Μια εικόνα, χίλιες μυρωδιές και μια παιδική φυγή που έμοιαζε με το πιο μεγάλο ταξίδι του κόσμου. Κάθε φορά που αντικρίζω αυτή τη φωτογραφία, η μνήμη μου δεν σταματά απλά στο χαρτί, αλλά ζωντανεύει με έναν τρόπο σχεδόν μαγικό. Ο άντρας που στέκεται εκεί, αγέρωχος πάνω στη σβάρνα με το καρό του πουκάμισο, είναι ο Γιώργος ο μεγάλος, όπως τον φωνάζαμε όλοι στην οικογένεια.
Κι εγώ, ο μικρός Γιώργος, ο συνονόματος πρώτος ξάδερφος, περίμενα πώς και πώς να κλείσουν τα σχολεία, να έρθει εκείνη η ευλογημένη ώρα που θα με έπαιρνε μαζί του στα χωράφια. Για ένα παιδί, βλέπεις, η καθημερινότητα στο σπίτι φάνταζε μερικές φορές στενή, και οι εξορμήσεις με τον μεγάλο μου ξάδερφο ήταν η απόλυτη διαφυγή, ένα αληθινό ταξίδι προς το άγνωστο και την ελευθερία.
Το αποκορύφωμα εκείνων των ημερών ήταν όταν ο Γιώργος, με ένα νεύμα γεμάτο καλοσύνη, με φώναζε κοντά του και με ανέβαζε να καθίσω κι εγώ πάνω στη σβάρνα. Εκείνη η βόλτα, με τα δύο άλογα να τραβούν μπροστά με δύναμη και το ξύλο να ισιώνει το φρεσκοσκαμμένο έδαφος, ήταν για μένα κάτι το συγκλονιστικό, μια εμπειρία που καμία σύγχρονη παιδική χαρά δεν θα μπορούσε ποτέ να ανταγωνιστεί. Ένιωθα λες και κατακτούσα τον κόσμο, νικητής πάνω σε ένα αυτοσχέδιο άρμα, έχοντας δίπλα μου τον καλύτερο οδηγό.
Ακόμα και σήμερα, αν κλείσω τα μάτια, μπορώ να ορκιστώ πως νιώθω τις ίδιες ακριβώς μυρωδιές που πλημμύριζαν τα ρουθούνια μου τότε. Είναι η βαριά, ζεστή μυρωδιά των αλόγων που ίδρωναν κάτω από τον ήλιο, ανακατεμένη με την έντονη μυρωδιά του φρεσκοανακατεμένου χώματος που αναποδογύριζε και ανάσαινε. Ήταν ο κόσμος του μόχθου και του κάματου, αλλά στα μάτια τα δικά μου, ήταν απλά ο Παράδεισος της παιδικής μου ηλικίας.
Γιώργο, δεν θα σε ξεχάσω ποτέ ξαδερφάκι μου. Έφυγες νωρίς, πολύ νωρίς, αφήνοντας πίσω σου αυτές τις εικόνες και τις θύμησες που ζουν για πάντα μέσα μου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου