και «Έσπερος», τα οποία παρά τα εμφανή σήματα του Ερυθρού Σταυρού δέχθηκαν σφοδρές αεροπορικές επιθέσεις με εκατόμβες θυμάτων μεταξύ τραυματιών και υγειονομικού προσωπικού.[13]
Συμπεράσματα
Η υγειονομική προσπάθεια του 1940-41 δεν ήταν απλώς μια στρατιωτική υποστήριξη διοικητικής μέριμνας, αλλά ένας παράγοντας καθοριστικός για την έκβαση του πολέμου. Η αδιάκοπη προσπάθεια γιατρών, νοσοκόμων, τραυματιοφορέων και απλών πολιτών επέτρεψε στον Ελληνικό Στρατό να διατηρήσει το μαχητικό του ηθικό και να καταγράψει την πρώτη νίκη των Συμμάχων εναντίον του Άξονα.
Σημειώσεις - Παραπομπές:
- ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον Δεύτερον Παγκόσμιον Πόλεμον: Η Υγειονομική Υπηρεσία Στρατού κατά τον Πόλεμον 1940-1941, Αθήνα 1982, σ. 12-15.
- Ό.π., σ. 18.
- Ό.π., σ. 22.
- Σπύρος Μελάς, Η Δόξα του 1940-41, Αθήνα 1945, σ. 88.
- Ό.π., σ. 92.
- ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η Υγειονομική Υπηρεσία Στρατού..., σ. 45.
- Ό.π., σ. 58.
- Ιωάννης Μεταξάς, Το Προσωπικό του Ημερολόγιο, τόμος Δ΄, Αθήνα 1960, σ. 542.
- ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η Υγειονομική Υπηρεσία Στρατού..., σ. 112-118.
- Ελένη Νικολαΐδου, Η Προσφορά των Γυναικών στο Έπος του '40, Αθήνα 2005, σ. 45-52.
- ΓΕΣ/ΔΙΣ, Στατιστικά Στοιχεία Απωλειών και Νοσηλείας 1940-1941, σ. 204.
- Επαμεινώνδας Γκινάκας, Απομνημονεύματα Υγειονομικής Υπηρεσίας 1940-41, Αθήνα 1952, σ. 89.
- ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η Υγειονομική Υπηρεσία Στρατού..., σ. 165-170.
Γιάννης Δασκαρόλης
Είναι πτυχιούχος Ιστορίας και αρθρογραφεί συστηματικά σε ιστορικά περιοδικά, επιστημονικά εκδόσεις και στον ηλεκτρονικό τύπο. Μελέτες του έχουν δημοσιευθεί στο ιστορικό portal istorikathemata.com και σε εξειδικευμένους συλλογικούς τόμους.
Το ερευνητικό του έργο επικεντρώνεται στην οργάνωση του Ελληνικού Στρατού, στις στρατιωτικές επιχειρήσεις της περιόδου 1940-41, καθώς και στην κοινωνική και υγειονομική διάσταση των πολεμικών αναμετρήσεων στην Ελλάδα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου