Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

Αιτωλία & Ακαρνανία: Αρχαία ιστορία-Πολιτισμός

ΛΙΘΙΝΗ ΕΠΟΧΗ
Ολόκληρος ο χώρος της Αιτωλίας και Ακαρνανίας είναι κατοικημένος τουλάχιστο από την Παλαιολιθική εποχή, όπως μαρτυρούν τα εργαλεία από πυριτόλιθο που ανακαλύπτονται κύρια στις παραλίμνιες και παραποτάμιες περιοχές.

Η ζωή συνεχίστηκε και κατά την Νεολιθική εποχή όπως μαρτυρούν λίθινα εργαλεία αλλά και σπήλαια με νεολιθική κεραμική. Στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αγρινίου εκτίθενται νεολιθικά ευρήματα από σπήλαια της Ακαρνανίας (Αγίου Νικολάου Αστακού και Βιρίνας Αρχοντοχωρίου).

ΜΥΚΗΝΑΪΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

Η πεδινή ζώνη μεταξύ του Εύηνου και του Αχελώου, όπως μας πληροφορεί ο Όμηρος, ήταν η Μυκηναϊκή Αιτωλία. Οι δύο σπουδαιότερες πόλεις ήταν η Πλευρώνα και η Καλυδώνα, τα δύο κοσμήματα της Ελλάδας κατά τον Στράβωνα.
Οι Καλυδώνιοι και οι Πλευρώνιοι έλαβαν μέρος στον Τρωικό πόλεμο με 40 καράβια, έχοντας αρχηγό τον Θόα, γιο του βασιλεία της Πλευρώνας Ανδραίμονα (Ιλιάδα Β 638), ενώ Μυκηναϊκοί τάφοι έχουν βρεθεί σε πολλές θέσεις, τόσο στην Αιτωλία όσο και στην Ακαρνανία. 

ΑΡΧΑΪΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

Η πρώτη επαφή των Αιτωλών και των Ακαρνάνων με την κύρια Ελλάδα οφείλεται στη στρατηγική σημασία του χώρου πάνω στη μεγάλη θαλάσσια οδό Κοριανθιακού-Κέρκυρας-Ιταλίας.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες η περιοχή δέχθηκε την ευεργετική πολιτιστική επίδραση της θαλασσοκράτειρας τότε Κορίνθου, η οποία ίδρυσε έναν ικανό αριθμό εμπορείων στην παραλιακή ζώνη.

ΚΛΑΣΣΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
Στην διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου οι δύο συγκάτοικοι στις όχθες του Αχελώου βρίσκονται αντιμέτωποι, οι μεν Ακαρνάνες σαν φίλοι των Αθηναίων, οι δε Αιτωλοί ως σύμμαχοι του Πελοποννησιακού συνασπισμού. Ο Αθηναίος στρατηγός Δημοσθένης εισέβαλε στην Αιτωλία το 426 π.Χ., ενώ μετά την λήξη του πολέμου ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Αγησίλαος το 389 π.Χ. εισέβαλε αιφνιδιαστικά στην Ακαρνανία.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες δημιουργήθηκε το απύθμενο μίσος μεταξύ των δύο πλευρών.
Με την επιβολή της ειρήνης της Κορίνθου από τον Φίλιππο και κατά την διάρκεια της εκστρατείας του Αλέξανδρου στην Ασία, στην οποία έλαβαν μέρος Αιτωλοί και Ακαρνάνες με επιφανέστερο τον Φίλιππο τον Ακαρνάνα,προσωπικό γιατρό του Μεγα-Αλέξανδρου, επικρατούσε ησυχία και ειρήνη.

ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου το 323 π.Χ. ,ξέσπασε επανάσταση των Αθηναίων και των Αιτωλών κατά των Μακεδόνων, γνωστότερη ως Λαμιακός πόλεμος , που οδήγησε στην τελική νίκη των Μακεδόνων του Αντιπάτρου.
Ο Λαμιακός πόλεμος σημάδεψε την εμφάνιση στο προσκήνιο της ελληνικής ιστορίας του Κοινού των Αιτωλών ή αλλιώς Αιτωλικής Συμπολιτείας. Η έννοια του κοινού εμφανίζεται για πρώτη φορά σε γραπτή πηγή το 389 π.Χ , όταν ο Αγησίλαος έστειλε επιστολή στο Κοινό των Ακαρνάνων στη Στράτο(Ξεν. Ελληνικά 4,6).
Λίγο αργότερα πρέπει να δημιουργήθηκε και το κοινό των Αιτωλών με έδρα το θρησκευτικό Ιερό τους , το τέμενος του Θέρμιου Απόλλωνα , δίπλα στη σημερινή ομώνυμη πόλη.
Ο Θέρμιος Απόλλων ήταν ο μόνος και στέρεος δεσμός όλων των Αιτωλών και η ακρόπολη της πολιτικής τους ιστορίας. Κανένα άλλο παρόμοιο δείγμα θρησκευτικού ιερού δεν έχει τόση συνέχεια παρουσίας.
Στην συγκέντρωση των πολιτών του Κοινού εκλέγονταν ο Στρατηγός με ετήσια και μη ανανεώσιμη θητεία καθώς και οι υπόλοιποι άρχοντες του Κοινού. Η δομή της οργάνωσης του Αιτωλικού Κοινού ήταν κάτι νέο και πρωτοποριακό στη διακυβέρνηση των κρατών πέρα από το πρότυπο των ανατολικών βασιλείων των Διαδόχων και το ανάλογο μοντέλο πόλης-κράτους.
Το Κοινό των Αιτωλών καθιερώθηκε στον πίνακα των μεγάλων δυνάμεων της εποχής μετά την επιτυχημένη απόκρουση της Γαλατικής επιδρομής το 278 π.Χ. στη μάχη των Κοκκαλιών και τη σωτηρία του Ιερού του Απόλλωνα στους Δελφούς , το οποίο αργότερα περιέλαβαν στην επικράτειά τους . Στους Δελφούς, μετά την περιφανή νίκη τους, πίσω από τον Ναό του Απόλλωνα ανήγειραν μεγάλη Στοά όπου αφιέρωσαν πλήθος λαφύρων. Το Ιερό για 107 χρόνια διοικήθηκε από τους Αιτωλούς , ενώ τελούνταν ειδική γιορτή , τα Σωτήρια σε ανάμνηση της νίκης τους.

ΡΩΜΑΙΟΚΡΑΤΙΑ
Δυστυχώς , η όξυνση των παθών και η διχόνοια των Ελλήνων , επέτρεψαν την ενεργό ανάμειξη των Ρωμαίων . Η αντίθεση των Αιτωλών προς τους φιλομακεδόνες Ακαρνάνες , τους οδήγησε στην υπογραφή του Αιτωλορωμαϊκού Συμφώνου , το 212 π.Χ.
Η υποδούλωση ήταν πλέον ζήτημα χρόνου. Η ήττα του Φιλίππου Ε΄ το 197 π.Χ. στις Κυνός Κεφαλές από τους Ρωμαίους και τους Αιτωλούς , και του τελευταίου Μακεδόνα βασιλιά Περσέα το 146 π.Χ. στην Πύδνα , μετέτρεψαν την Ελλάδα σε ρωμαϊκή επαρχία.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
Η Αιτωλοακαρνανία αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τον 4ο μέχρι τον 12ο μεταχριστιανικό αιώνα. Λόγω της γεωγραφικής της θέσης άλλοτε έπαιξε σημαντικό ρόλο στα πολιτιστικά ή εκκλησιαστικά ζητήματα και άλλοτε περιοριζόταν σε ρόλο περιθωριακό ή ασήμαντο.
Στην βυζαντινή εποχή, ο όρος Αιτωλία περιελάμβανε την ευρύτερη περιοχή τη Ηπείρου και της Δυτικής Στερεάς. Αντίθετα ο όρος Ακαρνανία περιοριζόταν δυτικά του Αχελώου ως την Άρτα. Τον 8ο αιώνα η περιοχή υπαγόταν στο Θέμα Ελλάδος με έδρα τη Θήβα.
Στην πρωτοχριστιανική εποχή, φαίνεται ότι υπήρχε μεγάλη ανάπτυξη και εξάπλωση των χριστιανικών κοινοτήτων στην περιοχή.
Με το πέρασμα του χρόνου και την επίσημη πλέον κάλυψη της Πολιτείας (312 π.Χ.) οι χριστιανικές κοινότητες χτίζουν μεγαλοπρεπείς ναούς στο γνωστό τύπο της τρίκλιτης βασιλικής. Στην Αιτωλοακαρνανία έχει αποκαλυφθεί ένας σημαντικός αριθμός παλαιοχριστιανικών βασιλικών, είτε σε ερειπιώδη μορφή, είτε σαν πρότερη φάση βυζαντινών και μεταβυζαντινών ναών. Ένας αριθμός βασιλικών έχει έρθει στο φως, είτε κατά τη διάρκεια ανασκαφών, σωστικών ή προγραμματισμένων , είτε κατά τη διάρκεια οικοδομικών εργασιών, κυρίως στη Ναύπακτο.
Σημαντικότερες είναι οι βασιλικές της Ναυπάκτου , της Φοινικιάς Μεσολογγίου, της Κάτω Βασιλικής και της Αγίας Σοφίας Μύτικα και οι όρθιες, αν και συρρικνωμένες στο μεσαίο κλίτος, βασιλικές του Αγίου Γεωργίου Ευηνοχωρίου, της Επισκοπής Μάστρου , του Κάστρου της Παραβόλας και της Μεγάλης Χώρας Αγρινίου.
Η Ακαρνανία υπαγόταν στη Μητρόπολη Νικοπόλεως , ενώ η Αιτωλία αποτελούσε την επισκοπή Ναυπάκτου που ανήκε στη Μητρόπολη Κορίνθου.
Ιδιαίτερης σημασίας ιστορικές πηγές για την περιοχή είναι ο Βίος του Αγίου Βαρβάρου , που ασκήτεψε στο Ξηρόμερο τον 9ο αιώνα, και η περιγραφή της κατάστασης από τον Ευθύμιο Τορνίτη τον 12ο αιώνα.
Ελάχιστες εξάλλου είναι οι πληροφορίες από επιγραφές , σιγίλλια , έγγραφα και ενθυμήσεις χειρογράφων ή περιηγητών.
Τον 13ο αιώνα η περιοχή προσαρτήθηκε στο λεγόμενο Δεσποτάτο της Ηπείρου. Παρ΄όλα αυτά αποτέλεσε θέατρο μαχών Ηπειρωτών Δεσποτών, Λατίνων ηγεμόνων, Σέρβων και Αλβανών πολεμάρχων.
Λίγο νωρίτερα, χρονολογούνται και τα πρώτα σπαράγματα από την ιστόρηση ναών, όπως στο Καθολικό της Μυρτιάς και οι εκκλησίες της Βαράσοβας που εντάσσουν την περιοχή στην καλλιτεχνική ανάπτυξη της εποχής. Το ρεύμα αυτό απαντάται και στο αντιγραφικό εργαστήριο του Αγίου Νικολάου Κρεμαστού στον Αράκυνθου και υποδηλώνει τις άφθονες δυνάμεις της Δυτικής Ελλάδας, οι οποίες στήριξαν κατόπιν το Δεσποτάτο της Ηπείρου, μετά την πτώση της Πόλης στους Σταυροφόρους , και αποτέλεσαν τη ζύμη για τη διαμόρφωση του νεοελληνικού Έθνους.
Ο μητροπολιτικός θρόνος της Ναυπάκτου κατεχόταν από επιφανείς λόγιους, όπως ο χρονογράφος Κωνσταντίνος Μανασσής και ο νομομαθής Ιωάννης Απόκαυκος (1182-1232).
Προχωρώντας στον 13ο αιώνα βλέπουμε την επίδραση της παλαιολόγειας τέχνης σε μνημεία της περιοχής. (Άγιος Ανδρέας των Χαλκιοπούλων στο Βάλτο , Άγιοι Απόστολοι της Νερομάνας , Ελεούσα Άνω Μυρτιάς). Στον ναό των Αγίων Αποστόλων της Νερομάνας κυρίως, αλλά και νωρίτερα στο χωριό Χαλκιόπουλοι η τέχνη της επαρχιακής Αιτωλοακαρνανίας αγγίζει τη μεγάλη τέχνη των αστικών κέντρων.


ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ
Περί το 1450 η Δυτική Στερεά , κατακτήθηκε από τους Τούρκους . Το 1460 παραδόθηκε το τελευταίο οχυρό της Αιτωλικής ενδοχώρας , το Αγγελόκαστρο.
Στην διάρκεια της Τουρκοκρατίας η περιοχή ονομαζόταν Κάρλελι , από τους Καρόλους Τόκους , της Κεφαλλονιάς.
Η περιοχή της Ναύπακτου ονομαζόταν Βενέτικο, επειδή ως το 1499 ήταν Ενετική κτήση (Α΄ Ενετοκρατία).
Στην διάρκεια των ενετοτουρκικών πολέμων η καταδυνάστευση συνεχίστηκε από τις επιχειρήσεις των εμπόλεμων και τις ξαφνικές επιδρομές των πειρατών. Στα μνημεία του χώρου και ιδιαίτερα στη Μονή Μυρτιάς , έχουμε μπροστά μας ένα πανόραμα της μεταβυζαντινής ζωγραφικής τέχνης και όλες τις Σχολές της την Κρητική , την Ηπειρωτική και τη λαϊκή τεχνοτροπία του 17ου και 18ου αιώνα. Ο αναχωρητισμός γνωρίζει έξαρση, Πλήθος μονών ιδρύονται. Ενώ τα προσκτίσματα και τα κελιά ακολουθούν τύπους της κοσμικής λαϊκής τέχνης τα κέντρα των μονών , τα Καθολικά, προσπαθώντας να τηρήσουν τη Βυζαντινή ναοδομική παράδοση , μέσα σε δύσκολες οικονομικές συνθήκες, δημιουργούν νέους τύπους.
Οι Βενετοί κάνουν αισθητή την παρουσία τους με οχυρωματικά έργα , που υποδηλώνουν το χαρακτήρα της παρουσίας στον χώρο, κυρίως στην παραλιακή ζώνη.
Με την τελική επικράτηση των Τούρκων η περιοχή οργανώθηκε στο Σαντζάκι του Κάρλελι με έδρα πρώτα το Αγγελόκαστρο και έπειτα το Βραχώρι (σημερινό Αγρίνιο).
Κατά τα μέσα του 16ου αιώνα δημιουργούνται τα αρματολίκια Βάλτου και Ξηρομέρου και στα τέλη περίπου του 18ου αιώνα αντίστοιχα του Βλοχού, του Απόκουρου, του Ζυγού και των Κραβάρων. Την ίδια περίοδο ανδρώνεται το κίνημα της κλεφτουριάς.
Το 1770 στα Ορλωφικά συμμετέχει όλη σχεδόν η περιοχή εκτός από το Βενέτικο. Ο στόλος του Μεσολογγίου καταστρέφεται για αντίποινα ενώ οι Γριβαίοι καπετάνιοι της Βόνιτσας , ¨πίπτουν μέχρι ενός¨ κοντά στο Αγγελόκαστρο.
Η Επανάσταση του Εικοσιένα άργησε να ξεσπάσει στην Αιτωλοακαρνανία λόγω της παρουσίας ισχυρού τουρκικού στρατού στα Γιάννενα.
Στις 5 Μαΐου ο Δημήτριος Μακρής ,καπετάνιος του Ζυγού ,κτύπησε στο Περιθώρι τουρκικό απόσπασμα.
Η επανάσταση επισπεύδεται , Το Μεσολόγγι ξεσηκώνεται στις 20 Μαΐου του 1821 με την εμφάνιση του Ελληνικού στόλου στα ανοικτά και οι οπλαρχηγοί Γεώργιος Βαρνακιώτης . Θεόδωρος Γρίβας, Αλεξάκης Βλαχόπουλος , Ανδρέας Στάικος , Σωτ. Γκοτζαμάνης και Γιώτης Βαρνακιώτης πολιόρκησαν το Βραχώρι ,τη έδρα του Σαντζακιού που τελικά καταλήφθηκε στις 11 Ιουνίου 1821.
Η στρατηγική σημασία της Αιτωλοακαρνανίας για τη δια τήρηση της Επανάστασης στη Δυτική Ελλάδα και την ασφάλεια της Πελοποννήσου την φέρνουν στο προσκήνιο κάθε φορά. Το 1822 η εισβολή του Κιουταχή και του Ομέρ Βρυώνη , παρά τη νίκη του Γ.Βαρνακιώτη και του Θ.Γρίβα στον Αετό, κορυφώνεται με την πολιορκία του Μεσολογγίου.
Η αποτυχία της εκστρατείας αυτής ολοκληρώνεται στη μάχη του Αγίου Βλασίου με τη νίκη του Γ.Καραϊσκάκη. Το 1823 οι Τουρκαλβανοί προσπαθούν να κατέλθουν και πάλι στην Δυτική Στερεά από την Ευρυτανία με τον Πασά της Σκόδρας. Στην μάχη του Κεφαλόβρυσου σκοτώθηκε ο Μάρκος Μπότσαρης που τάφηκε στο Μεσολόγγι. Η ίδια στρατιά (του Τζελαλεντίν Μπέη) πολιόρκησε αργότερα δίχως επιτυχία το Αιτωλικό με τη σύμπραξη του Ομέρ Βρυώνη.
Τον Απρίλιο του 1825 ξεκίνησε από τη στρατιά του Κιουταχή η πολιορκία του Μεσολογγίου , τελευταίου οχυρού της Επανάστασης στη Στερεά Ελλάδα. Αργότερα ο Κιουταχής ενισχύθηκε από τον Ιμπραήμ της Αιγύπτου. Την ίδια χρονιά, (Ιούλιος - Αύγουστος του 1825) απελευθερώνεται το Απόκουρο, μετά από σειρά επιτυχών μαχών του Γεωργίου Καραϊσκάκη, ο οποίος εκδιώκει τους 2.500 Τουρκαλβανούς του Άγου Μουχουρντάρη, απ΄ το στρατόπεδό τους στο Πετροχώρι.
Η πτώση της πόλης του Μεσολογγίου, με την Έξοδο της Φρουράς, στις 10 Απριλίου του 1826, δεν έσβησε ουσία τη φλόγα της Επανάστασης.

Πηγή: www.aetolia.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σελίδες

NEXT PAGE