Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

«Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΧΕΙ…ΠΟΡΟΥΣ!..». Γράφει ο Μπάμπης Κ.Μώκος



Νο 10.-Από την νέα ενότητα «ΑΤΙΜΗ…ΚΕΝΩΝΙΑ !».-Του Μπάμπη Κ.Μώκου.
Είδε και απόειδε ο Δημητράκης, ο επονομαζόμενος και…«μπουκλάκιας!» (λόγω του κατσαρού του μαλλιού!).
Με ό,τι καταπιάνονταν, ότι και να΄κανε και χρυσάφι νά’πιανε…κάρβουνο γινόταν. Και το πάλευε απ’εδώ το πάλευε από ‘κεί, τίποτα, «μηδέν εις το…πηλίκιον! (όπως θάλεγε και κάποιος τέως!). Μεγάλη η …καντεμιά!.
Αδέσποτος, ρέστος και…μανούλα στην…αμάκα, πολυτεχνίτης κι’ερημοσπίτης, φίρμα στην πιάτσα, έστησε και ξανάστησε…πάγκο στη Λαϊκή με τα ζαρζαβατικά. Τίποτα. Άλλαξε την «χρήση» του…μαγαζιού, κάλτσες και κιλότες και σώβρακοφανέλλες και πάλι τίποτα. Μεροκάματο… υπό το μηδέν.

Και τον πήρε σβάρνα η απόγνωση. Δυο τάληρα στο παντελόνι, ίσα με δυο τσίπουρα και ένα …σχέτο από γιουβέτσι με σάλτσα ψητού στου Διαμαντή «Εστιατόριον η γεύσις» του επανομαζόμενου και…Κουλού!.

Ύστερα τράβηξε για το σπίτι, μα κάτι τον ενοχλούσε, κάτι…διαμαρτύρονταν εκειδά στο στομάχι. Τα γνώριζε τα συμπτώματα της πείνας ο Δημητράκης, δεν ήταν η πρώτη φορά, τον πήρε ο ύπνος και αποκοιμήθηκε.

Ξύπνησε το άλλο πρωί, ήρθε το μεσημέρι και άρχισε η κοιλιά να παίζει …ταμπούρλο!. Ατσίγαρος και αποκαμωμένος πέρασε έξω από τον Αη Νικόλα, δίπλα στο παρεκκλήσι είχαν στήσει τα…αναγκαία, κάτι πίτες, κάτι μπακαλιάρια κ.α. μετά από μια κηδεία. Μπήκε, καλοκάθησε, κανείς δεν τον ρώτησε ποιος είναι (στις κηδείες και τους γάμους δεν …ζητούν ταυτότητα)!, έφαγε έναν…σκασμό, άνοιξε συζήτηση με κάτι διπλανούς «Τι είμαστε; Τίποτα δεν είμαστε στον μάταιο τούτο κόσμο», ρεύτηκε και αποχώρησε.

Έρμαιο, χαμένος και…απροσανατόλιστος, ως συνήθως, πήρε τους δρόμους, δεν ήξερε κατά που να τραβήξει, σκυλόβρισε την…
άτιμη την κοινωνία και την άλλη μέρα ξαναβρέθηκε  μπροστά στην ίδια εκκλησία. Δυο ηλικιωμένες σφουγγάριζαν και έπλεναν την αυλή.

-Καλησπέρα.

-Καλησπέρα σας.

-Μπορώ να σας βοηθήσω;

-Αν θέλετε.

Και άρπαξε τη βούρτσα και τη μάνικα ο Μητσάρας και…έλαμψε ο τόπος.
Ήρθε και ο παπάς, απόρησε, έκανε φσσστ! από θαυμασμό και είπε:

-Μπράβο ρε γυναίκες, σήμερα τα κάνατε όλα πάστρα, ούτε κι’άλλη φορά.

-Δεν τα κάναμε μόνες μας, πολύ μας βοήθησε ο κύριος από δω.
Και ρώτησε ο ιερεύς:

-Πως και βοηθήσατε; Τι, πώς, ο καλός θεός σας έφερε από δω;

-Να, το όνομά μου πάτερ είναι Δημήτρης. Είδα τις κυρίες που κόπιαζαν και είπα να βοηθήσω. Άλλωστε δεν είχα και τίποτα καλλίτερο να κάνω.

-Δηλαδή;

-Να, είμαι άνεργος και στην ανέχεια και αν θέλετε να έρχομαι να βοηθώ την εκκλησία, όποτε θέλετε, σε όποια δουλειά θέλετε. Εγώ δεν γυρεύω τίποτα. Ένα πιάτο φαΐ γυρεύω μοναχά κι’αυτό μου φθάνει. Τίποτε άλλο.

-Ευλογημένος να είσαι τέκνον μου. Ο Κύριος θα σου το ανταποδώσει. Αν είναι έτσι, όποτε θέλεις να έρχεσαι και να βοηθάς. Όσο για το φαγητό, μην ανησυχείς, κανένα πρόβλημα. Βεβαίως και θα τρως εδώ, από τα συσσίτια του ναού μας.

Τέλειωσε εδώ η συζήτηση κι’από το άλλο πρωί «τσάμικος-ταμπάκος» ο Δημητράκης στα μέσα και στα έξω της εκκλησίας. Από την…κόλαση στον…παράδεισο!
Έπλενε την εκκλησία, καθάριζε τις δενδροστοιχίες, μέχρι που έφθασε να συγκεντρώνει τα καμμένα κεριά και να είναι υπεύθυνος για την καλή λειτουργία και τάξη στα στασίδια του ναού. 

Πρώτος στους Όρθρους, απ’τα χαράματα στην κυριακάτικη  λειτουργία, δεξί χέρι του παπά σε όλα. Και σε κάτι μνημόσυνα όπου…κυαλάριζε κάποιες καλλίγραμμες χήρες στα κατάμαυρα, που κόλαζαν…άγιο, τάχαμου να …μουτζοκλαίνε, σκέφτονταν πονηρά και έλεγε μέσα του: (Να σε πιάσω στα χέρια μου, να σου πω εγώ!).
Και περνούσαν οι μέρες, έγιναν μήνες, κάτι βαφτίσια, κάτι γάμοι, κάτι κηδείες, κάτι τρισάγια κάτι ψιλορέφες ο Δημητράκης και όλα καλά και άγια.

Ξεσκόνιζε και το παγκάρι, έπεφταν έξω από τη σχισμή κάτι μισόευρα και μονόευρα, τα κοίταζε ο Μήτσος, στρέφονταν προς την εικόνα του Αη Νικόλα  και…έπιανε μαζί του συζήτηση:

-Άγιε μου, με το μπαρντόν, τα βρήκα κάτω, άρα δεν ήταν δικά σου. Τα παίρνω με την άδειά σου για τα τσιγαράκια μου, μεγάλη η χάρη σου!.

Και ψιλοκονόμαγε ο Δημητράκης και την ψιλογάζωνε.
Και αποβραδίς έπινε τα κρασιά του στου Διαμαντή, του έλεγε τα καθέκαστα (όχι όλα), οπότε ο εστιάτωρ ένα βράδυ απεφάνθη :

-Μα τι…τζάμπα κοροιδάρα είσαι μωρ’αδερφέ μου; Τι μου λές ρε…νούμερο;
Μου μιλάς για…ψιλολόγια; Με κουράζεις!. Τί αηδίες είναι αυτά που μου λές τόσην ώρα; Στίψε ρε λίγο το μυαλό σου, βάλτο λίγο να δουλέψει, φέρτο βόλτα, ξύπνα. Η εκκλησία έχει…κονόμα. Η εκκλησία έχει…πόρους. Λεφτά ρε, πολλά λεφτά!. Ας είναι καλά το…παγκάρι. Εκεί είναι το χρήμα ρε…μπούφο!. Ο,τι πέφτει στη σχισμή, στην τρύπα. Κατάλαβες; Παίρνεις χαμπάρι ρέ;

Πήγε για ύπνο ο Δημητράκης, γύριζε από δω, γύριζε από εκεί και …κουδούνιζαν στ’αυτιά του τα λόγια του Διαμαντή. Ξαγρύπνησε, μα κάπου εκεί προς τα χαράματα τη βρήκε τη…λύση. Και ρώτησε τον εαυτό του:

-Και γιατί ρε παγκάρι να έχει μόνο η εκκλησία; Τι έχει εδώ ο Πειραιάς; Ναυτικούς μιλιούνια έχει. Θα βρώ τον τόπο και τον τρόπο και σε μια γωνιά θα ταιριάξω ένα εκκλησάκι του Αη Νικόλα και θα δείς, θα του βάλω και παγκάρι.

Βρήκε και τον Σπύρο τον χτίστη, βρήκε τη γωνιά ανάμεσα Πειραική και Τζάννειο απέναντι απ’τον Άγιο Σάββα και το ταίριασε το εκκλησάκι. Καί έγραψε κάτω απ’τον σταυρό «Ο Άγιος προστάτης των ναυτικών». Στη μέση άνοιξε σχισμή τρύπα όπου οι πιστοί θα εναπόθεταν τη…βοήθειά τους!.

Πήραν χαμπάρι οι χωροφυλάκοι την ώρα που χτισίματος και ρώτησαν:

-Τι είναι αυτό ρε παιδιά; Τι φτιάχνετε εδώ; Απαγορεύεται.

Στροφάτος στη λαμογιά και με…ρεφλέξ στην απάντηση, τάχα συγκινημένος ο Δημητράκης, το αμόλησε το παραμύθι:

- Τι απαγορεύεται κυρ αστυνόμε, ένα εκκλησάκι στη μνήμη του αδελφού μου φτιάχνουμε. Εδώ σκοτώθηκε!. Εδώ ακριβώς, πριν δυο χρόνια.

Είπε ο Δημήτρης, είπαν οι αστυνόμοι «Αντε καλά να ζήσετε να τον θυμόσαστε!» και πρόβλημα μηδέν.

Και μπαινόβγαινε κόσμος και κοσμάκης στον Άγιο Σάββα, πονεμένος και βασανισμένος και περνώντας απ’το εκκλησάκι έριχνε τον…οβολό του. Που δεν ήταν…οβολός, ήταν χρήμα, χαρτί, πολύ…χαρτί!.
Άναβε το καντήλι ο Μήτσος και έπαιρνε τα ψιλά, το…μπακιόκο των πιστών και τα… τσέπωνε για πάρτη του.
Μιά, δυό, τρείς και η δουλειά πήγαινε…ρολόι. Μέχρι που παρακολούθησε και υποψιάστηκε τη…φκιάξη ένας…διαολεμένος Κεφαλλονίτης, εφημέριος μιας διπλανής εκκλησίας και έστρωσε χαρτί και καλαμάρι το περιστατικό στον Δεσπότη:

-Το και το Μακαριώτατε. Και δεν είναι ένα απλό εκκλησάκι, έχει και παγκάρι που έρχεται κάθε τρεις και λίγο και παίρνει απ’αυτό τα λεφτά κάποιος κύριος.

Πήρε δρόμο το ζήτημα, έστησαν καρτέρι οι αστυνομικοί.

-Ποιός είστε, τι γίνεται εδώ, γιατί παίρνετε τα λεφτά που ρίχνουν οι περαστικοί στο εκκλησάκι, έχετε εξουσιοδότηση, από ποιόν και που τα παραδίδετε, που δίνετε λογαριασμό, γιατί εκμεταλλεύεστε «το φρόνημα πίστης του κόσμου» και τα…τοιαύτα.

Και βάρεσαν τα κουδούνια, ήταν και θεοσεβούμενος ο πρόεδρος στο δικαστήριο (Κλοπή-Ιδιοποίηση εκκλησιαστικής Αρχής και περιουσίας - Αρθ.372 Π.Κ.-Κεφ.154 κ.λ.π.). Ητοι κακούργημα και έτη 6 εις τον Κ.Δημήτριον Παραγιόν του Κωνσταντίνου, κάτοικον Κερατσινίου Πειραιώς.

Οι γυναίκες που πλένουν και καθαρίζουν τον ναό ρωτούν και ξαναρωτούν:

-Που να…χάθηκε εκείνος ο…καλός άνθρωπος ο κυρ Δημήτρης.

Στις φυλακές Κέρκυρας ο Δημητράκης, φτύνει τον κόρφο του, καταριέται την τύχη του, τον εαυτό του και μονολογεί:

-Αχ ρε Διαμαντή; Μ’έφαγες μ’εκείνο το «Η Εκκλησία έχει πόρους!».-
Με …καθάρισες!.-

Έμαθε τα μαντάτα και ο παπα-Γιώργης, ο πρεσβύτερος του Αη-Νικόλα και βγήκε απ’τα ρούχα του. Και πήρε δυο ατσάλινες κλειδαριές και διπλοκλείδωσε το παγκάρι της εκκλησίας. (Δεν είχε και τόση εμπιστοσύνη στην εκκλησιαστική επιτροπή!). Ύστερα τράβηξε κατά το σπίτι του μονολογώντας:

-Φύλα τα ρούχα σου για νά’χεις τα…μισά!. Δεν ξέρεις καμιά φορά τι γίνεται. Τόσα και τόσα γράφουν οι εφημερίδες!.-


Του Μπάμπη Κ. Μώκου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Σελίδες

NEXT PAGE