Ο κλέφτης Χρήστος Μηλιώνης είχε γίνει φόβος και τρόμος για τους Τούρκους και η δράση του επεκτεινόταν ως τον Βάλτο, τα Άγραφα και την Άρτα...
Η ιστορία του Μηλιώνη αρχίζει περίπου γύρω στο 1750 όταν επαναστάτησε στη Δωρίδα και την Παρνασσίδα μαζί με τους αρματολούς ο Βλαχαρμάτα και τα αδέρφια Λάμπρο και τον Μήτρο Τσεκούρα από τον Βάλτο και αρκετούς άλλους αρματολούς. Ο Μπεκήρ Αγάς βγήκε να τους χτυπήσει, τελικά τους επιτέθηκε κοντά στα Σάλωνα και τους νίκησε.
Ο Μηλιώνης κατάφερε να γλυτώσει και πέρασε στην Αιτωλία και από εκεί στην περιοχή της Άρτας. Εκεί ενώθηκε μαζί του και ο Μήτρος Τσεκούρας, αφού ο αδελφός του Λάμπρος είχε σκοτωθεί. Οι δύο αρματολοί επιτέθηκαν στην Άρτα και αιχμαλώτισαν τον κατή και δυο αγάδες και ζητούσαν λύτρα για να τους απελευθερώσουν. Αυτή η επιτυχία του Μηλιώνη αναστάτωσε τους Τούρκους και εκδόθηκε σουλτανικό φιρμάνι με εντολή στους δερβεναγάδες να εξοντωθεί πάση θυσία. Όταν το έμαθε ο Μηλιώνης και κρυβόταν.
Στα τέλη του 17ου αιώνα ο μουσελίμης της επαρχίας έδωσε διαταγή στον προεστό της Κατούνας Γιώργο Μαυρομμάτη, που Αγιανί Βιλαετλίς) στο Ξηρόμερο, να σκοτώσει τον Μηλιώνη.
Ο Μαυρομμάτης προσλαμβάνει τον Τουρκαλβανό Σουλεϊμάνη να σκοτώσει τον Μηλιώνη. Ο Σουλεϊμάνης ήταν φίλος με τον Μηλιώνη και σκέφτηκε έτσι να τον εξοντώσει με δόλο. Όμως δεν ήθελε να τον σκοτώσει με μπαμπεσιά και του είπε πωςείχε εντολή να τον συλλάβει. Του είπε ακόμα πως θα ήταν καλύτερα να παραδοθεί σε αυτόν, αλλιώς θα τον σκότωνε, γιατί αν δεν το έκαμε θα κινδύνευε ο ίδιος.
Ο Μηλιώνης αρνήθηκε και του είπε πως ήταν άπιστος φίλος, αφού τον παρέσυρε σε παγίδα. Ο Σουλεϊμάν ενοχλήθηκε που τον είπε προδότη και του πρότεινε να μονομαχήσουν οι δύο τους. Στη μονομαχία αυτή σκοτώθηκαν και οι δύο άντρες. Το περιστατικό αυτό έγινε στο χωριό Αλμυρός της επαρχίας Βάλτου. Όλοι λυπήθηκαν για το χαμό του περίφημου κλέφτη και βγήκε τότε το παρακάτω δημοτικό τραγούδι:
Τρία πουλάκια κάθονται ‘ς τη ράχη 'ς το λημέρι,
τό να τηράει τον Αρμυρό, τάλλο κατά το Βάλτο,
το τρίτο το καλύτερο μοιριολογάει και λέει,
Κύριε μου, τι να γίνηκεν ο Χρήστος ο Μηλιόνης;
Ουδέ 'ς το Βάλτο φάνηκε, ουδέ 'ς την Κρύα βρύση.
Μας είπαν πέρα πέρασε κ’ επήγε προς την Άρτα,
κ' επήρε σκλάβο τον κατή μαζί με δύο αγάδες.
Κι' ο μουσελίμης τ' άκουσε, βαριά του κακοφάνη,
Το Μαυρομάτη νέκραξε και το Μουχτάρ Κλεισούρα.
«Εσείς, αν θέλετε ψωμί, αν θέλετε πρωτάτα,
το Χρήστο να σκοτώσετε, τον καπετάν Μηλιόνη.
Τούτο προστάζει ο βασιλιάς και μόστειλε φερμάνι.»
Παρασκευή ξημέρωσε, ποτέ να μη είχε φέξη!
κί' ο Σουλεϊμάνης στάλθηκε να πάγη να τον εύρη.
'Στον Αρμυρό τον έφτασε κι' ως φίλοι φιληθήκαν.
Ολονυχτίς επίνανε όσο να ξημερώση.
Και όταν έφεξε η αυγή πέρασαν 'ς τα λημέρια.
Κι' ο Σουλεϊμάνης φώναξε του καπετάν Μηλιόνη,
"Χρήστο, σε θέλει ο βασιλιάς, σε θέλουν κ' οι αγάδες.
-Όσο 'ν' ο Χρήστος ζωντανός Τούρκους δεν προσκυνάει."
Με το τουφέκι τρέξανε ο ένας να φάη τον άλλο.
Φωτιάν εδώσαν 'ς τη φωτιά, κ’ έπεσαν εις τον τόπο.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου