Το Κλαρίνο στην Αιτωλοακαρνανία: Η Ιστορία, τα Πανηγύρια και οι Μύθοι του Δημοτικού Τραγουδιού
Ταυτοτικό στοιχείο του λαϊκού πολιτισμού ενός τόπου και συνακόλουθα της κοινοτικής συνοχής του αποτελούν τα παραδοσιακά πανηγύρια που κατά κανόνα πραγματοποιούνται τα καλοκαίρια. Και πανηγύρι σημαίνει δημοτική ορχήστρα στην οποία κυρίαρχο όργανο είναι το κλαρίνο.
Σύμφωνα με όλους τους μελετητές, το κλαρίνο ήρθε στην Ελλάδα από την Ευρώπη στις αρχές του 19ου αιώνα. Κατά μία εκδοχή, το κλαρίνο πέρασε στην Ελλάδα από τη Δύση μέσω της Ιταλίας και των φιλαρμονικών των νησιών του Ιονίου. Κατ’ άλλους, εμφανίστηκε στην Ελλάδα στις αρχές του 19ου αιώνα από τις γαλλικές στρατιωτικές μπάντες που είχε ο Ναπολέων Βοναπάρτης στον Αλή Πασά των Ιωαννίνων, τότε που ο τελευταίος «φλέρταρε» με τη Γαλλία για να προωθήσει τα επεκτατικά του σχέδια στην Ήπειρο, στα Επτάνησα και στη Ρούμελη.
Τέλος, αν πιστέψουμε τη Δέσποινα Μαζαράκη, το κλαρίνο το έφεραν στην Ελλάδα οι Βαυαροί επί Όθωνα, δηλαδή μετά το 1830. Όπως και να ’χει, στον αγώνα επικράτησης ανάμεσα στον ζουρνά και στο κλαρίνο, που είχε αρχίσει το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, νικητής αναδείχθηκε το κλαρίνο, μουσικό όργανο το οποίο, ενώ δεν ανήκει στη μουσική οργανολογία του τόπου μας, έδεσε μοναδικά με το δημοτικό τραγούδι μας.
Στην Αιτωλοακαρνανία από τα τέλη του 19ου αιώνα έζησαν μυθικά ονόματα της τέχνης του κλαρίνου, όπως ο Γιάννης Μόσχος ή Φουσκομπούκας (1845-1925) και ο Νικολάκης Σουλεϊμάνης (1848-1921), ενώ τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα έλαμψε το άστρο του Χαράλαμπου Μαργέλη (1895-1954). Σε αυτή την περιοχή με τη δημώδη μουσική ατμόσφαιρα γεννήθηκαν και μεγαλούργησαν δύο σολίστες, ο Βασίλης Σαλέας και ο Γιάννης Βασιλόπουλος, που έμελλε να φέρουν σε επαφή με το κλαρίνο ευρύτερα ακροατήρια από εκείνα των τοπικών πανηγυριών.
Ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος-Σαλέας (1929-1972) γεννήθηκε στο Μεσολόγγι. Γόνος μουσικής οικογένειας Τσιγγάνων, έμαθε να παίζει ζουρνά κοντά στον πατέρα του Κώστα Σαλέα και στη συνέχεια κλαρίνο, έχοντας για δασκάλους τον Θόδωρο Αντωνόπουλο (1890-1957) και τον Χαράλαμπο Μαργέλη. Στα 17 του ήταν κιόλας γνωστός στα πανηγύρια της περιοχής.
Από ειδικούς και μη ο Σαλέας θεωρείται μουσική ιδιοφυΐα στον χώρο της παραδοσιακής μουσικής, ενώ δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι είναι ο κορυφαίος κλαρινίστας όλων των εποχών. Συνεργάστηκε με όλους τους μεγάλους ερμηνευτές και τις μεγάλες ερμηνεύτριες των δημοτικών και των λαϊκών τραγουδιών, ενώ πλούσια ήταν η συμμετοχή του στη δισκογραφία, τόσο ως εκτελεστής όσο και ως συνθέτης, παρά τον σύντομο βίο του αλλά και την οκτάχρονη παραμονή του στην Αμερική.
Γράφει χαρακτηριστικά ο ποιητής Θωμάς Γκόρπας: «Ο Σαλέας υπήρξε το σκληρό ροκ στη μεταπολεμική δημοτική και λαϊκή μουσική. Ροκ και σαν στιλ κλαρινοπαίκτη και σαν αντίληψη για τη μουσική διασκέδαση. [...] Αναρχικός, ασυμβίβαστος, εκρηκτικός. Ανέβαζε στο πάλκο τους θαμώνες ή κατέβαινε αυτός κοντά τους. Ξημέρωνε στο πάλκο παίζοντας με το στόμιο σκοτεινές, παράξενες μουσικές που μόνο αυτός ήξερε, που δεν ξανακούστηκαν ποτέ πια, ύστερα από εκείνη τη συγκεκριμένη νύχτα... Πέθανε στις 17 Νοεμβρίου 1972, από το σπίτι του στην εκκλησία τον πήγανε παίζοντας πέντε κλαρίνα. Όλα φημισμένα. Όλα της φάρας του. Το ίδιο και στο νεκροταφείο. Πέντε κλαρίνα παίζαν πάνω στον τάφο του!».
Ο Γιάννης Βασιλόπουλος, απόγονος οικογένειας παραδοσιακών μουσικών, γεννήθηκε το 1939 στο Αγρίνιο και σε ηλικία 8 χρόνων άρχισε να μαθαίνει κλαρίνο από τον πατέρα του. Ξεκίνησε επαγγελματική σταδιοδρομία σε ηλικία 15 χρόνων στην πόλη του και στη συνέχεια στην Αθήνα. «Στην Αθήνα ήρθα 18 χρόνων. Πρώτο μαγαζί “Ο Ευρώτας” του Δημήτρη Μασούρα στην Ομόνοια, μετά με τον Δημήτρη Ζάχο στην Πλατεία Βάθη στη “Ζούγκλα”. Έπαιξα με τον Κώστα Ρούκουνα στην Ηπείρου, τη Σοφία Κολλητήρη, την Τασία Βέρα, τον Γιώργο Παπασιδέρη, τον Γιώργο Μεϊντανά και πολλούς άλλους. Με άκουσε ο Στέλιος Καζαντζίδης και με έβαλε στον δίσκο στην Κολούμπια. Το μεροκάματο 30-60 δραχμές στις αρχές του ’60» έλεγε ο ίδιος για το ξεκίνημά του.
Ο Γιάννης Βασιλόπουλος λάτρευε τη βυζαντινή μουσική. Ακούστε τον δίσκο «Τα δάκρυα της Μαγδαληνής» και θα καταλάβετε. «Από μικρός μ’ άρεσε η βυζαντινή μουσική» έλεγε. «Παίρνω το όργανο, συγκεντρώνομαι και κατεβάζω αυτά που θέλω και πατάω στους δρόμους της βυζαντινής μουσικής ραστ, σαμπάχ, ουσάκ...».
Γράφει γι’ αυτόν ο Παντελής Μπουκάλας σ’ ένα σημείωμά του στην εφημερίδα Εποχή: «Στην τρίχα πάντοτε ντυμένος, με το άψογο κοστούμι του, τα αστραφτερά παπούτσια του, που φρόντιζε να μη λερωθούν από τη χωμάτινη πίστα των πανηγυριών, και με τα δαχτυλίδια του. Το ’λεγε και μόνος του: “Μ’ αρέσει το ωραίο ντύσιμο, το βρήκαμε από τη γενιά του πατέρα μας. Είναι παράδοση. Ο άνθρωπος δεν ζει για να γεμίζει την κοιλιά του αλλά για να μοσχοβολάει”». Πέθανε το 2011 σε ηλικία 72 χρόνων.
Θα μου επιτρέψετε να κλείσω με κάτι προσωπικό. Στις 29 Αυγούστου 1972 το χωριό μου που γιόρταζε το πανηγύρι του (Αποτομή της Τιμίας Κεφαλής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου γαρ..) ήταν χωρισμένο στα δύο. Στο ένα καφενείο ήταν ο Βασίλης Σαλέας με την κομπανία του και τον τότε νεαρό τραγουδιστή Μάκη Χριστοδουλόπουλο. Και πεντακόσια μέτρα πιο κάτω έπαιζε κλαρίνο ο Γιάννης Βασιλόπουλος με τη δική του ορχήστρα. Θυμάμαι ότι ο δημόσιος δρόμος είχε μεταμορφωθεί σε ένα απέραντο πάρκινγκ. Αυτοί που ξέρανε τον Σαλέα από παλαιότερες εμφανίσεις του είπανε πως σ’ αυτό το πανηγύρι της Γουριάς ο «στρατάρχης», όπως τον αποκαλούσαν, κυριολεκτικά τα έδωσε όλα, γιατί ήθελε να διαψεύσει τη φήμη ότι ήταν άρρωστος. Δυστυχώς, όμως, το κακό νέο δεν ήταν φήμη. Τρεις μήνες αργότερα, στις 17 Νοεμβρίου και σε ηλικία 43 χρόνων, θα μας αποχαιρετούσε για πάντα...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου