Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

«ΓΥΛΟΣ Ο…ΑΦΕΛΗΣ!» [Γράφει ο Μπάμπης Κ.Μώκος]

Νο 5.-Από την νέα ενότητα «ΑΤΙΜΗ…ΚΕΝΩΝΙΑ!».Του Μπάμπη Κ.Μώκου

Τσακώθηκαν στη μεγάλη ιχθυοσυνέλευση τα ψάρια, χώρισαν την θάλασσα σε ζώνες επιρροής. Είπε ο καρχαρίας: Εγώ θέλω το τάδε οικόπεδο να βολτάρω και να γουστάρω!.

Δεν είχαν οι υπόλοιποι αντιρρήσεις, εκτός απ΄τη φάλαινα. (-Θα κάθεσαι καλά, αλλιώς θα σου πάρει ο διάολος τον πατέρα!). Συμφώνησε ο καρχαρίας, πήρε τα …καρχαριάκια και πήγε κι’άραξε στα βαθειά.
Έπαιζαν παραπέρα και κάτι πέρκες …μπιρίμπα, κάποια …έκλεβε, μέχρι που πλακώθηκαν αλληλοβρίστηκαν, είπαν άει-σιχτίρ και το…διέλυσαν.

Κάτω στην τραγάνα τα μικρόψαρα παρακολουθούσαν τη συνέλευση και σκεφτόντουσαν με ποιανού το μέρος να πάνε. Κορόιδευαν από πάνω τα αφρόψαρα (ρε κορόιδα με όποιον και να πάτε στο τέλος θα σας ροκανίσουν, θα σας φάνε για…πρωινό). Και βγήκε από ‘κει το σοφόν απόφθεγμα: «Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό!».

Ο γύλος είναι ψάρι που δεν είχε την τύχη να είναι σπουδαίο, πρώτο, γι’αυτό και θεωρείται …φύρα, τιποτένιο και …χαζό. Το γνωρίζουν οι ιχθυολόγοι, το γνωρίζουν οι ψαράδες, το γνωρίζει και ο Αρτέμης ο Μπούκουρας.

Γράφει εκειδά απέναντι από τον ηλεκτρικό η επιγραφή: «Ιχθυοπωλείον  η Τράτα».
Κάθεται τώρα ο Αρτέμης και ταιριάζει κάτι χωνιά από στρατσόχαρτο και εφημερίδες, μυτερά στην άκρη κι’ανοικτά απάνω (σαν τα καπέλα της Κου- Κλουξ- Κλαν), σαν τις παλιές σαΐτες, για να… σακουλιάζει, να  βολεύει το …ψαρικό για τον πελάτη.

Περνάει κόσμος και κοσμάκης, περνάνε και κάτι κυράδες…βαρελάτες, πρωινές, απ’αυτές που όλο γυρεύουν τα ψάρια να είναι φρέσκα. -Για τα παιδιά, καλέ! (Άσχετα αν στο φινάλε τα…χλαπακιάζουν οι ίδιες).
-Και που είναι ο γαύρος που είπατε; ότι σήμερα θα έχετε κύριε Αρτέμη;. Λέει μέσα του ο Αρτέμης (-Αι-σιχτίρ, εδώ σας έχω στον πάγκο ολόκληρο τον Ατλαντικό και σεις σήμερα βαλθήκατε να μου γυρεύετε γαύρο;).

Περνάει και η παρέα, τα φιλαράκια του. Τραβάνε από κάνα δυο ούζα, αραδιάζουν σάχλες σωρό, τσεκάρουν τα θηλυκά που περνούν και κατά τα… λοιπά, ερευνούν το παρόν και…χαράσσουν το μέλλον!.

-Τι γίνεται αδερφέ;

-Τι να γίνει ρε μάγκες, κεσάτια, αναδουλειές, δεν βλέπετε;

- Όλα θα γίνουν βρέ αδερφέ, όλα θα φτιάξουν. Άντε ρε κανα βραδάκι να πιούμε και κάνα κρασί;

-Ντάξει ρε μόρτες, να το πιούμε, κανονίστε. Ε΄και μην ξεχνάτε: -Ο μεζές, τα ψάρια δικά μου.
Είπε ο Αρτέμης «και τα ψάρια δικά μου», τό’χει πει καμιά δεκαριά φορές, αλλά … φως, ούτε… λέπι.

Περνάει η ώρα, περνάει και η Κυρία Πόπη, ευκατάστατος, ευγενής και αξιοπρεπεστάτη, σύζυγος ανωτάτου δικαστικού, παρακαλώ.

-Κύριε Αρτέμη, 4 κιλά ψάρια, από τα πρώτα τα καλά-ξέρετε εσείς. Να μου τα στείλετε το απόγευμα στο σπίτι, γιατί έχω υψηλούς καλεσμένους.

-Μάλιστα κυρία μου, τα σέβη μου στον κ.σύζυγό σας.

 Του έφεξε του Αρτέμη, υπολόγισε κιλά 4χ35, ίσα με μια… κοκκινούρα, μιά…κατοσταρού και βάλε.

Πιάνει, διαλέγει τα ψάρια, φρεσκαδούρα-πρώτο πράμα-να σε παίρνει το ιώδιο στη… μούρη και να μην σ’αφήνει. Έρχεται το απόγευμα και φωνάζει τον Γιαννακό.

Είναι τώρα ο Γιαννακός το παιδί των θελημάτων. Ψιλοεπιπόλαιος, ψιλό αφελής, το παιδί για όλες τις δουλειές, αλλά πρόσχαρος σαν …κολαούζος και πάντα στη διάθεση του αφεντικού. Γι’αυτό και Αρτέμης τον λέει…γύλο!.

-Ελα’δώ ρε …λούστρο. Θα πάρεις αυτά τα ψάρια και θα τα πας στης κυρίας Πόπης, στην οδό… Η πόρτα της πολυκατοικίας είναι δίπλα στην καφετέρια «Το Στέκι».

Κατάλαβες τώρα ρε;

-Κατάλαβα.

Στρογγυλοκαθισμένη τώρα  η παρέα του Αρτέμη στο καφέ «Στέκι», απολαμβάνει τον απογευματινό της καφέ, ώσπου βλέπει να σκάει ο Γιαννακός με ένα πακέτο.

-Τι είναι αυτά ρε;

-Να, μ’έστειλε το αφεντικό να δώσω αυτά τα ψάρια εδώ δίπλα στην πολυκατοικία στην Κα Πόπη, του δικαστή.

-Άστα ρε, τράβα εσύ στη δουλειά σου, άστα,θα τα δώσουμε εμείς ρε.

-Θα τα δώσετε, σίγουρα;

-Τι σίγουρα κα ξεσίγουρα, ρε μούργο, δεν μας ξέρεις που είμαστε και φίλοι του αφεντικού σου;

-Και βέβαια σας ξέρω.

-Τότε;

Μ’αυτά και με τ’άλλα, τους δίνει το πακέτο ο Γιαννακός και την κοπανάει.

«Συνεδριάζει» η παρέα, αποφασίζει και …πέφτει το τηλέφωνο:

-Έλα ρε Αρτεμάκι, για κείνο το κρασί που λέγαμε.

-Ε, και πότε θα γίνει;

-Απόψε ρε, γύρω στις 9 στης Κυρά- Φρόσως το κουτούκι ρε.

-Έγινε ρε μάγκες, αλλά τέτοια ώρα, τώρα που με πήρατε είμαι σπίτι, δεν είμαι στο μαγαζί νά’ φερνα και κανά μεζέ, κάνα ψαράκι ρε.

-Δεν πειράζει ρε αδελφέ, κάτι θα βρεθεί. Εντάξει;

-Ντάξει.

Βράδυ γύρω στις 10 κι’από νωρίτερα η παρέα στης Κυρά - Φρόσως. «Μορφωμένο» το κουτούκι (τηγάνια 5, τραπέζια 4), νά’σου κι’ο Αρτέμης.

-Τι γίνεται ρε αλάνια; Πως κι’ έτσι, τι ξαφνικό ήταν αυτό;

-Να, είπαμε να τα πούμε και να τα πιούμε.

-Καλά ξηγηθήκατε.

Ήρθε και το κρασάκι. Είπε η Κα Φρόσω «γιοματάρι απ’ τα Μεσόγεια, καλέ!». (Σιγά μην ήταν γιοματάρι στην καρδιά του καλοκαιριού!. Χυμοπούλου ήταν!).

Ήρθαν και τα ψάρια. Κάτι μπαρμπούνια… μουστακάτα, ένα φαγκρί, δυο τσιπούρες…αλανιάρες κι’ενας σαργός… παππούς  χωρίς δόντια, αλλά…σαργός!.

-Ρε μάγκες τι είστε σεις ρε, που τα βρήκατε τέτοια ωραία ψάρια είπε ο Αρτέμης .

-Όταν έχεις φίλους;

Γέλασαν, καλαμπούρισαν, τα ήπιαν, έβρισαν την…άτιμη κοινωνία, έφθασε ο λογαριασμός και είπε ο Αρτέμης: -Παιδιά εγώ. Σήμερα πληρώνω εγώ. Και τον πλήρωσε.

Σηκώθηκαν, ρεύτηκαν και τράβηξαν κατά το τσαρδί τους .

-Ρε μάγκες, να ξαναβρεθούμε.

-Φυσικά  κι’όποτε γουστάρεις

-Να φέρω κι’εγώ εκείνα τα ψάρια!

-Έγινε.

Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα, άνοιξε το μαγαζί ο Αρτέμης και κατά τις 10 μπουκάρει σε έξαλλη κατάσταση η Κα Πόπη.

-Κύριε Αρτέμη λυπάμαι, λυπάμαι πολύ, δεν το περίμενα από σας αυτό. Σας παρήγγειλα χθες τα ψάρια. Που είναι κύριε τα ψάρια; Γιατί δεν μου στείλατε τα ψάρια και με εκθέσατε;

Κόκκαλο  ο Αρτέμης, ίσα να του’ρθει εγγεφαλικό, είπε μέσα του ένα «δεν είναι δυνατόν» και φώναξε τον Γιαννακό.

-Έλα δω ρε ηλίθιε. Τα πήγες ρε χθες τα ψάρια στην Κα Πόπη;

-Ναι τα πήγα.

-Της τα έδωσες στην ίδια, στο σπίτι της, στα χέρια της;

-Να, δίπλα απ’το σπίτι της στην καφετέρια ήταν τα φιλαράκια σου, η παρέα σου και προσφέρθηκε να της τά δώσει αυτή.

-Και τά ‘δωσες σ’ αυτούς ρε, σ’αυτούς τά’δωσες;

-Ναι σ’αυτούς τά ‘δωσα.

-Αμάν, θα σε σκοτώσω.

Και τότε κατάλαβε και πάει να σκάσει. Δεν ήταν που του την έκαναν τα φιλαράκια του. Ήταν πως! του την έκαναν. Έφαγε τα ψάρια τα δικά του και τα πλήρωσε κιόλας. Αυτό ήταν που τον τρέλαινε. Και θυμόταν το μάγκικο το ρητό της πιάτσας: «Δεν είναι για τη…μαχαιριά, αλλά γιατί να μου σκίσουν το…σακκάκι;».

Τώρα ποιος ήταν ο γύλος;

Ο Γιαννακός ήταν ο γύλος;

Του Μπάμπη Κ. Μώκου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σελίδες

NEXT PAGE