![]() |
Κείμενο: Λευτέρης Τηλιγάδας |
Τα έθιμα, οι τελετουργίες και
τα λαϊκά δρώμενα της λαϊκής παράδοσης διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στο ζωντανό
πεδίο της συλλογικής μνήμης του αγροτικού κυρίως χώρου, όχι μόνο γιατί
καταφέρνουν να κρατάνε ενεργή την κοινωνική συνείδηση, αλλά και γιατί καταδεικνύουν
ταυτόχρονα - με τον πιο εύγλωττο, μάλιστα, τρόπο - την ιδιαίτερη ταυτότητα,
καθώς και την πολιτιστική εξέλιξη του κοινωνικού συνόλου στο οποίο αναφέρονται.
Ένα τέτοιο λαϊκό δρώμενο,
απόλυτα ταυτισμένο με την ιστορική και κοινωνική μνήμη των κατοίκων του
Αγρινίου είναι και η «παράσταση», που δίνει το βράδυ κάθε Μεγάλης Παρασκευής,
αμέσως μετά το τέλος της περιφοράς των επιταφίων στην κεντρική πλατεία της
πόλης, η ομάδα των χαλκουνάδων, η οποία με έναν φαντασμαγορικό και απόλυτα
ελεγχόμενο τρόπο και κρατώντας στα χέρια τους τα χαλκούνια αναπαριστούν τον
«χαλκουνοπόλεμο», που πραγματοποιούνταν από τα τέλη του 19ου αιώνα περίπου
μέχρι και την έναρξη σχεδόν του ελληνοϊταλικού πολέμου - με μικρά διαλείμματα
λόγω των απαγορεύσεων, που η επικινδυνότητα του δρώμενου επέβαλλε - μέσα στον
οικιστικό ιστό της πόλης.
Μετά τη γερμανοϊταλική κατοχή, το δρώμενο επέστρεψε
ντυμένο με τη φορεσιά του λαϊκού εθίμου και με πιο ακίνδυνη μορφή, αφού ο
«χαλκουνοπόλεμος 📺» έδωσε τη θέση του στην επίδειξη. Παρόλα αυτά απαγορεύθηκε
αυστηρά κατά τη διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας των Συνταγματαρχών της 21ης
Απριλίου 1967, ενώ με τη σημερινή του μορφή, η οποία είναι ακόμα πιο ήπια, το
δρώμενο επανήλθε στα μέσα της δεκαετίας του ‘80, όταν η Δημοτική αρχή το έθεσε
υπό την προστασία της.
![]() |
| Γέμισμα. Φωτογραφία Πάνος Καλτσάς |
Το χαλκούνι
Το χαλκούνι είναι ένας
χάρτινος κύλινδρος μήκους 25 – 35 εκατοστά και διαμέτρου μισής ίντσας περίπου.
Η μία άκρη αυτού του κυλίνδρου είναι στουπωμένη με χαρτιά, ενώ στην άλλη
κατασκευάζεται ένα στόμιο, από το οποίο πυροδοτείται. Το εσωτερικό του
γεμίζεται με τριμμένο μπαρούτι υπονόμων (κούφιο), ανακατεμένη με ψιλά ρινίσματα
ορείχαλκου ή σιδήρου, τα οποία με την καύση τους απελευθερώνουν την ορμή τους
μέσα από το στενό στόμιο του χαλκουνιού, δημιουργώντας έναν πύρινο πίδακα, ο
οποίος φτάνει σε ύψος 10-15 μέτρα περίπου.
Το όνομά του, το χαλκούνι, το
οφείλει σε αυτά τα ψιλά ρινίσματα του ορείχαλκου, το οποίο ως υλικό έχει πάρα
πολλές εφαρμογές, μία εκ των οποίων είναι και η κατασκευή πνευστών μουσικών
οργάνων, όπως η κορνέτα, το σαξόφωνο κ.ά. που είναι γνωστά ως «χάλκινα».
Ο χαλκουνοπόλεμος
«Στην πλατεία Στράτου»
(σημερινή πλατεία Ειρήνης), αναφέρει ο Θεόδωρος Θωμόπουλος[1], «συγκεντρώνονταν οι επιτάφιοι και γινόταν ο
περίφημος χαλκουνοπόλεμος. Οι χαλκουνάδες της κάθε ενορίας που προπορεύονταν
προσπαθούσαν να εκτοπίσουν τους αντιπάλους των και να μείνουν τελευταίοι και
κύριοι της πλατείας. Αυτό το κατόρθωναν εκείνοι που διέθεταν περισσότερα και
μεγαλύτερα χαλκούνια, καθώς και ψυχραιμότερους “μαχητές”. Μόλις έβαζαν φωτιά
στο χαλκούνι, το άφηναν ελεύθερο για να δημιουργήσει πανικό στο αντίπαλο
στρατόπεδο. Γρήγορα όμως αναγνωρίσθηκε η σκληρότητα αυτής της μορφής του
«χαλκουνοπολέμου», και αφού θρηνήθηκαν πολλά θύματα, καθιερώθηκε να κρατιούνται
στα χέρια, μέχρις ότου καεί και ο τελευταίος κόκκος της μπαρούτης».
