Γιατί καθυστερεί μία από τις μεγαλύτερες επενδύσεις του κλάδου στη χώρα μας – Από τα 550 εκατ. που ήταν ο αρχικός προϋπολογισμός αναθεωρήθηκε στα 646,3 εκατ., ενώ μπορεί και να «εκτοξευθεί» στο 1 δισ.!
Ένα από τα μεγαλύτερα έργα αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα κατασκευάζεται στην Αμφιλοχία, με στόχο να ενισχύσει την ενεργειακή επάρκεια της χώρας. Πρόκειται για μια τεράστια εγκατάσταση που λειτουργεί ουσιαστικά σαν επαναφορτιζόμενη μπαταρία, αξιοποιώντας τη δύναμη του νερού.
Όταν υπάρχει περίσσεια ηλεκτρικής ενέργειας, κυρίως από φωτοβολταϊκά και ανεμογεννήτριες, χρησιμοποιείται ρεύμα για τη μεταφορά νερού σε ταμιευτήρες που βρίσκονται σε μεγαλύτερο υψόμετρο. Όταν αυξάνονται οι ανάγκες κατανάλωσης, το νερό κατεβαίνει, κινεί υδροηλεκτρικές τουρμπίνες και παράγει ηλεκτρική ενέργεια.
Το έργο, γνωστό ως αντλησιοταμίευση Αμφιλοχίας, υλοποιείται από την ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή και αποτελεί σημαντική επένδυση για την καλύτερη αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Ωστόσο, πίσω από αυτή τη μεγάλη επένδυση προκύπτουν οικονομικά στοιχεία που προκαλούν σοβαρά ερωτήματα. Ο αρχικός προϋπολογισμός των 550 εκατ. ευρώ αναθεωρήθηκε στα 646,3 εκατ., ενώ σύμφωνα με νεότερη τεχνική εκτίμηση το συνολικό κόστος μπορεί να φτάσει ακόμη και στο 1 δισ. ευρώ.
Την ίδια στιγμή, ένα έργο που είχε αρχικά προγραμματιστεί να ολοκληρωθεί το 2025 εμφανίζεται, σύμφωνα με τα νεότερα έγγραφα, να μεταθέτει την εμπορική λειτουργία του στο τέλος του 2029.
Τέσσερα χρόνια καθυστέρηση και πιθανή αύξηση του κόστους έως 450 εκατ. ευρώ. Και όλα αυτά ενώ η επένδυση έχει εξασφαλίσει ευρωπαϊκή επιχορήγηση 250 εκατομμυρίων ευρώ, με συγκεκριμένους όρους και περιορισμούς από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Πώς προέκυψαν αυτές οι αποκλίσεις, ποιος ελέγχει τις αυξήσεις και ποιος θα πληρώσει τελικά τον λογαριασμό;
Από τα 550 εκατ. στο 1 δισ. ευρώ
Ο αρχικός εγκεκριμένος προϋπολογισμός του έργου ανερχόταν σε 550 εκατ. ευρώ. Στη συνέχεια αναθεωρήθηκε στα 646.303.779,99 ευρώ, καταγράφοντας αύξηση μεγαλύτερη των 96 εκατ. ευρώ.
Ωστόσο, σύμφωνα με έγγραφο που επικαλείται προκαταρκτική ενημέρωση ανεξάρτητου μηχανικού Πιστοποίησης Κατασκευής, με ημερομηνία 28 Αυγούστου 2025, το συνολικό επενδυτικό κόστος εκτιμάται πλέον μεταξύ 800 εκατ. και 1 δισ. ευρώ.
Πρόκειται για πιθανή αύξηση έως 450 εκατ. ευρώ, δηλαδή περίπου 82% σε σχέση με τον αρχικό προϋπολογισμό.
Το ποσό του 1 δισ. αποτελεί εκτίμηση και όχι οριστικοποιημένη δαπάνη. Ωστόσο, ακόμη και το κατώτερο όριο των 800 εκατ. συνεπάγεται αύξηση 250 εκατ. ευρώ.
Μια τέτοια μεταβολή απαιτεί αναλυτική εξήγηση. Οφείλεται σε ανατιμήσεις κατασκευαστικών υλικών, τεχνικές δυσκολίες, πρόσθετες εργασίες ή αλλαγές στον αρχικό σχεδιασμό;
Και, κυρίως, ποιο μέρος της αύξησης επιβαρύνει αποκλειστικά τον επενδυτή και ποιο, εφόσον προβλέπεται, μπορεί να επηρεάσει τους μηχανισμούς δημόσιας ενίσχυσης;
Όταν οι οικονομικές αποκλίσεις μετρώνται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, η πλήρης τεκμηρίωσή τους δεν αποτελεί τυπική διαδικασία, αλλά ζήτημα ουσιαστικής διαφάνειας.
Ο κρίσιμος περιορισμός της ΕΕ
Η επένδυση έχει εξασφαλίσει επιχορήγηση 250 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Η χρηματοδότηση εγκρίθηκε με την απόφαση C(2021) 9753 final της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στις 20 Δεκεμβρίου 2021, με συγκεκριμένους οικονομικούς όρους και μηχανισμούς ελέγχου.
Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει η παράγραφος 68 της απόφασης, η οποία προβλέπει ειδικό μηχανισμό για την αντιμετώπιση αυξήσεων του κατασκευαστικού κόστους.
Για υπερβάσεις μεταξύ 10% και 25% προβλέπονται προσαρμογές στον επιτρεπόμενο βαθμό απόδοσης της επένδυσης. Όταν όμως η υπέρβαση ξεπεράσει το 25% του προβλεπόμενου κατασκευαστικού προϋπολογισμού αναφοράς, οποιαδήποτε τροποποίηση της κρατικής ενίσχυσης εξαιτίας αυτής της αύξησης δεν καλύπτεται από την αρχική ευρωπαϊκή έγκριση.
Με απλά λόγια, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει δώσει λευκή επιταγή για πρόσθετη δημόσια χρηματοδότηση κάθε φορά που αυξάνεται το κατασκευαστικό κόστος.
Η υπέρβαση του προϋπολογισμού δεν συνιστά αυτομάτως παρανομία. Ωστόσο, ενδεχόμενη τροποποίηση της κρατικής ενίσχυσης πρέπει να εξεταστεί σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς κανόνες.
Αξίζει επίσης να διευκρινιστεί ότι το όριο του 25% αφορά συγκεκριμένο κατασκευαστικό προϋπολογισμό και όχι κατ’ ανάγκην το συνολικό επενδυτικό κόστος που παρουσιάζεται στα νεότερα έγγραφα.
Συνεπώς απαιτείται επίσημη αξιολόγηση για να διαπιστωθεί εάν ενεργοποιούνται οι σχετικοί περιορισμοί. Έχει πραγματοποιηθεί τέτοια αξιολόγηση; Έχει ενημερωθεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τις νέες εκτιμήσεις; Υπάρχει κάποια μεταγενέστερη ευρωπαϊκή έγκριση που καλύπτει ενδεχόμενες αλλαγές στην κρατική ενίσχυση;
Πρόκειται για ερωτήματα στα οποία οφείλουν να απαντήσουν ο φορέας υλοποίησης και το αρμόδιο υπουργείο.
Τέσσερα χρόνια πίσω το χρονοδιάγραμμα
Εξίσου σοβαρή είναι η ανατροπή στον χρόνο ολοκλήρωσης. Στην αρχική ευρωπαϊκή απόφαση, το έργο παρουσιαζόταν ως επένδυση που θα λειτουργούσε από το 2025.
Σύμφωνα όμως με το επικαιροποιημένο χρονοδιάγραμμα που περιλαμβάνεται στα νεότερα έγγραφα, οι κατασκευαστικές εργασίες προβλέπεται να ολοκληρωθούν στις 28 Δεκεμβρίου 2028, η δοκιμαστική λειτουργία μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2029 και η εμπορική λειτουργία στο τέλος του 2029. Πρόκειται για μετατόπιση περίπου τεσσάρων ετών σε σχέση με τον αρχικό σχεδιασμό.
Το σημαντικότερο είναι ότι η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε συνδέσει την έγκαιρη ολοκλήρωση του έργου με τις ανάγκες επάρκειας ισχύος και ενεργειακής ασφάλειας της Ελλάδας.
Η καθυστέρηση, επομένως, δεν αφορά απλώς την παράδοση μιας κατασκευής. Σημαίνει ότι τα αναμενόμενα οφέλη για το ηλεκτρικό σύστημα μετατίθενται χρονικά. Ποιοι λόγοι οδήγησαν σε αυτή την καθυστέρηση; Έχουν εγκριθεί οι αναγκαίες τροποποιήσεις του χρονοδιαγράμματος; Πώς επηρεάζονται οι δεσμεύσεις που συνδέονται με το Ταμείο Ανάκαμψης;
Η τετραετής μετατόπιση ενός τόσο σημαντικού έργου απαιτεί συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες απαντήσεις.
Από τα 190 εκατ. δανεισμού σε σύμβαση 800 εκατ.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η μεταβολή του χρηματοδοτικού σχεδιασμού. Σύμφωνα με την αρχική ευρωπαϊκή απόφαση, η χρηματοδότηση προβλεπόταν να καλυφθεί από επιχορήγηση 250 εκατ. ευρώ, ίδια κεφάλαια 110 εκατ. και τραπεζικό δανεισμό 190 εκατ. ευρώ.
Ωστόσο, νεότερο έγγραφο αναφέρει ότι στις 6 Σεπτεμβρίου 2024 συνήφθη ομολογιακό δάνειο συνολικού ύψους 800 εκατ. ευρώ με την Τράπεζα Πειραιώς, για την κάλυψη των αυξημένων χρηματοδοτικών αναγκών. Η σύναψη του δανείου δεν σημαίνει ότι έχει εκταμιευθεί ολόκληρο το ποσό, ούτε ότι πρόκειται για νέα κρατική επιδότηση. Αποτυπώνει όμως μια σημαντική αλλαγή στη χρηματοδοτική διάρθρωση της επένδυσης, η οποία πρέπει να εξεταστεί σε συνδυασμό με την αύξηση του εκτιμώμενου κόστους.
Ποιο είναι το πραγματικό ύψος των εκταμιεύσεων; Πώς καλύπτονται οι πρόσθετες χρηματοδοτικές ανάγκες και ποιες εξασφαλίσεις έχουν δοθεί; Η δημοσιοποίηση αυτών των στοιχείων θα συνέβαλλε στη διαμόρφωση σαφέστερης εικόνας για την οικονομική εξέλιξη του έργου.
Η δημόσια ενίσχυση δεν σταματάει στα 250 εκατ.
Υπάρχει ακόμη μία σημαντική οικονομική παράμετρος. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν ενέκρινε μόνο την αρχική επενδυτική επιχορήγηση. Προέβλεψε και μηχανισμό λειτουργικής ενίσχυσης για περίοδο 25 ετών, με στόχο την οικονομική βιωσιμότητα της επένδυσης.
Η αρχική ευρωπαϊκή αξιολόγηση είχε υπολογίσει το χρηματοδοτικό κενό του έργου σε περίπου 327 εκατ. ευρώ.
Πρόκειται για ποσό που υπολογίστηκε σε προεξοφλημένες αξίες και δεν αποτελεί δεύτερη άμεση επιχορήγηση αντίστοιχου ύψους. Ωστόσο, η έγκριση της κρατικής ενίσχυσης στηρίχθηκε σε συγκεκριμένες οικονομικές παραδοχές, οι οποίες αφορούσαν το κατασκευαστικό κόστος, τα αναμενόμενα έσοδα και την απόδοση της επένδυσης.
Οι παράγραφοι 138 έως 140 της ευρωπαϊκής απόφασης προβλέπουν μηχανισμούς ανεξάρτητου ελέγχου, παρακολούθησης και αποτροπής υπερβολικών οικονομικών αποδόσεων.
Με δεδομένη την αύξηση του εκτιμώμενου κόστους και τη μετατόπιση του χρονοδιαγράμματος, προκύπτει εύλογα το ερώτημα εάν έχει επικαιροποιηθεί η αρχική οικονομική αξιολόγηση.
Και, κυρίως, πώς διασφαλίζεται ότι η ενίσχυση παραμένει αναλογική και δεν δημιουργείται αδικαιολόγητη επιβάρυνση μέσω των προβλεπόμενων μηχανισμών χρηματοδότησης.
Εταιρεία και υπουργείο καλούνται να δώσουν απαντήσεις!
Η σημασία του ενεργειακού έργου της Αμφιλοχίας είναι δεδομένη. Η χώρα έχει ανάγκη από σύγχρονες υποδομές αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας και αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών. Όμως, η στρατηγική σημασία μιας επένδυσης δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για την απουσία ουσιαστικής ενημέρωσης σχετικά με μεγάλες οικονομικές αποκλίσεις και πολυετείς καθυστερήσεις.
Η ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή καλείται να εξηγήσει τους λόγους που οδήγησαν στην αναθεώρηση του κόστους και στο νέο χρονοδιάγραμμα. Αντίστοιχα, το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας οφείλει να αποσαφηνίσει ποιους ελέγχους έχει πραγματοποιήσει, εάν έχουν τηρηθεί οι όροι της ευρωπαϊκής έγκρισης και ποιος αναλαμβάνει το πρόσθετο οικονομικό βάρος.
Τα έγγραφα που εξετάσαμε δεν αποδεικνύουν από μόνα τους παραβίαση των κανόνων κρατικών ενισχύσεων, ούτε παράτυπη καταβολή επιπλέον χρηματοδότησης. Αναδεικνύουν, όμως, αποκλίσεις που απαιτούν επίσημες απαντήσεις.
Όταν ένα έργο ξεκινάει με προϋπολογισμό 550 εκατ. ευρώ, εκτιμάται ότι μπορεί να αγγίξει το 1 δισ. και μεταθέτει τη λειτουργία του κατά τέσσερα χρόνια, η διαφάνεια δεν είναι επιλογή. Είναι υποχρέωση.
Γιατί στο τέλος, πέρα από τους τεχνικούς όρους, τις συμβάσεις και τους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς, υπάρχει ένα ερώτημα που ενδιαφέρει κάθε πολίτη: Πόσο θα κοστίσει τελικά το έργο, πότε θα παραδοθεί και ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό;
*Όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΜΠΑΜ στο Ρεπορτάζ της Κυριακής
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου