Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

«ΤΑ…LOGISTICS !”. Γράφει ο Μπάμπης Κ.Μώκος




Νο 11. -Από την νέα ενότητα «ΑΤΙΜΗ…ΚΕΝΩΝΙΑ !». Του Μπάμπη Κ.Μώκου.
«Είμαι του δρόμου το παιδί το παραπονεμένο,
που σαν σκυλάκι κάθομαι στους πάγκους το καημένο! 
Το κρύο έχω πίκρα μου, η ζέστη ειν’ η χαρά μου. 
Του καθενός το θέλημα ειν’ η παρηγοριά μου! ».
Έπαιζε το τραγούδι του Βαγγέλη του Παπάζογλου στο ραδιόφωνο και κάποιοι απ’ την παρέα κούνησαν συγκαταβατικά το κεφάλι τους, σκυμμένοι, συγκινημένοι ,σκεφτικοί και…βέρντζινοι!
 Η  κουβέντα στο…φόρτε. Λογάς και…προπέτης ο Αντώνης, τους διέκοπτε  όλους, μα όλους και δεν άφηνε κανένα να μιλήσει..

Μισοήπιε το ούζο του, άναψε τσιγάρο  ο Μήτσος  ο Ανυφάντης, σαν να πειράχτηκε…πετάχτηκε…φόρτωσε και μίλησε: 
-Και τι κάνεις έτσι ρε Αντώνη; Τι τσαντίζεσαι; Να μην πούμε δηλαδή κι’εμείς την κουβέντα μας; Τι κάναμε δηλαδή; Τον …Βασιλιά βρίσαμε; Αποπαίδια είμαστε δηλαδή; Μια ζωή στην …ξέρα,στη μιζέρια και στο…ζήτα είμαστε. Έχεις τίποτα να μας πείς; Που μας κάνεις και τον αρχηγό;
Και είπε ο Αντώνης ο… Μάγγουλας, ο επονομαζόμενος και… ποντικός!:
-Μάγκες όταν μιλάω εγώ, μιλάει ο… Πάπυρος Λαρρούς, γι’αυτό, τουμπεκί και δώστε προσοχή στην …ακρόαση:
-Να δώσουμε.
-Το …μέλι στέρεψε, γι’αυτό οι…μέλισσες πρέπει να βγούν στη γύρα για…ζάχαρη. Έρχεται και χειμώνας.
Άκουγε η παρέα, άκουγε κι’ο Μήτσος  τα καθέκαστα και ζήτησε εξηγήσεις.
-Σπάστα ρε Αντώνη και …ξαναρίχτα, να πάρουμε χαμπάρι.
Καλόπαιδο ο Αντώνης, τον ήξεραν κι’οι πέτρες, δεν είχε αφήσει ..δουλειά που να μην είχε κάνει.. Και κοντραμπαντζής και …κασσαδόρος και…παπαντζής και …τσιλιαδόρος και …πόρτα σε μαγαζιά της νύχτας και στις λαϊκές εμπόριο…λευκών ειδών (τι εμπόριο δηλαδή, κλεμμένα και κατασχεμένα, κάτι κάλτσες, κάτι σώβρακα εμπριμέ, κάτι τζιν ξεβαμμένα για τις γυναίκες, κάτι σουτιέν και κιλότες εξτρα-λάρζ για…παχουλές –τάχα μου-κάτι παλιοσέντονα και τα… τοιαύτα). Μέχρι και…λοταρία στο ημίχρονο με ψάρια στου Καραΐσκάκη ο Αντώνης. Στην παρανομία …καθηγητής και στην κομπίνα…πρύτανης!.
Τέρτσος,ταπί και …ψύχραιμος,την… έψαχνε να…σαλιώσει ο καταπιόνας του.
Πήρε και το μήνυμα από τη Σούλα (όλοι αυτοί έχουνε και από μια Σούλα!):
-Αντωνάκη, δεν πάει άλλο, ψοφήσαμε στην πείνα. Η τα φέρνεις και …γελάμε μαζί η δεν τα φέρνεις και…κλαίς μονάχος σου.
Σε αδιέξοδο ο Αντώνης, μέχρι που σκέφτηκε και κατέληξε:
-Μάγκες, ό,τι ξέραμε, ξέραμε, τα πράγματα άλλαξαν.
-Δηλαδή;
-Τι δηλαδή, σήμερα μόνον η τεχνολογία μπορεί να σώσει την κατάσταση.
Και προχώρησε στην εξήγηση :
-Ξέρετε ρε τι σημαίνει Logistics; Έχετε δεί κάτι αυτοκίνητα που κάνουν διανομή –εφοδιάζουν κάποια μαγαζιά με τρόφιμα αλλά και άλλα προϊόντα;
-Ξέρουμε.
-Ε’ σ’αυτά ο οδηγός, ο υπάλληλος έχει ένα μηχανάκι σαν μεγάλο κινητό που τσεκάρει τις παραγγελίες, βγάζει τον λογαριασμό, πιστώνει η πληρώνεται και αμέσως η κεντρική αποθήκη έχει γνώση της κίνησης-του τζίρου ηλεκτρονικά.
-Και λοιπόν;
-Τι λοιπόν; Η δουλειά είναι να βρούμε λύση να …σκαλίσουμε, να…μπερδέψουμε το μηχανάκι.
-Και λοιπόν;
-Τι λοιπόν; Σακουλεβού; Το θέμα είναι, άλλα να γράφει το μηχανάκι και άλλα να φθάνουν στην κεντρική αποθήκη. Αν το πετύχουμε, και είδη θα περισσεύουν και …μπακιόκο θα περισσεύει και ούτε γάτα, ούτε ζημιά. Εχω και τον οδηγό σε εταιρεία διανομής, έχω και τον τεχνικό που μπορεί να το κάνει!
Χρυσάφι σας λέω!
-Είστε;
-Είμαστε.
Πήρε δρόμο ο Αντώνης να μιλήσει στον κ.Καθηγητή. Ηλεκτρονικός μέγκλα ο κ.καθηγητής, μπλέχτηκε σε κάτι προσωπικά δεδομένα, πιάστηκε, μαρτύρησε, έφαγε 3 χρονάκια και τώρα ρέστος  και, την…τύφλα του, ζούσε με φραγκοδίφραγκα και ..κατρούτσα στην Πειραική, θαμώνας στα μικροκούτουκα.
Αλλά αυτά ήταν …χθεσινά!
Παλιά γνωριμία από την φυλακή, πήγε και τον βρήκε ο Αντώνης.
-Κύριε καθηγητά μου!
-Καλώς τον Αντώνη.
-Στη φιλία μας, στο κιμπαρλίκι μας, μπορώ να σου πω δύο έμπιστες κουβέντες;
-Και βέβαια ρε Αντώνη, ξένοι είμαστε;
-Έχω ένα σχέδιο, το και το, μπορούμε να σκαλίσουμε το μηχανάκι, γίνεται;
-Και βέβαια γίνεται, όλα γίνονται. Αρκεί για ένα απόγευμα να έχω το μηχανάκι. Και που είσαι; Θα σε ..φτιάξω, αλλά εγώ …Αλέκος, δεν είδα, δεν  ξέρω τίποτα, φυλακή δεν ξαναπάω.
Μπέσσα;
-Μπέσσα.
Δούλευε σε εταιρεία logistics o Θάνος, πρωτεξάδελφος της Σούλας, τον έψησε ο Αντώνης (τα λεφτά είναι καλά, θα δεις), πήρε το μηχανάκι, το πήγε στον καθηγητή ,το…εξέτασε, το…σκάλισε εκείνος και όλα πρίμα!
Έκανε διανομή ο Θάνος, έγραφε τις επιστροφές, καταλογίζονταν στο κεντρικό λογιστήριο-στα κομπιούτερ, αλλά στην αποθήκη …πάπαλα.
Φόρτωνε τα επιστρεφόμενα, η παρέα, τα μοσχοπούλαγε και πέρναγαν αυτοί καλά, μέχρι…..
Μέχρι που ήρθε η μέρα της απογραφής και έγινε το …σώσε. Εμπορεύματα αξίας  300.000 ευρώ καταχωρημένα στην αποθήκη, αλλά η αποθήκη άδεια στην …ορφάνια!
Τότε ήταν που ψάχτηκε ο ιδιοκτήτης της εταιρείας. Από τον αποθηκάριο, μέχρι τους οδηγούς και τους πελάτες.
Και μπήκε στο σύστημα-στα κομπιούτερ ο γιός του που ήταν σπουδαγμένος στα ηλεκτρονικά. Ψάχτηκε για τα πάντα και έφθασε στον κωδικό του Θάνου. Κι άρχισαν να αναβοσβήνουν κάτι κόκκινα φωτάκια! Πήρε και το μηχανάκι του, το έψαξε και έτσι κι’ετσι και …κοκορέτσι!
Στην Ασφάλεια ο Θάνος, αυτά μου είπαν να κάνω, έτσι τα έκανα, αυτοί είναι που μου τα είπαν, έτσι έγινε και …γράμματα… δεν γνωρίζω!..
Γελούσε το ακροατήριο.
-Και τι κάναμε Κε Πρόεδρε, την Τράπεζα Ελλάδος κλέψαμε; Μικροπράγματα κάναμε να τη βγάλουμε. Να έτσι για τα… βασικά!.
Έλεγε τα δικά του ο Αντώνης, είπαν ότι είχαν να πουν και υπόλοιποι .
Και γυρίζοντας μετά τη διακοπή το δικαστήριο έκανε μια 15άρα… δώρο σε όλους, μα σε όλους. Μόνο ο καθηγητής γλύτωσε. Και πήρε το δρόμο για το
κουτούκι , έβαλε στο τραπέζι δύο ποτήρια,  τα γέμισε, τσούγκρισε το δικό του με το άλλο και ψιλομουρμούρισε:
-Άντε ρε Αντώνη και …καλή κοινωνία!  Η μπέσσα είναι…μπέσσα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σελίδες

NEXT PAGE