Όλοι οι χαλκουνάδες, φορούσαν
κάπες, οι οποίες σκέπαζαν τους σάκους με τα χαλκούνια, ενώ κάποιοι άλλοι, λίγα
μέτρα πιο πέρα από το «πεδίο της μάχης», κρατούσαν τον ανεφοδιασμό και το
πρόχειρο νοσοκομείο που ήταν εφοδιασμένο με ντενεκέδες λάσπης και με μπουκάλια
γεμάτα μελάνι για τα εγκαύματα.
Η μυθολογία
Σύμφωνα με το κυρίαρχο αφήγημα
για την καταγωγή του χαλκουνοπόλεμου, οι ρίζες του βρίσκονται στα χρόνια της
Τουρκοκρατίας. Ως γνωστόν, κατά την τελευταία περίοδο που η περιοχή της
Αιτωλίας ήταν σαντζάκι[2] της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας,
στην κωμόπολη του Βραχωριού ζούσε και δραστηριοποιούνταν μια σημαντική σε
αριθμό μελών εβραϊκή κοινότητα, η οποία «κρατούσε στα χέρια της» το σύνολο της
εμπορικής δραστηριότητας της περιοχής. Το ιστορικό γεγονός αυτό έδωσε το
πλαίσιο μιας μετέπειτα, κατά την εκτίμησή μου, μυθολογικής τεκμηρίωσης του
χαλκουνόπολεμου, η οποία «μπολιάστηκε» καθοριστικά από τα αντιεβραϊκά κηρύγματα
του Κοσμά του Αιτωλού. Οι Εβραίοι, όπως υποστηρίζει το συγκεκριμένο αφήγημα,
θέλοντας να εκθέσουν τους Χριστιανούς απέναντι στους Οθωμανούς, έμπαιναν στην
πομπή της περιφοράς του επιταφίου και δημιουργούσαν δολιοφθορές. Πετροβολούσαν
τα τούρκικα αρχοντόσπιτα, έβριζαν τους Τούρκους και τις τουρκικές αρχές και μετά
συκοφαντούσαν τους χριστιανούς, στην οθωμανική εξουσία της κωμόπολης, ότι αυτές
οι θρησκευτικές συγκεντρώσεις θα μπορούσαν να μετατραπούν σε επανάσταση. Για να
εξαλείψουν αυτή την πρακτική οι χριστιανοί, ζήτησαν άδεια από τις οθωμανικές
αρχές να χρησιμοποιήσουν τα χαλκούνια, έτσι ώστε να κάνουν μία ζώνη ασφαλείας
γύρω από την πομπή της περιφοράς των επιταφίων, για να μην μπορούν τα μέλη της
εβραϊκής κοινότητας να μπαίνουν σ’ αυτή και να υποδαυλίζουν τις μεταξύ τους
σχέσεις.[3]
![]() |
| «Λιτανεία του Αγίου Σπυρίδωνος στη Σπιανάδα της Κέρκυρας» Πίνακας του Ζόζεφ Καρτράϊτ |
Η ιστορία
Ως γνωστόν η πυρίτιδα
εφευρέθηκε τον 7ο αιώνα (κ.χ.)[4] στην Κίνα. Για
πρώτη φορά στην ιστορία του κόσμου, οι Κινέζοι, τοποθέτησαν μια μικρή ποσότητα
πυρίτιδας (ένα μείγμα νιτρικού καλίου, θείου και κάρβουνου) μέσα σ’ ένα καλάμι
μπαμπού, το άναψαν και παρατήρησαν ένα πρωτοφανές φαινόμενο: η μεγάλη ταχύτητα
καύσης του υλικού παρήγαγε μεγάλη ποσότητα αερίων σε μικρό χρονικό διάστημα και
σε περιορισμένο χώρο με αποτέλεσμα την υπέρμετρη αύξηση των πιέσεων και την
ξαφνική τους έκρηξη. Με αυτό τον τρόπο δημιουργήθηκε το πρώτο πυροτέχνημα με τη
μορφή της κροτίδας. Αυτές τις κροτίδες, οι Κινέζοι, τις συνέδεσαν άρρηκτα με τα
έθιμα και τη θρησκεία τους, αφού πίστευαν, ότι με τον κρότο και τη λάμψη
έδιωχναν μακριά τα κακά πνεύματα.[5]
Από τις πρώτες καταγραφές
ρήψης πυροτεχνημάτων στη Δύση, είναι η παρατήρηση του Βρετανού καλόγερου Roger Bacon[6], ο οποίος χαρακτήρισε τα
πυροτεχνήματα που είδε ως «αντικείμενα με λάμψη αστραπής και γρύλισμα βροντής».
Οι πρώτοι που χρησιμοποιούν ευρέως
τα πυροτεχνήματα στην Ευρώπη, και μάλιστα σε υπαίθριες εορταστικές εκδηλώσεις,
είναι αρχικά οι Ισπανοί και αμέσως μετά οι Ιταλοί. Από την Ιταλία τα
πυροτεχνήματα περνούν στα Επτάνησα. Μια ιστορική απόδειξη της ύπαρξης αυτού του
τύπου των πυροτεχνημάτων στην αγγλοκρατούμενη Κέρκυρα είναι και ο πίνακας του
Ζόζεφ Καρτράϊτ που δημοσιεύεται στην κορυφή της ανάρτησης. Ο πίνακας φέρει τον
τίτλο «Λιτανεία του Αγίου Σπυρίδωνος στη
Σπιανάδα της Κέρκυρας»[7], και αναπαριστά την
Λιτανεία του Κερκυραίου Αγίου της χριστιανικής θρησκείας, το λείψανο του οποίου
περιφέρεται στην πόλη μαζί με τον επιτάφιο το Μ. Σάββατο το πρωί.
Ο Ζόζεφ Καρτράϊτ (γεννήθηκε το
1789 και πέθανε το 1829), υπήρξε γενικός ταμίας της Βρετανικής Φρουράς στην
Κέρκυρα και θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εικονογράφους της ζωής και
της φύσης του νησιού. Στον πίνακα, ο οποίος είναι ζωγραφισμένος πριν το 1820,
φαίνεται ξεκάθαρα ένας όρθιος φουστανελάς, να «ρίχνει» ένα είδος χαλκουνιού που
το κρατάει με μία μακριά ξύλινη χειρολαβή. Λίγο πιο δεξιά άλλα δύο άτομα, ο ένας
με φουστανέλα και ο άλλος με βράκα, «γεμίζουν» κι άλλα χαλκούνια προκειμένου
να τα «ρίξουν».
Τα πυροτεχνήματα οι κροτίδες,
οι ρουκέτες, οι σαΐτες και τα χαλκούνια αρχίζουν να κάνουν την εμφάνισή τους
στον αθηναϊκό και τοπικό τύπο, από το 1850 ως το 1860 περίπου, ως
φαντασμαγορικό εφέ, κυρίως, κατά τις επισκέψεις των βασιλιάδων σε διάφορες
πόλεις, καθώς και τις εθνικές και θρησκευτικές εορτές. Οι περισσότερες από
αυτές τις ρίψεις πραγματοποιούνται με την επιστασία Ιταλών πυροτεχνουργών οι
οποίοι θεωρούνται οι καλύτεροι του είδους τους.[8] Το
γεγονός αυτό, αναιρεί αυτόματα το μυθολογικό αφήγημα για την καταγωγή του
εθίμου από την εποχή της Τουρκοκρατίας και την εμπλοκή των Εβραίων σ’ αυτό.
ΟΙ ΕΝΟΡΙΕΣ
Οι ενορίες που διαδραμάτισαν
κυρίαρχο ρόλο στη δημιουργία του εθίμου είναι οι τρεις από τις πέντε που
ιδρύθηκαν με την παρέλευση των ετών στην πόλη: Η ενορία του Αγίου Δημητρίου
(Έτος αποπεράτωσης του πρώτου ναού το 1669), η ενορία της Αγίας Τριάδας (Έτος
έναρξης των εργασιών ανέγερσης του πρώτου ναού το 1819) και η ενορία του
παλαιού Αγίου Χριστοφόρου (Έτος αποπεράτωσης του υπάρχοντος ναού το 1849).
Ακολούθησαν οι ενορίες της Ζωοδόχου Πηγής (Έτος αποπεράτωσης του ναού το 1851), του Αγίου Γεωργίου (Έτος θεμελίωσης του ναού το 1906, έτος εγκαινίων 1912) και του νέου Αγίου Χριστοφόρου (Έτος θεμελίωσης το 1921, έτος εγκαινίων 1937).
Διαβάστε την συνέχεια στο: αρχείον Αγρινίου



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου