Πρώτη νύχτα του γάμου για ένα φρεσκοπαντρεμένο ζευγάρι και η ατμόσφαιρα είναι γεμάτη προσδοκίες.
Ο γαμπρός ξαπλώνει νωχελικά, χαϊδεύει απαλά και τρυφερά την κοιλιά της γυναίκας του και λέει με ύφος έμπειρου γεωπόνου:
— «Εδώ είναι το δικό μου εύφορο χωράφι... Εδώ φέτος θα φυτέψω εκλεκτές πατάτες!»
(Και με αυτά τα λόγια, γυρίζει από την άλλη πλευρά, σκεπάζεται και κοιμάται σαν πουλάκι).
(Και με αυτά τα λόγια, γυρίζει από την άλλη πλευρά, σκεπάζεται και κοιμάται σαν πουλάκι).
Την δεύτερη νύχτα, η ιστορία επαναλαμβάνεται με τον ίδιο ακριβώς ρυθμό. Της χαϊδεύει γλυκά την πλάτη και της ψιθυρίζει όλο καμάρι:
— «Κι εδώ, στην πίσω μεριά, θα φυτέψω καταπράσινα λάχανα!»
(Και πριν προλάβει η νύφη να πει κουβέντα, εκείνος πέφτει πάλι ξερός για ύπνο).
(Και πριν προλάβει η νύφη να πει κουβέντα, εκείνος πέφτει πάλι ξερός για ύπνο).
Την τρίτη νύχτα, η γυναίκα του, έχοντας χάσει πλέον κάθε ίχνος υπομονής και νιώθοντας τελείως παραμελημένη, τον αρπάζει αποφασιστικά από το χέρι, τον κοιτάζει άγρια στα μάτια και του λέει:
— «Άκουσε να δεις, κύριε αγρότη! Αν απόψε το βράδυ δεν μπει το τρακτέρ στο χωράφι να φυτέψει κανένα καρότο, να το ξέρεις... Από αύριο το δίνω για ενοικίαση σε ξένο καλλιεργητή!»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου