Στις 14 Αυγούστου 1996, στη νεκρή ζώνη της Δερύνειας, ένας 26χρονος πρόσφυγας από την Αμμόχωστο σκαρφάλωσε σε έναν ιστό για να κατεβάσει μια σημαία. Δεν κατέβηκε ποτέ ζωντανός.
Ο Σολωμός Σολωμού γεννήθηκε στην Αμμόχωστο το 1970 και μεγάλωσε με την προσφυγιά να βαραίνει κάθε του βήμα, όπως και σε χιλιάδες άλλες κυπριακές οικογένειες. Ζούσε στο Παραλίμνι, ένα από τα οκτώ παιδιά του Σπύρου Σολωμού, και η ζωή του κυλούσε ανάμεσα στη δουλειά και τα μικρά όνειρα ενός νέου ανθρώπου που δεν είχε καμία πρόθεση να γίνει σύμβολο.
Τρεις ημέρες πριν, στις 11 Αυγούστου 1996, ο εξάδελφός του Τάσος Ισαάκ είχε ξυλοκοπηθεί μέχρι θανάτου από Τουρκοκύπριους και μέλη της οργάνωσης «Γκρίζοι Λύκοι», μέσα στη νεκρή ζώνη κοντά στη Δερύνεια, κατά τη διάρκεια αντικατοχικής διαδήλωσης Κυπρίων μοτοσικλετιστών. Η δολοφονία του Ισαάκ καταγράφηκε από τηλεοπτικές κάμερες και συγκλόνισε την κοινή γνώμη, χωρίς όμως η ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ να μπορέσει να την αποτρέψει.
Στις 14 Αυγούστου 1996 έγινε η κηδεία του Τάσου Ισαάκ στο Παραλίμνι, παρουσία πλήθους κόσμου. Αμέσως μετά την τελετή, εκατοντάδες κατευθύνθηκαν εκ νέου προς το οδόφραγμα της Δερύνειας, για να αποτίσουν φόρο τιμής στο σημείο όπου σκοτώθηκε ο νεκρός τους.
Η σκηνή μετατράπηκε σε πεδίο σύγκρουσης. Μια ομάδα Γκρίζων Λύκων εμφανίστηκε στην απέναντι πλευρά και άρχισε πετροπόλεμο εναντίον των διαδηλωτών. Μέσα σε αυτό το χάος, γύρω στις δύο και είκοσι το μεσημέρι, ο Σολωμός Σολωμού ξεστράτισε από τους συγκεντρωμένους. Με ένα τσιγάρο στο στόμα, προσπέρασε τους συντρόφους του που προσπάθησαν να τον συγκρατήσουν, προσπέρασε και τους κυανόκρανους του ΟΗΕ, και κατευθύνθηκε προς ένα κοντινό τουρκικό φυλάκιο.
Αγνοώντας τις προειδοποιητικές φωνές —«Γύρνα πίσω» του φώναξαν— σκαρφάλωσε στον ιστό όπου ανέμιζε η τουρκική σημαία. Δεν κρατούσε όπλο. Δεν κρατούσε τίποτα, παρά μόνο την πρόθεση να κατεβάσει ένα πανί που για είκοσι δύο χρόνια στέκονταν πάνω από χαμένη πατρίδα.
Την ίδια στιγμή ακούστηκαν πυροβολισμοί από την κατεχόμενη πλευρά. Τρεις σφαίρες βρήκαν τον Σολωμού: μία στο στόμα, μία στο λαιμό, μία στο στομάχι. Ο νεαρός άνδρας σωριάστηκε στο χώμα κάτω από τον ίδιο ιστό που είχε σκαρφαλώσει, μπροστά στις κάμερες που μετέδιδαν ζωντανά τη διαδήλωση. Ακολούθησαν ακόμη πυροβολισμοί προς τους διαδηλωτές, με αποτέλεσμα να τραυματιστούν ελαφρά έντεκα άτομα, ανάμεσά τους και δύο κυανόκρανοι του ΟΗΕ.
Οι ελληνοκυπριακές αρχές, μελετώντας αργότερα το βιντεοσκοπημένο υλικό, αναγνώρισαν ανάμεσα στους δράστες τον Κενάν Ακίν, έποικο, πρώην αξιωματικό του τουρκικού στρατού και υπουργό του ψευδοκράτους. Εναντίον του και άλλων τεσσάρων υπόπτων εκδόθηκαν διεθνή εντάλματα σύλληψης από την Interpol. Κανένας τους δεν συνελήφθη ποτέ.
Στις 24 Ιουνίου 2008 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καταδίκασε την Τουρκία για τις δολοφονίες του Τάσου Ισαάκ και του Σολωμού Σολωμού, κρίνοντάς την ένοχη για παραβίαση του άρθρου 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι και οι δύο άνδρες ήταν άοπλοι, και ότι η χρήση θανατηφόρας βίας δεν δικαιολογούνταν σε καμία περίπτωση.
Η κηδεία του Σολωμού Σολωμού έγινε στις 16 Αυγούστου 1996 στο Παραλίμνι, με χιλιάδες ανθρώπους να σηκώνουν το φέρετρό του τυλιγμένο στην ελληνική σημαία. Τρεις μέρες αργότερα, στις 17 Αυγούστου, ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας Κώστας Σημίτης επισκέφθηκε την Κύπρο και αποκάλεσε τους δολοφόνους «κοινούς εγκληματίες».
Η μνήμη του Σολωμού Σολωμού πέρασε γρήγορα στο τραγούδι και στη συλλογική συνείδηση του Ελληνισμού. Ο Διονύσης Σαββόπουλος αναφέρθηκε σε εκείνη την «Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη» που πια ταίριαζε και σε νέους ήρωες, ο Άλκης Αλκαίος έγραψε τους στίχους του «Πάντα Γελαστοί» που μελοποίησε ο Θάνος Μικρούτσικος, και ο Νότης Σφακιανάκης τραγούδησε το «Ήταν Τρελός». Σε κάθε στίχο, η εικόνα ήταν η ίδια: ένας νέος άνθρωπος, μόνος, ανεβαίνει έναν ιστό χωρίς να κοιτάξει πίσω.
Σήμερα, στο σημείο όπου έπεσε, στέκεται μνημείο. Η νεκρή ζώνη της Δερύνειας παραμένει εκεί, σχεδόν αμετάβλητη, σαν αδιάψευστος μάρτυρας. Ο ιστός δεν φέρει πια εκείνη τη σημαία με τον ίδιο τρόπο στη μνήμη όσων θυμούνται· φέρει το όνομα ενός 26χρονου που, με ένα τσιγάρο στο στόμα, αποφάσισε να κλείσει μόνος του έναν λογαριασμό είκοσι δύο χρόνων.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου