
Ένα θηριώδες πετρελαιοφόρο σκίζει τα κύματα του Ατλαντικού σε ένα δρομολόγιο που μοιάζει ατέλειωτο.
Το πλήρωμα, μια μικρή Βαβέλ από διαφορετικές εθνικότητες, έχει αυτή τη φορά μια ιδιαιτερότητα: ανάμεσά τους βρίσκεται και μια εντυπωσιακή νεαρή γυναίκα, μέλος του τεχνικού προσωπικού.
Τις πρώτες δέκα μέρες, επικρατεί μια απόκοσμη ησυχία. Οι άντρες, ξυρισμένοι στην πένα και με καθαρές φόρμες, της ανοίγουν τις πόρτες και της μιλάνε στον πληθυντικό. Όσο όμως οι μέρες περνούν και η στεριά φαντάζει μακρινό όνειρο, τα πράγματα αλλάζουν. Τα βλέμματα γίνονται πιο "βαριά", οι κουβέντες λιγοστεύουν και ο εκνευρισμός στην τραπεζαρία μυρίζει μπαρούτι.
Ο Πλοίαρχος, βλέποντας την πειθαρχία να κλονίζεται, αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του πριν γίνει καμιά ανταρσία. Μαζεύει το πλήρωμα στη γέφυρα και ανακοινώνει: — «Κύριοι, η ένταση στο πλοίο είναι επικίνδυνη. Για να εκτονωθεί η κατάσταση και να μη θεωρεί κανείς ότι αδικείται, αποφάσισα, ως ο ανώτερος αξιωματικός, να αναλάβω εγώ το κομμάτι της ψυχαγωγίας της κυρίας. Θα ξεκινήσω να τη φλερτάρω επίσημα, ώστε να ξεκαθαρίσει το τοπίο.»
Πριν προλάβει να κλείσει το στόμα του, ο Ιταλός μηχανικός πετάγεται σαν ελατήριο: — «Per favore, Capitano! Υπάρχει Ιταλός στο κατάστρωμα και θα αφήσουμε τη γυναίκα στα χέρια της διοίκησης; Το φλερτ είναι τέχνη, είναι πάθος, είναι δική μου δουλειά!»
Ο Γάλλος μάγειρας, διορθώνοντας το καπέλο του, συμπληρώνει με ειρωνικό ύφος: — «Monsieur, σας παρακαλώ! Το savoir-vivre και η κατάκτηση είναι γαλλική εφεύρεση. Μόνο εγώ μπορώ να την προσεγγίσω με τον δέοντα ρομαντισμό!»
Σε δευτερόλεπτα η γέφυρα μετατρέπεται σε πεδίο μάχης. Φωνές, χειρονομίες και επιχειρήματα για το ποιος είναι ο καλύτερος εραστής ανταλλάσσονται με μανία. Στην άκρη της γέφυρας, ο Έλληνας λοστρόμος, με το μανίκι ανασηκωμένο και το βλέμμα χαμένο στο απέραντο γαλάζιο, μασουλάει πασατέμπο με μια αδιατάρακτη ηρεμία, φτύνοντας τα τσόφλια στη θάλασσα.
Ο Πλοίαρχος, έξαλλος από την αδιαφορία του, του φωνάζει: — «Εσύ ρε Έλληνα; Τόση ώρα σφάζονται στην ποδιά της κι εσύ το χαβά σου! Δεν σε ενδιαφέρει να τη φλερτάρεις τη γυναίκα;»
Και ο Έλληνας, αφού καθαρίζει με την ησυχία του ένα τελευταίο σπόρι, του απαντάει με το πιο φυσικό ύφος του κόσμου: — «Κοίτα, κάπτεν... Για να σου πω την αλήθεια, τρεις εβδομάδες τώρα την πηδάω κάθε βράδυ. Αλλά αν είναι για το καλό του πληρώματος και για να μη χαλάσουμε τις καρδιές μας... ε, να τη φλερτάρω κιόλας, δεν έχω θέμα!»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου