Γράφει ο Νικόλαος Χ. Τέλωνας
Αμφιλοχία 1911. Δύσκολα χρόνια. Η Ελλάδα μόλις είχε συνέλθει από το ισχυρό πλήγμα, που της είχε επιφέρει η βαριά ήττα του 1897, υποχρεώνοντάς την να καταβάλλει στην Τουρκία υπέρογκη αποζημίωση, διά χρέους τόσο δυσβάσταχτου, ώστε την υποχρέωσε να τεθεί υπό Διεθνή οικονομικό έλεγχο.
Η ζωή στην επαρχία Βάλτου, κυλούσε ακόμα στους ρυθμούς της πρώτης μετεπαναστατικής περιόδου. Παιδεία στα σπάργανα, δρόμοι ανύπαρκτοι, ψωμί λειψό. Παρόμοια θα χαρακτηρίζαμε και τα προβλήματα της Αμφιλοχίας, της πρωτεύουσας της επαρχίας, όπου “στο Δημοτικόν Σχολείον της πόλεως κατά το έτος 1917, ολίγους μόνον μήνας εδίδαξεν εις και μόνον διδάσκαλος, κατά δε το έτος 1919 ουδείς“. Σημαντικό ακόμα και το γεγονός, ότι στο Κουρείον – Τροχείον του Στυλιανού Δόνου “εξάγονται οδόντες ανωδύνας!“
Έννοιες, όπως κοινωνική δικαιοσύνη, εργασιακή εκμετάλλευση, δημόσια υγεία, δωρεάν παιδεία, κοινωνική και οικονομική εκμετάλλευση, ήταν την εποχή αυτή για τους πολλούς, άγνωστες και δυσνόητες και όπου ακούγονταν, κάποιοι έσπευδαν να τις χαρακτηρίσουν, ως σκέψεις ανατρεπτικές και αναρχικές.
Αυτή ακριβώς την περίοδο δύο φίλοι και συνομήλικοι – γεννημένοι το 1895 στον Καρβασαρά – συμμαθητές στο εδώ Σχολαρχείο επί Σχολαρχείας του λόγιου ιερωμένου Βενέδικτου Γεωργιάδη, φοιτούσαν το 1908 στο Γυμνάσιο Άρτας, καθότι στην Αμφιλοχία ιδρύθηκε με καθυστέρηση πολλών χρόνων αργότερα. Φιλομαθείς και ευαίσθητοι, συγκάτοικοι σε ένα φτωχικό ενοικιασμένο χαμόσπιτο, όπου καθημερινά συζητούσαν για τις δυσκολίες, που αντιμετώπιζαν μακριά από τις οικογένειές τους, για τα ελάχιστα οικονομικά που είχαν στη διάθεσή τους, τις αμφιβολίες τους για το αν θα κατόρθωναν να φτάσουν μια μέρα στην Αθήνα για ανώτερες σπουδές και ένα σωρό ερωτηματικά, από εκείνα που στροβιλίζουν τα μυαλά των νέων παιδιών. Παρά το νεαρό της ηλικίας τους, έκδηλο ήταν το ενδιαφέρον τους για την γενικότερη πορεία των πραγμάτων, την πολιτική αστάθεια, τις σαθρές κοινωνικές δομές, τους πολέμους, την απάνθρωπη –ήλιο με ήλιο– χειρωνακτική και ανασφάλιστη εργασία, την ανελέητη εμπορευματοποίηση της υγείας και άλλα παρόμοια, που τα συζητούσαν κατά ένα τρόπο συνωμοτικό, γιατί είχαν καταλάβει ότι αν τα γενίκευαν σε ευρύτερες συζητήσεις, υπήρχε κίνδυνος να μπλέξουν άσχημα. Εμπιστοσύνη, είχαν μόνο στον συμμαθητή τους Ευριπίδη Καζατζή και μαζί τους έκαναν παρόμοιες συζητήσεις.
Το σχολικό έτος 1910-1911 ο ένας (Κώστας) γράφτηκε σε Γυμνάσιο των Αθηνών· ο άλλος (Σπύρος) συνέχισε στην Άρτα. Ξανασυναντήθηκαν κατά τη διάρκεια των διακοπών των Χριστουγέννων και κατόπιν του Πάσχα στην Αμφιλοχία. Ο Κώστας, που στην Αθήνα είχε συνδεθεί φιλικά με τον συμμαθητή του Αγ. Τρωϊανό (μετέπειτα συντάκτη της εφημερίδας «Ριζοσπάστης») ο οποίος συμμεριζόταν τις απόψεις και τις ανησυχίες του, στην τελευταία του συνάντηση με τον Σπύρο ήταν προετοιμασμένος, κάθετος και αποφασιστικός:
–Σπύρο δεν έχουμε περιθώρια πρέπει κάτι να κάνουμε και εμείς για ένα καλύτερο αύριο· δεν πάει άλλο τούτη η κατάσταση.
–Με ποιο τρόπο; ρώτησε ο Σπύρος.
–Με ένα και μοναδικό τρόπο. Τον λόγο· ένα όπλο που ποτέ δεν σκουριάζει και δεν αχρηστεύεται. Το καλοκαίρι θα τα κανονίσουμε όλα.
Στις 11 Ιουλίου οι πρωινοί θαμώνες των παραλιακών καφενείων της Αμφιλοχίας, βρήκαν πάνω στα τραπέζια του καφέ ένα άγνωστο φύλλο μιας εφημεριδούλας, που έφερε με έντονα, μαύρα μεγάλα γράμματα, τον τίτλο:
ΒΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ
Έκπληκτοι αντίκρυσαν να φιγουράρουν κάτω από τον τίτλο τα ονόματα των διευθυντών της εφημερίδας:
ΣΠΥΡΟΣ Κ. ΤΣΙΡΟΓΙΑΝΝΗΣ
ΚΩΣΤΑΣ Ν. ΣΑΡΛΗΣ
των δύο δηλαδή νεαρών συμμαθητών.
Γέλασαν κάποιοι. Ένας μόνιμος καφενόβειος έσπευσε να υποτιμήσει το νεανικό τους ενθουσιασμό, συνδέοντάς τον με την γνωστή τοπική παροιμία:
–”Ώχ καϋμένε…Βροντάνε τα ασημικά βροντάν κι σακοράφες!“
και κάποιος του «ανώτερου επιπέδου» με γυαλιά και αντιηλιακό ψαθάκι, έσπευσε να παρομοιάσει το νεανικό τόλμημα με τα μικρά χελιδόνια, που στη βιασύνη τους, να πετάξουν πέφτουν απ’ τις φωλιές και γίνονται βορά των γατιών:
–”Τι να πει κανείς· ανόητοι πτερυγισμοί νεοσσών απτήνων!!“
Ο χρόνος όμως – “η της αληθείας πατήρ” θα τους διέψευδε όλους…Το μικροσκοπικό εκείνο (24×32) πρώτο φύλλο, της πρώτης τοπικής επαρχιακής εφημερίδας, θα ζούσε κατά την πρώτη του –γιατί ακολούθησαν και άλλες– περίοδο, επί 10 χρόνια· και όχι απλά θα στέριωνε, αλλά θα αναδεικνυόταν σε ένα φωτεινό φάρο, που είχε ανάψει εδώ στον έσχατο μυχό του Αμβρακικού, για να καταυγάσει με τους πνευματικούς του προβολείς, όλη την ένθεν του Αχελώου ξεχασμένη από όλους περιοχή της Ακαρνανίας και όχι μόνο.
Ένα ιδιόχειρο σχεδίασμα της εφημερίδας γραμμένο με γαλάζιο μελάνι παραμένει ακόμα ως αδιάψευστος μάρτυρας της μεγάλης αναγνώρισης αυτού του ταπεινού εντύπου που θέριεψε και απλώθηκε προς πολλές κατευθύνσεις. Σύμφωνα με αυτό, κατά τη διάρκεια των 10 χρόνων, της πρώτης περιόδου ως διευθυντές, διετέλεσαν εκτός των δύο προαναφερθέντων φίλων και οι:

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου