
Πηγαίνει ένας τύπος, ο Μπάμπης, στη γειτονιά του τη Σούλα, μια εντυπωσιακή χήρα που τον «γλυκοκοίταζε» καιρό. Χτυπάει την πόρτα, βγαίνει η Σούλα με μια μεταξωτή ρόμπα και ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά.
— «Καλημέρα γειτόνισσα! Συγγνώμη για την ενόχληση, μήπως σου βρίσκεται λίγη ζάχαρη να φτιάξω ένα καφεδάκι; Μου τελείωσε η άτιμη πρωί-πρωί και δεν παλεύεται η νύστα...»
Η Σούλα, που περίμενε την ευκαιρία πώς και πώς, παίρνει μια ναζιάρικη πόζα, ακουμπάει στον τοίχο και του λέει με χαμηλή φωνή: — «Έλα μέσα βρε Μπάμπη... Μη στέκεσαι στο διάδρομο. Θα σου φτιάξω εγώ το καφεδάκι, να το πιούμε μαζί στο σαλόνι, να πούμε και δυο κουβέντες...»
Μπαίνει ο Μπάμπης, κάθεται στον καναπέ, η Σούλα βάζει μουσική, ανάβει ένα αρωματικό κερί, σκύβει πάνω του με νόημα και τον ρωτάει ψιθυριστά: — «Λοιπόν... πώς τον πίνεις τον καφέ σου;»
Κι ο Μπάμπης, χωρίς να πάρει χαμπάρι το σκηνικό, της απαντάει όλο ειλικρίνεια:
— «Σκέτο, Σούλα μου!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου