Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

«Η…ΡΗΝΟΥΛΑ!...». (Γράφει ο Μπάμπης Κ.Μώκος)

Νο 8.-Από την νέα ενότητα «ΑΤΙΜΗ…ΚΕΝΩΝΙΑ!!».Του Μπάμπη Κ.Μώκου.
Θυμαστή, διαλεχτή…ξομπλιαστή, γιορτινή …ζυμοκουλούρα με…κεντίδια ένα σωρό φάνταζε η Ειρήνη.
Και…πλουμιστή, καμαρωτή διάβαινε το δρόμο και τα στενά…αέρας δροσερός και πραγματικός. Και στο πέρασμά της, σηκώνονταν απ΄τον…καημό, το θαυμασμό και τον…νταλκά…λιγωμένα τα πλακόστρωτα!.

Το Ειρηνάκι και το Ειρηνάκι, για δαύτη ολημερίς αυγάτιζαν τον καλό το λόγο τους όλοι στο χωριό. Όπου, ελόγου της…παθημένα τα κοπέλια, παθιασμένα και…ξεκουτιασμένα έπλαθαν απάνω της όνειρα και…αναστεναγμούς και …σχόλια:
-Μα τον Χριστό και τους Αγίους, τι πράμα είναι τούτη;
Όπου ήτανε φαίνεται σχόλη  για τον Πανανάγαθο που βρήκε τον καιρό και τη σμίλεψε με ομορφιά περίσσια;

Κρασί…διαμάντι, παλιωμένο, 18άρικο, μπρουσκάτο, παινεμένο, βαθύ κόκκινο σαν αίμα φάνταζε η Ειρήνη στο χωριό.

Να το πίνεις, να…πιπερίζουν τα ακρόχειλά σου, να γεύεσαι αρώματα φρουτένια κάθε λογής, μοσχομυριστά και ν’ανοίγουν στο μυαλό…δρόμοι για πονηρά διαβολεμένα…ονειροκρατήματα, για…αναστατώσεις και…μπερδέματα!.

«Τούτη, να κάμω ταίρι μου κι’ύστερα ας ποθάνω.!. Οπου είναι τόση η γλύκα της, δεν έχει παραπάνω!».-

Μουζουρού!* και…τσαχπινοβάδιστο, λαμπαδοχυτό, σεμνό και…βελουδένιο το κορίτσι, καβάλα στο απογευματινό αεράκι η…ξομπλιασμένη μυρωδιά του, ζάλιζε, ξεσήκωνε και…αποτρέλλαινε τα σερνικά.

Και σχολίαζαν με σοφία οι γεροντότεροι: «Χαρά και ευτυχία σ’όποιο τυχερό κοπέλι θα κατέχει τούτο το θησαυρό»!. Και ένας άλλος συμπλήρωνε:

«Ωρέ σύντεκνε, κατέχεις δα, τούτο το θηλυκό με την ομορφιά του θα μας εφέρει συμφορές!».

Χοντροφλεβάτη με αίμα που βράζει η κρητική φύτρα. Αρκεί μια σπίθα και νά΄ρθουν τα πάνω – κάτω. Μέχρι που η φιλία να γίνει έχθρα, η συμπάθεια μίσος, η εκτίμηση κατηγόρια και διαβολή, ύστερα αντεκδίκηση, χειροδικία, μέχρι που δεν αργεί νά’ρθει το κακό, μάνες να μαυροφορεθούν, σπίτια και οικογένειες να διαλυθούν. Είναι αυτό που στο νησί το ονοματίζουν βεντέτα!

Μεγάλωνε έφτασε τα 19 η Ειρήνη κι’όσο…ψώμωνε, τόσο μεγάλωνε για ελόγου της το πάθος των αρσενικών. Αυτή όμως, με τον…τρόπο της, τον γαλίφικο, τον…κατσαμάκικο!, ούτε σημασία.

Μέχρι και στοιχήματα έβαζε ο κάθε επίδοξος…μνηστήρας!

-Να δείτε ρε που εγώ θα τη…ρίξω. Θα τη φέρω…βόλτα!. Αφού γουστάρει ρε, το έχω δεί, το έχω καταλάβει κι’εγώ έχω τον τρόπο!.Θα…δείτε!.

Έλεγαν κι’άλλα μέχρι που ήρθε το καλοκαιράκι. Ηρθε κι’ο Μανώλης του Σφακάκη απ’τον Περαία…συγυρισμένος κι’ομορφόπαιδο.

Μαζεύτηκε η παρέα, παλιοί φίλοι, γειτονόπουλα, μαζί μεγαλωμένοι και…αδελφοποιητοί!. Είπαν να το γλεντήσουν, να τα πιούνε και να τα…πούνε.

Στις ρακιές και στη… βράση, άρπαξε κι’ο Μανωλάκης την κιθάρα, μεράκλωσε και…

«Το κορίτσι σου κυρά μου
με τη μαύρη την ελιά.

Δεν βαστώ πια δεν αντέχω
θα στο κλέψω μια βραδυά!».


                       *
«Τ’αντρού του πρέπουν δυό καρδιές
η μιά νάναι η δικιά του

κι’η άλλη νάν’ τση όμορφης
που θα βρεθεί μπροστά του!».

Είπε κι’άλλα και τι δεν είπε ο Μανώλης, μέχρι που εκείνο το βράδυ περνούσε κάποια στιγμή απ’την πλατεία η Ειρήνη. Μόλις την είδε, κάτι σαν να του…ήρθε, σαν…ηλεκτροσόκ, παραλίγο να του φύγει η κιθάρα απ’τα χέρια. Ήπιε δυο ρακιές μονοκοπανιά, ήρθε στα…ίσα του κι’ύστερα ρώτησε:

-Τι είναι, ποιανού είναι αυτό ρε, τι πράμα είναι αυτό ρε; Πώς τη λένε;

-Ειρήνη.

Και ξαναπήρε την κιθάρα ο Μανώλης και το…ταίριασε:

«Ερηνάκι για την ομορφιά σου
τριγυρίζω μεσ’τη γειτονιά σου,

τραγουδώ πονώ και κλαίγω
τον καημό μου και σου λέγω…!».

                            *
 «Μ’έχει…λολό το Ερηνάκι
με το μουσμουλί γοβάκι.

Αχ,του μιλάω, δεν μου μιλιέται
σκάει απ’ τα γέλια κι’όλο κουνιέται!»..

Μάρκα και…καθηγητής στο λακριντί …φάτσα ο Μανωλάκης (σ’αυτά ο Πειραιάς είναι…πανεπιστήμιο!), πέρασαν κάνα-δυό ημέρες και στήθηκε περιμένοντας να ξαναδεί την Ειρήνη. Και τη βρήκε και της μίλησε.

-Δεν με θυμάσαι πιο; Ο Μανώλης του Γιάννη του Σφακάκη είμαι. Που μικρά επαίζαμε μαζί με τον αδερφό σου τον Μιχάλη τση αμάδες;

Κάτι θυμήθηκε η Ειρήνη και ρώτησε:

-Δεν σ’έχω ξαναδεί εδώ. Τί κάνεις τώρα, πως και βρέθηκες εδώ;

-Διακοπές. Είπα να ιδώ τους συγγενείς και κανένα φιλαράκι. Μα άλλα περίμενα να δω και άλλα είδα, άλλα συνάντησα.

-Και τι είδες δηλαδή, τι συνάντησες;

-Να, πως τη λέγαν αυτή του Ερωτόκριτου; Την Αρετούσα ντέ, αυτή συνάντησα!.

-Και που, πότε τηνε βρήκες, που τηνε συνάντησες βρε Μανώλη;

-Τώρα δά τηνε συνάντησα, την έχω μπροστά μου και της μιλώ!.

-Έλα βρε Μανώλη, σαν πολλά τα λες.

Ροδάνι…λυμμένη η γλώσσα του Μανώλη, της είπε κι’άλλα, πολλά, είπαν να τα ξαναπούν και λίγο πριν χωρίσουν…της το…πέταξε:
-Μωρέ Ρηνούλα να, έχω να σου πώ μια μαντινάδα. Να στηνε πώ;

Να, εδώ στα χείλη την έχω.

-Άμα πρέπει.

«Εμέτρησά μου τση σφυγμούς
και βγήκανε διακόσιοι,
μα τώρα δα που σου μιλώ
εφθάσαν …οκτακόσιοι!»

-Καλή Μανώλη, πολύ καλή!

-Επαέ θα την κάμω και τραγούδι. Για σένα!.

Κατακοκκίνισε η Ειρήνη, σαν πιπεριά Φλωρίνης, έσκυψε το κεφάλι και είπε:

-Άντε Μανώλη μου σε χαιρετώ, βιάζομαι να γυρίσω σπίτι. Άμα το φέρει η ώρα θα τα ξαναπούμε.

Ύστερα χάθηκε στο στενό με…καρφωμένο στο μυαλό της εκείνο το «Για σένα!». Κανείς μέχρι τώρα δεν της τό’χε ξαναπεί!. Αμ’ εκείνο το …«Ρηνούλα!»;

Μια, δυο, τρεις, πολλές φορές συναντιόντουσαν η Ειρήνη με τον Μανώλη. Τα κουτσομπολιά στο φόρτε. Μικρό το χωριό, μεγάλος ο…ντόρος!.

Είναι τώρα μια παρέα στο καφενείο που τα πίνει ώρες. Μαζί και ο αδελφός της Ειρήνης.

Απροσανατόλιστος, χαμένος, σε βαθύ μεθύσι, ο Γιάννης ο Σεφτάκης, αψύς τζαναμπέτης και εγωιστής, που …πετάει την κουβέντα:

-Ωρε σύντεκνοι, σπίρτο και φωτιά καίει τα σωθικά μας. Νά,’χαμε ρε τώρα-δά, μια …Ειρήνη να μας τη σβήσει!.

-Για ποια Ειρήνη μιλάς σύντεκνε,τι αηδίες είναι αυτά που λές.

-Να ρε σαν εκείνη την Ειρήνη του Γιακουμάκη, τη χαμηλοβλεπούσα, την τσούλα που έχει …ξεδιψάσει ούλο το χωριό. Αυτή ρε που δεν πάει με τση άντρες, που …ξεγυρίζεται με τση…κοκκοβιούς ρε.

-Τι είναι αυτά που λές ρε;

Δεν πρόλαβε ένας απ’την παρέα να πει το «τι είναι αυτά που λές ρε!» και σαλτάρισε πάνω στον Σεφτάκη ο Μιχάλης ο αδερφός της Ειρήνης.

-Τι είπες ρε κερατά, ρε αφορδακέ; Για ποια Ειρήνη μιλάς ρε; Είναι τσούλα η αδερφή μου ρε και θέλεις να σε…ξεδιψάσει; Ξεδίψασμα θέλεις ρε αληταρά; Απ’την αδερφή μου ρέ; Πάρτο ρέ!. Να …ξεδιψάσεις μια και καλή ρε!.

Δέκα μαχαιριές από διχαλωτή 12ποντη «σαίτα» έφαγε ο Σεφτάκης, ποτάμι-πλημμύρα το αίμα, φασαρία, κακός χαμός και…τέλος..

Μια ανήσυχη…ηρεμία έπεσε στο χωριό, «πήραν τα πράγματα το δρόμο τους», έφαγε 10 χρόνια ο Μιχάλης, αλλά οι Σεφτάκηδες το…κράταγαν.

Όπου μια μέρα βρέθηκε μέσα στα αίματα ο πατέρας της Ειρήνης, τελειωμένος. Πέντε οι πιστολιές είπαν οι…ειδικοί.

Δεν χρειάστηκε και πολύ να ψάξουν οι αστυνόμοι για τον δράστη. Εδώ τα πράγματα…φώναζαν. Και «ξαναπήραν τα πράγματα το δρόμο τους». Ένα δρόμο δίχως τελειωμό. Απ’το…ξεκαθάρισμα ως το…ξεκλήρισμα!.

Συζητούσαν τώρα στο καφενείο οι γεροντότεροι. Ένας είπε: «Τόσα και τόσα…φονικά, ωρέ Γιώργη, τόσοι σκοτωμοί για μια Ρηνούλα;»

-Στό΄λεγα, δεν στό’λεγα από τότε ωρε Σήφη: «Αυτό το θηλυκό με την ομορφιά του θα μας φέρει συμφορές»!.

Δέν στό΄λεγα; Φορές-φορές, η γυναίκα από…ευλογία, γίνεται…κατάρα!...

Του Μπάμπη Κ. Μώκου



*Μουζουρού:Λέξη της  κυπριακής λαϊκής κουλτούρας που συναντάται
 και στο λεξιλόγιο της Κρήτης.Χαρακτηρισμός πανέμορφης νέας γυναίκας,
 μελαχροινής ,με μαλλιά κατάμαυρα κατσαρά σε σκάλες μακρυά μέχρι τη
 μέση και πρόσωπο βελουδένιο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Σελίδες

NEXT PAGE