
Διαβάστε αναλυτικά λέξεις στην γλώσσα των τσοπάνηδων και τι σημαίνουν στα απλά ελληνικά! Λέξεις που όλοι έχουμε ακούσει αλλά δεν ξέρουμε τι σημαίνουν..
| Το λεξικό των τσοπάνηδων | ||
|---|---|---|
| Αποκόβω | απογαλακτίζω. | |
| Αγγειό (το) | δοχείο, σκεύος. | |
| Ανάρμεγος | το θηλυκό ζώο που δεν έχει αρμεχθεί. Είναι ανάρμεγο το κοπάδι. | |
| Απλάδι (το) | Κλινοσκέπασμα από προβατίσιο μαλλί…. | |
| Αρβάλι (το) | Χάλκινο ή τσίγκινο στρογγυλό δοχείο με χερούλι για το άρμεγμα των ζώων. | |
| Αρνάδα | Χρονιάρα προβατίνα που κρατήθηκε για «έχει», δηλ. για αναπαραγωγή. Στα γίδια λέγεται κατσικάδα. | |
| Ασαλά(γ)ητος | αυτός που δεν παίρνει από ορμήνιες, που κάνει ότι του κατέβει στο μυαλό. | |
| Βάκρα | Προβατίνα με άσπρο τρίχωμα στο σώμα της και μαύρες κηλίδες μόνο στο μούτρο της. | |
| Βετούλι (το) | Κατσίκι ενός έτους. | |
| Γαλάρια (τα) | Τα γεννημένα πρόβατα ή γίδια που κρατούν (έχουν) γάλα. Σε αντίθεση με τα στέρφα που δεν έχουν. | |
| Γάστρα (η) | Σιδερένιο θολωτό σκέπασμα. Στη γάστρα ψήνονταν το ψωμί, ορισμένα φαγητά και ολόκληρα αρνιά ή κατσίκια. | |
| Γκιόσα (η) | Η γίδα με μαύρο σώμα και άσπρη κοιλιά. | |
| Γκισέμι (το) | Τραγί ή κριάρι μουνουχισμένο και μεγαλόσωμο, οδηγός του κοπαδιού που φέρνει το μεγαλύτερο κουδούνι. | |
| Γκλίτσα | Ποιμενική μαγκούρα με σκαλιστή λαβή. | |
| Ζλάπι (το) | Η φράση «παρουσιάσκη ζλάπι» σημαίνει ότι εμφανίστηκαν στα πέριξ λύκοι ή τσακάλια και πρέπει να προσέχει ο τσοπάνης. |
|
| Ζυγούρι (το) | Πρόβατο που μόλις έχει περάσει το πρώτο έτος της ηλικίας του. | |
| Ζωντανά (τα) | Τα πρόβατα και τα γίδια συνολικά. Αλλιώς τα πράματα. | |
| Κάδη (η) | Ξύλινο ψηλό δοχείο με στενή βάση για το χτύπημα του γάλακτος. | |
| Κακαράντζα (η) | Τα περιττώματα, η κοπριά των ζώων. | |
| Κάλεσα | Προβατίνα με σώμα άσπρο, αλλά με μάτια, μύτη και αυτιά μαύρα. | |
| Καπνόγκεσα (η) | Κατάμαυρη γίδα με καφέ μούρη. | |
| Καραμάνικη (η) | Προβατίνα άσπρη με μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια και φαρδιά ουρά. | |
| Καρδάρα (η) | Ξύλινο στρογγυλό δοχείο για το άρμεγμα του γάλακτος. | |
| Κάτσενα | Άσπρη προβατίνα με κόκκινο πρόσωπο. | |
| Κλαπάτσα (η) | Αρρώστια των προβάτων. | |
| Κλαρίζω | Κόβω τα κλαδιά δένδρου. | |
| Κλωτσοτύρι (το) | Το τυρόγαλο που μένει από το πήξιμο του τυριού, άμα το βράσουμε κάνουμε το κλωτσοτύρι. | |
| Κολήγοι | Σμίξιμο δύο – τριών τσοπάνηδων για κοινή πορεία – συνεταιρισμό εξαμηνιαίο. | |
| Κολλημένα (τα) | Πρόβατα με αρρώστια στον πνεύμονα που κολλάει τα παΐδια (πλευρά). | |
| Κολόκουρος (ο) | Το πρώιμο μερικό κούρεμα στον αυχένα και στην ουρά του ζώου. Συνήθως γίνεται στο τέλος του Μάρτη. | |
| Κονάκι (το) | Αυτοσχέδιο καλύβι από σάλωμα (είδος καλαμιού). Χρησίμευε για καλοκαιρινό κατάλυμα του τσομπάνη, στα ορεινά και το χειμώνα το εγκατέλειπαν για τα χειμαδιά. |
|
| Κάπα (η) | Χοντρό πανωφόρι από τραγόμαλλο. Φοριέται τους χειμερινούς μήνες. | |
| Κορύτος (ο) | ξύλινη και μακρόστενη ταΐστρα ή ποτίστρα για ζώα. Σκαφίδα. | |
| Κορφίγκι (το) | βρασμένο, πηχτό γάλα ζώου, το αμέσως μετά τη γέννα. | |
| Κουδούνα (η) | Μεγάλο κουδούνι για πρόβατα. | |
| Κουδουνάδες | Κατασκευαστές κουδουνιών. | |
| Κούρος | Το κούρεμα των προβάτων. | |
| Κουτσοκέρα (η) | Προβατίνα ή γίδα με σπασμένο το ένα κέρατο. | |
| Κρεμανταλάς | Ξερό και διχαλωτό ξύλο μπηγμένο στο χώμα έξω από το κονάκι για να κρεμούν τις καρδάρες με το γάλα και να μην το φθάνουν τα σκυλιά και τα φίδια. |
|
| Κρούτα | Προβατίνα ή γίδα με μικρά και με κοντά τα δύο κέρατα. | |
| Κύπρος (ο) | Μεγάλο κουδούνι από μπρούντζο σαν καμπάνα για γίδια και ειδικότερα για το γκεσέμι. | |
| Λόγια (Λάγια) γρίβα | Σπάνια προβατίνα με γκριζωπό τρίχωμα. | |
| Λόγια (Λάγια) μπαλιά | Κατάμαυρη προβατίνα με μια κηλίδα λευκή στο κεφάλι. | |
| Λειβαδάρικο | Νοικιασμένο χωράφι από τον τσοπάνη που χρησιμοποιεί για βοσκή. Το ενοίκιο το πληρώνει σε είδος και συνήθως είναι τυρί. |
|
| Μαδημένα (τα) | Πρόβατα που τους έχει πέσει μερικά ή ολικά το μαλλί. | |
| Μαντρί | Κατοικία προβάτων. | |
| Μαντρόσκυλος | Μεγαλόσωμος κατά κανόνα σκύλος. Άγριος μα και άγρυπνος φύλακας του κοπαδιού. | |
| Μαξούλι | Το εισόδημα από το γάλα ή από τα μαλλιά των αιγοπροβάτω | |
| Μαρκάλλος (ο) | Η γονιμοποίηση των θηλυκών από τα αρσενικά για την αναπαραγωγή. | |
| Μαρμαρά | Προβατίνα ή γίδα στέρφα (αυτή που δεν γεννάει). | |
| Μαυλάω | Καλώ κοντά μου με ιδιόρρυθμη φωνή οικόσιτα ζώα. | |
| Μονοβύζα (η) | Προβατίνα ή γίδα που έμεινε με ένα μαστάρι, επειδή την χτύπησε αρρώστια. | |
| Μπλιόρα (η) | Η πρωτόγενη γίδα. | |
| Μπουτσκοκάλεσα | Προβατίνα καστανή ως καστανόμαυρη. | |
| Ντορός (ο) | Τα ίχνη (πατημασιές) των ζώων πάνω στο χιόνι ή πάνω στον κουρνιαχτό (σκόνη). | |
| Ορμώνω | Κατευθύνω την πορεία ζώου ή κοπαδιού με χειρονομίες και κραυγές. | |
| Παγάνα (η) | Η ομαδική οργανωμένη καταδίωξη άγριων ζώων (κυρίως λύκων). | |
| Παρμάρα (η) | Ασθένεια με συμπτώματα παράλυσης, που εμφανίζεται κυρίως στα αιγοπρόβατα. | |
| Πρατάρης (ο) | Ο βοσκός των προβάτων. | |
| Πρατίνο | Προβατίνα. | |
| Πιτιά (η) | Το στομάχι των κατσικιών από το οποίο παίρνουν το πήγμα (ένζυμο), για να πήξουν το γάλα για τυρί. | |
| Ρούσα (η) | Προβατίνα ξανθοκόκκινη. | |
| Ρούτα | Προβατίνα με κοντό μαλλί. | |
| Σάισμα (το) | Κλινοσκέπασμα ή στρωσίδι από γίδινο μαλλί. | |
| Σαλαγάω | Κατευθύνω με φωνές τα ζώα. | |
| Σιούτος (ο) | Το αρσενικό πρόβατο ή γίδι χωρίς καθόλου κέρατα. | |
| Σκάρισμα (το) | Καλοκαιριάτικη νυχτερινή έξοδος του κοπαδιού για βοσκή. | |
| Σκάφη (η) | Οι μακρόστενες ξύλινες ή τσίγκινες σκάφες στις οποίες έριχναν τροφή ή νερό για τα ζώα. | |
| Σκουληκιάρικο (το) | Πληγωμένο ζώο που μολύνεται η πληγή του από τη μύγα και πιάνει σκουλήκι. | |
| Σταλίζω, στάλος (ο) | Καλοκαιριάτικη μεσημεριανή ανάπαυση των ζώων κάτω από τον ίσκιο των δέντρων. | |
| Στέρφα (η) | Η στείρα θηλύκια. | |
| Στρούγκα (η) | Πρόχειρο μαντρί με κλαδιά ή πέτρες για το άρμεγμα των ζώων. | |
| Τάλαρος (ο) | μεγάλο ξύλινο βαρέλι για την φύλαξη και διατήρηση τυριού. | |
| Τομάρια (τα) | Τα δέρματα των προβάτων ή γιδιών. | |
| Τροκάνι (το) | Μεγάλο κουδούνι με δυνατό ήχο για μεγαλόσωμα ζώα. | |
| Τσαγκάδι (το) | Η γίδα ή προβατίνα που έμεινε χωρίς θηλασμό (κατσικιού ή αρνιού) π.χ. λόγω αποβολής. | |
| Τσαντίλα (η) | Μεγάλα τουλουπάνια για το στράγγισμα του μόλις πηγμένου τυριού. | |
| Τσαρδί (το) | Πρόχειρο κατάλυμα από κλαδιά. Καλύβα. | |
| Τσάρκος (ο) | Ο παιδικός σταθμός της στάνης. Μια καλύβα που βάζουν τα νεογέννητα αρνιά, όταν οι μανάδες τους πάνε για βοσκή. Αλίμονο σ” όποιον ξένο πλησιάσει τον τσάρκο. Το τσοπανόσκυλο θα τον κομματιάσει. |
|
| Τσαρούχια (τα) | Αυτοσχέδια παπούτσια από το δέρμα ζώων με φούντα μπροστά. | |
| Τσατάλι (το) | Σιδερένιος ή ξύλινος γάντζος σαν τσιγκέλι. | |
| Τσιμπουροβύζα (η) | Προβατίνα ή γίδα με πολύ μικρό μαστό. | |
| Τσοκάνι (το) | Το πλακέ κουδούνι για τα γίδια. Λέγεται και κραμπακίδα. | |
| Τσούλα (η) | Προβατίνα με μικρά αυτιά. | |
| Τσουράπια (τα) | Τσοπάνικες κάλτσες φτιαγμένες από μαλλί προβάτου. | |
| Τυρόγαλο (το) | Το υγρό που μένει από το πήξιμο του τυριού. | |
| Φλόρα (η) | Ολόασπρη γίδα. | |
| Δημοσιεύτηκε | στον “Αιτωλοακαρνανικό Τύπο” του Ηλ. Ζαπαντιώτη |
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου