Παγκόσμια Ημέρα για την Τρίτη Ηλικία
Η 1η Οκτωβρίου, Παγκόσμια Ημέρα για την Τρίτη Ηλικία, είναι μια αφορμή να στρέψουμε τη σκέψη μας στους ανθρώπους που μας χάρισαν τα πρώτα μας χρόνια, τις πρώτες μας λέξεις, τα πρώτα μας βήματα.
Στους γονείς μας. Εκείνους που ξενύχτησαν για εμάς, που αγωνίστηκαν, που στερήθηκαν για να μη μας λείψει τίποτα και που έβαλαν τη δική μας ζωή πάνω από τη δική τους.
Τα χρόνια όμως περνούν.
Και κάποια στιγμή εκείνοι που κάποτε μας κρατούσαν από το χέρι, μπορεί να βρεθούν μόνοι σε ένα σπίτι που έχει γίνει πολύ πιο ήσυχο. Τα παιδιά τους έχουν μεγαλώσει, έχουν τις δικές τους οικογένειες, τις δουλειές, τις υποχρεώσεις, τις έγνοιες τους.
Κι εκεί, μέσα στην καθημερινότητα, υπάρχει κάτι μικρό που για εμάς μπορεί να μοιάζει ασήμαντο, αλλά για εκείνους μπορεί να σημαίνει ολόκληρη τη μέρα τους: ένα τηλεφώνημα.
📞 «Καλημέρα, μαμά. Τι κάνεις;»
📞 «Μπαμπά, έφαγες; Είσαι καλά;»
Μερικά λεπτά. Τόσο λίγο από τον δικό μας χρόνο και, ίσως, τόσο πολύ για εκείνους.
Γιατί ένας ηλικιωμένος άνθρωπος που ζει μόνος δεν περιμένει πάντα κάτι μεγάλο. Περιμένει να ακούσει μια γνώριμη φωνή. Να νιώσει ότι κάποιος τον θυμήθηκε. Ότι εξακολουθεί να έχει μια ξεχωριστή θέση στη ζωή κάποιου.
Γι’ αυτό, αν έχουμε ακόμη τους γονείς μας, ιδιαίτερα αν βρίσκονται μακριά ή ζουν μόνοι, ας μην αφήνουμε τις ημέρες να περνούν χωρίς να τους μιλάμε.
Όχι από υποχρέωση.
Από αγάπη.
Γιατί υπάρχει μια αλήθεια που όλοι γνωρίζουμε, αλλά δύσκολα αντέχουμε να κοιτάξουμε κατάματα:
🕯️ Δεν ξέρουμε ποιο θα είναι το τελευταίο μας τηλεφώνημα.
🕯️ Δεν ξέρουμε ποια θα είναι η τελευταία φορά που θα ακούσουμε τη φωνή τους.
🕯️ Η τελευταία αγκαλιά.
🕯️️ Το τελευταίο «να προσέχεις».
🕯️ Η τελευταία φορά που θα ανοίξει η πόρτα και θα τους δούμε να μας περιμένουν.
Η ζωή δεν μας προειδοποιεί για τις τελευταίες φορές. Δεν χτυπά ένα κουδούνι για να μας πει πως αυτή η στιγμή δεν θα ξαναέρθει.
Κι έτσι, πολλές φορές, λέμε:
«Θα πάρω αργότερα.»
«Αύριο θα πάω να τους δω.»
«Τώρα δεν προλαβαίνω.»
Μέχρι που το «αργότερα» γίνεται «ποτέ». Και τότε δεν υπάρχει τίποτα πιο δύσκολο από τις λέξεις που έμειναν μέσα μας.
Γι’ αυτό, όσο μπορούμε, ας είμαστε κοντά τους.
Ας τους ακούμε, ακόμη κι όταν επαναλαμβάνουν τις ίδιες ιστορίες.
Ας τους επισκεπτόμαστε όταν έχουμε τη δυνατότητα.
Ας τους κρατάμε το χέρι.
Και κυρίως, ας μη θεωρούμε την αγάπη αυτονόητη.
«Σ’ αγαπώ, μαμά.»
«Σ’ αγαπώ, μπαμπά.»
Μπορεί να το γνωρίζουν. Αλλά έχει σημασία να το ακούν.
Γιατί κάποτε θα έρθει η ημέρα που θα δίναμε τα πάντα για να μπορούσαμε να πούμε ξανά αυτές τις δύο λέξεις και να πάρουμε ως απάντηση μια απλή φράση:
«Κι εγώ, παιδί μου.»
Τότε θα καταλάβουμε πως τα λίγα λεπτά που θεωρούσαμε ότι τους χαρίζαμε, ήταν ίσως από τα πολυτιμότερα δώρα της ζωής.
Γι’ αυτό σήμερα, αν οι γονείς σου είναι ακόμη εδώ, μην το αναβάλεις.
Πάρε τους ένα τηλέφωνο.
Άκου τη φωνή τους.
Και πριν κλείσεις, πες αυτό που ίσως θεωρείς πως δεν χρειάζεται να ειπωθεί. Πες τους πως τους αγαπάς.
Η αγάπη, όμως, όχι.
Και όταν κάποτε το τηλέφωνο χτυπήσει και στην άλλη άκρη δεν θα ακούσεις πια τη φωνή τους, θα καταλάβεις πως δεν ήταν ποτέ τα πέντε λεπτά που δεν είχες χρόνο να τους δώσει.
Ήταν τα πέντε λεπτά που δεν θα μπορείς πια να τους δώσεις.
Όσο τους έχουμε, ας τους αγαπάμε όπως τους αξίζει.
Γιατί μετά μένουν μόνο οι αναμνήσεις — και η ευχή να είχαμε προλάβει να πούμε ένα «σ’ αγαπώ» ακόμη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου