Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

«Ο …ΔΑΝΔΗΣ!.».- Γράφει ο Μπάμπης Κ.Μώκος

Νο 15.Από την νέα ενότητα «ΑΤΙΜΗ…ΚΕΝΩΝΙΑ !»Του Μπάμπη Κ.Μώκου.
Άμα είσαι δανδής,* είσαι δανδής, πάει και τέλειωσε. Ούτε παραπάνω ούτε παρακάτω. Σε ευλόγησε ο Πανάγαθος, σου έδωκε η φύση παράστημα και ομορφιά και σε… αμόλησε στην κοινωνία. Το νά’σαι όμως δανδής είναι …επιστήμη!. Πρέπει να είσαι σε …όλα!. Αλλιώς δεν είσαι πραγματικός. Είσαι… γιαλαντζί!,…μουσαντένιος!.

«Είχα ένα ριγέ σακκάκι διπλοσταυροκουμπωτό
το  φορούσα με μεράκι και ερχόμουν να σε δώ…!’.


Άκουγε και ξανάκουγε το τραγούδι ο Μίλτος ο Σίρουλας, ο κατά τα άλλα αποκαλούμενος και…«μάστορας!». Σκέφτονταν περασμένα μεγαλεία, ερευνούσε το παρόν και…εχάρασε το μέλλον!.
Γύριζαν στο μυαλό του σκέψεις  και σκέψεις και αναλογίζονταν πως ήταν και πώς… έγινε.

Όσο ζούσε η μακαρίτισσα η κυρα Φανή η μάνα του, την είχε τρελάνει.

-Μάνα θέλω τα ρούχα μου στην πέννα. Και …παπούδιαζαν στη σκάφη τα χέρια της κυρα Φανής να… ξηγιέται …μοντελάκι και..νάρκισσος ο Μίλτος.

Μέχρι …υποχόνδριος  με το καλό ντύσιμο ο…δικός σου.
Κάτι Ψιλοδουλιές-…ψιλοαρπαχτές  στην πιάτσα, κάτι κόλπα κοντραμπαντζίδικα με κοσμήματα, τό’λεγε από μικρός, μεγάλωσε, μπήκε στο…γκεζί, στην πιάτσα και…κορδωμένος, το …διαλαλούσε περήφανα:

-Να δουλέψω; Τι λέτε ρε, γιατί να δουλέψω; Οι χαζοί και τα …ρολόγια δουλεύουν!. Την άκρη εγώ θα την βρω.

Και τη βρήκε.

Και…μοστράριζε ο …δικός σου στην πιάτσα με μια τσάντα, τάχα μου κοσμηματοπώλης. Και γύριζε τις γειτονιές, τον χάζευαν κάτι χαζοκόριτσα πουλούσε μπίρ-παρά τα …κλεψιμέικα και όλα …μέλι γάλα.

Υπόγειος και…εκπαιδευμένος στην  μπαγαποντιά ο  Μίλτος, γνώριζε τα…κόζα, γλιστρούσε, ξέφευγε σαν…χέλι από τους…χωροφυλάκους, πασσάριζε τα κλεμένα, νταραβέρι με τους κλεπταποδόχους - 60% εμείς, 40% εσύ - κι’όλα καλά κι’ωραία!. Πολύ το…χαρτί, ανέξοδο και …ξεκούραστο.

Άλλωστε τι έκανε; Έσκαβε;

Και να…σουλάτσα, να…πασαρέλλα και να… εμφάνες και να κεράσματα στο συνάφι και να …κορίτσια, πολλά κορίτσια, έφτασε να παριστάνει και τον ειδικό περί την …γυναικολογία!

Και συμβούλευε τους πιτσιρικάδες:

-Ρε…τσόφλια, η γυναίκα ρε είναι περίεργο είδος. Σαν το…παγωτό που όσο καθυστερείς, αργείς να το φάς, τόσο…λειώνει!. Γι’αυτό, την είδες, τη τη μπάνισες, τη γουστάρισες ρε; Να της την…πέσεις!. Όρμα της ρέ!. Αμέσως όμως, όχι…αύριο!

-Θέλετε ρε  να γεμίσετε, να…φουλάρετε…γκόμενες; Έτσι θα κάνετε, αυτά θα λέτε και έτσι κι’έτσι και…κοκορέτσι!. Κι’αν έχετε…απορίες, εδώ είμαστε!
Το πρώτο όμως, θα ντύνεστε ωραία! και θα έχετε τρόπους. Το ακούσατε ρε…σκύβαλα; Αντιλαβού;.

Και πλασσαρίζονταν στην πιάτσα…μοντέλο…φιγουράτος και σαν εραστής περιούσιος!.

Δεν ήθελε και πολύ κι’απ’αυτά κι’απ’αυτά του βγήκε το… παράνομα : « Μίλτος ο…Δανδής ο…Μάστορας!».

Από….σπουδές και…γράμματα, μέχρι…τρίτη…δημοτικού και…στάσιμος. Δανδής δεν ήξερε τι σήμαινε, όμως του καλοάρεσε του δικού σου το …προσωνύμιο. Πήρε απάνω του, πίτσι-πίτσι, κατακτήσεις και κόντρα κατακτήσεις, μέχρι που, παραμάσχαλα με την τσάντα βρέθηκε ένα μεσημέρι στα Ταμπούρια.

Μαζεύτηκαν οι γυναίκες, μοστράρισε την πραμάτειά του ο Μίλτος, κάνα δυο αγόρασαν κάτι …βρονταλίδια, ώσπου ακούστηκε από κάποια η φωνή:

-Και κύριε Μίλτο, πόσο έχει αυτό το σταυρουδάκι;

Γύρισε το βλέμμα του ο Μίλτος και έπαθε…ντουβρουντζά, έμεινε …κόκκαλο!. Τέτοια γυναίκα, τέτοια μυστήρια θεϊκή ομορφιά δεν είχε ξανααντικρύσει. Ποτέ, μα ποτέ.

Και τον έπιασε η …γαλαντομιά του:

-Κυρία, αφού σας αρέσει τόσο πολύ σας το χαρίζω. (Τι είχε να χάσει, μήπως το είχε πληρώσει; Κλεμμένο ήταν!).

Γουστάριζε και πολύ… γουστάριζε!.

Γύρισε σπίτι του και δεν είχε ύπνο. Κι’αφού πρώτα βγαίνει η ψυχή και ύστερα το…χούι, το’ βαλε πείσμα, αμέτι-μουχαμέτι να μάθει ποια ήταν, να την ψάξει, να τη βρει, να την ξαναδεί.

Γι’αυτό και την άλλη ημέρα ξαναβρέθηκε στη γειτονιά, ρώτησε και του είπαν:

-Καλέ, αυτή η κοπέλλα λέγεται…έτσι και η μάνα της Σμυρνιά. Εδώ παρακάτω μένουνε.

Τρελλαμένος…ζαλισμένος στην περιέργεια ο Μίλτος, τον…  έτρωγε, να βρει αφορμή να την ξαναδεί. Και… εξυνε την …γκλάβα του, το…τσερβέλο του, μέχρι που του ήρθε η ιδέα. Και την άλλη μέρα περιποιημένος, καλοντυμένος στο…καντίνι, σταυροκουμπωμένος…τσίφτης, βρέθηκε φάτσα στην πόρτα της.

-Καλημέρα σας. Με θυμάστε; Που σας έδωσα προχθές το σταυρουδάκι;

-Καλέ, πως, ναι και βέβαια.

-Να με συγχωρείτε αλλά, ξέρετε, ξέχασα να σας δώσω και την αλυσίδα.

-Καλέ, τι λέτε τώρα, δεν ήταν ανάγκη. Άλλωστε δεν έχω πως να σας την πληρώσω.

-Πως, δεν είναι ανάγκη; Γίνεται σταυρός χωρίς αλυσίδα; Όσο για πληρωμή μην νοιάζεστε, σας την χαρίζω κι’αυτή, πάνε μαζί. Ήθελα όμως να σας πω και κάτι άλλο.

-Ο,τι θέλετε.

Μάστορας στην…παρόλα, το…παραμύθι και το…λακριντί ο δικός σου, το…ξεφούρνισε:

-Ξέρετε, μου έχετε κάνει εντύπωση, μεγάλη εντύπωση, ιδιαίτερη. Και θα  ήθελα να σας προσφέρω ένα καφέ,αν  δεν έχετε αντίρρηση. Πάρτε το τηλέφωνό μου κι’όποτε έχετε ευχέρεια…Τώρα που γνωριστήκαμε. Δεν μου είπατε όμως το ονοματάκι σας;

-Σιμέλα με λένε, είναι όνομα σμυρνέικο, απ΄εκεί καταγόμαστε. Σας ευχαριστώ πολύ για όλα.

Και τηλεφωνήθηκαν και…συναντήθηκαν και τα είπαν και μια και-δυο και…έδεσε το…γλυκό! Και βόλτες και σουλάτσα και μαγαζιά και δωράκια, όλα για τη Σιμέλα. Και την μοστράριζε στην πιάτσα ο δικός σου και καμάρωνε σαν …γύφτικο σκεπάρνι και ζήλευε και απορούσε το συνάφι:

-Ρε που την βρήκε αυτή τη γυναίκα ο… κερατάς; Τι…πράμα είναι αυτό;

Έλειπε κι’ όλο …έλειπε η Σιμέλα απ’το σπίτι, μήνες τώρα τράβαγε αυτό το…βιολί και μια μέρα την…καθισε στο σκαμνί η μάνα της για τα…έτσι, τα…αλλιώς τα…γιατί και τα …διότι. Άσε που… ξαμολύθηκε να μάθει το ποιόν του Μίλτου. (Έτσι είναι οι Σμυρνιές! Μην …μπείς στη…μύτη τους!!. Είναι καλές και…άγιες, άμα…στραβώσουν όμως;).

Και κατέβηκε στην πιάτσα και πήρε…ραπόρτο για τον …κύριο.

Και τα έμαθε όλα, μα όλα. Και με τον τρόπο της τα είπε στην κόρη της.

-Με ποιόν πήγες και έμπλεξες κορίτσι μου; Ξέρεις τι είναι αυτός; Απε πού θα πάρεις…τζόγια μου; Αυτόν θα κάμεις…γιαμπουκλού;

-Τι λες καλέ μαμά, ο άνθρωπος είναι κύριος!

-Κύριος είπες; Παλιάνθρωπος, κλέφτης είναι παιδί μου, με καταδίκες. Και μεγάλο το κακό που μας έκαμε, που σε …χάλασε!. Αλλά έχω…ράμματα για τη…γούνα του!.Θα μου το πληρώσει. Εσύ, από σήμερα και πέρα απ’το σπίτι, ούτε…ρούπι!, Σουλάτσα και …κατσαμάκια τέλος. Όπου μας γέμισε η γειτονιά…αβανιές!. Μπαλαμούτι…τέλος!.

Στην…αναβροχιά και σε «κατ’οίκον περιορισμό» κλεισμένη …σκασμένη η Σιμέλα.

Κι΄ύστερα, η γεροσμυρνιά όλο μίσος τράβηξε κατά αστυνομία μεριά:

-Το και…το. Έρχεται στη γειτονιά, παριστάνει τον κοσμηματοπώλη, αυτά που πουλάει είναι κλεμμένα, παρασέρνει και …χαλάει τα κορίτσια του κόσμου. Τα ίδια έκαμε και στην κόρη μου, στο…καινάρι μου. Μας ντρόπιασε. Όπου δεν έχουμε τσακάτι (μέτωπο), δεν έχουμε χτιμπάρι (εκτίμηση) να βγούμε παραόξω στην κοινωνία και στη γειτονιά. Που κακό χρόνο νά’χει. Κύριε αστυνόμε να τον τιμωρήσετε. Ξέρετε εσείς!.

Η καψούρα είναι …καψούρα  και ο Μίλτος ξαναβρέθηκε στη γειτονιά.

Και άπλωσε την …πραμάτεια, περιμένοντας. Κι’εκεί που περίμενε τη Σιμέλα, βρέθηκε ζωσμένος από δύο …ασπρούλες. Περάστε, που διαμένετε και που…κατοικείτε, τι είναι αυτά που πουλάτε κι’ ελάτε να μας τα πείτε και να τα…δικαιολογήσετε. Και τα…είπε και τα μολόγησε όλα. Στη φόρα οι κλεπταποδόχοι, στη φόρα κι’από ποια μαγαζιά, από πού τα κλοπιμαία, και
κατά πως γίνονταν η …δουλειά. Τα πάντα …ξερασμένα με το …νί και με το…σίγμα.

Κι’ύστερα …ήρθαν οι μέλισσες!. Αλλά δεν ήταν …μέλισσες. Σφήκες ήταν!

Φαρμακερό το κεντρί!.Ίσα με 6 χρονάκια, καθ΄ότι …υπότροπος..

Και κάθεται τώρα στον καφενέ ο Μίλτος, μονάχος, αδυνατισμένος…σημαδεμένος από την 6χρονη κλεισούρα, αποκαμωμένος…σταφιδιασμένος.

Κανα-δυό ημέρες τώρα, βγαλμένος από την ψειρού, πίνει τον καφέ του…κατινιασμένος, απελπισμένος και σκεφτικός, ακούει το «σακκάκι το σταυροκουμπωτό», ο νους του στη Σιμέλα και μονολογεί:

-Όντως, περίεργο είδος αυτές οι γυναίκες!.-

Του Μπάμπη Κ. Μώκου

*δανδής ο [δanδís] Ο8 : άντρας που ντύνεται και συμπεριφέρεται με εξεζητημένη κομψότητα.
[λόγ. < γαλλ. dandy < αγγλ. dandy (ορθογρ. δαν.)]


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Σελίδες

NEXT PAGE