
Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μικρό, σκονισμένο δωμάτιο, ζούσε ο κυρ-Μανώλης ο Τσιγκούνης.
Είχε ένα μικρό τραπέζι, ένα παλιό πορτοφόλι, ένα ροζ γουρουνάκι-κουμπαρά και… πολλά, πάρα πολλά νομίσματα.
Τόσα πολλά, που τα μετρούσε κάθε βράδυ με τον μεγεθυντικό του φακό, λες και φοβόταν μήπως κάποιο το σκάσει μόνο του.
Ο κυρ-Μανώλης δεν ήταν κακός άνθρωπος. Απλώς πίστευε πως τα χρήματα είναι πιο ασφαλή όταν μένουν ακίνητα.
«Όποιος δίνει, χάνει», έλεγε.
Και έτσι, δεν έδινε ποτέ.
Ένα παγωμένο βράδυ του χειμώνα, καθώς μετρούσε τα νομίσματά του, άκουσε ένα απαλό χτύπημα στην πόρτα.
Ένα μικρό κορίτσι στεκόταν απ’ έξω, τρέμοντας.
— Κυρ-Μανώλη, μπορείτε να με βοηθήσετε; Πεινάω…
Ο τσιγκούνης έσφιξε το πορτοφόλι του.
Ήταν έτοιμος να πει «όχι», όταν ένα νόμισμα γλίστρησε από τον σωρό και κύλησε στο πάτωμα.
Το σήκωσε… και του φάνηκε πως για μια στιγμή χαμογέλασε.
Ταράχτηκε.
Χωρίς να ξέρει γιατί, έδωσε στο κορίτσι ένα κομμάτι ψωμί και ένα μόνο νόμισμα.
Το κορίτσι έφυγε χαρούμενο.
Και τότε συνέβη κάτι παράξενο.
Το δωμάτιο φάνηκε πιο ζεστό.
Η φλόγα του κεριού πιο φωτεινή.
Και ο κυρ-Μανώλης ένιωσε την καρδιά του… ελαφρύτερη.
Την επόμενη μέρα, έδωσε λίγο φαγητό σε έναν γείτονα.
Την άλλη, βοήθησε έναν φτωχό τεχνίτη.
Και κάθε φορά, ένα νόμισμα από τον σωρό γυάλιζε σαν να χαίρεται.
Σιγά-σιγά, ο κυρ-Μανώλης κατάλαβε κάτι σπουδαίο:
Τα χρήματα που κρατούσε σφιχτά τον έκαναν μόνο.
Τα χρήματα που μοίραζε… του έδιναν φίλους, χαμόγελα και ιστορίες.
Στο τέλος, δεν έμεινε φτωχός.
Έμεινε πλούσιος αλλιώς.
Και από τότε έλεγε:
«Το πιο πολύτιμο νόμισμα είναι εκείνο που γυρίζει πίσω ως χαρά».
Κι έτσι, ο τσιγκούνης της εικόνας έγινε ο σοφός της γειτονιάς —
και τα νομίσματά του, έμαθαν επιτέλους να χαμογελούν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου