Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

H γερμανική επίθεση στην Ελλάδα ..


Η γερμανική εισβολή στη Γιουγκοσλαβία και την Ελλάδα, στις 6 Απριλίου του 1941, σηματοδοτούσε την περιέλευση της Βαλκανικής υπό τον γερμανικό έλεγχο. Η χερσόνησος δεν αποτελούσε στο σύνολό της πεδίο προτεραιότητας για το Βερολίνο. Καθοριστικός για τον γερμανικό σχεδιασμό ήταν ο έλεγχος των πετρελαιοπηγών της Ρουμανίας. Το ενδιαφέρον της Γερμανίας για την Ελλάδα προέκυψε ως αποτέλεσμα της ιταλικής επίθεσης τον Οκτώβριο του 1940. Σε σχετική ιταλική βολιδοσκόπηση, το
Βερολίνο είχε απαντήσει αρνητικά, επικαλούμενο την ανάγκη
αποφυγής εγκατάστασης των Βρετανών στο νότιο άκρο της χερσονήσου με συνέπεια να απειληθεί η ανεμπόδιστη χρήση των ρουμανικών πετρελαιοπηγών, αφού η Ρουμανία θα βρισκόταν εντός του βεληνεκούς της βρετανικής αεροπορίας.
Η ιταλική εμπλοκή και κυρίως η ήττα των ιταλικών δυνάμεων στην Αλβανία έθετε την Ελλάδα στο επίκεντρο του γερμανικού στρατιωτικού σχεδιασμού. Τον Δεκέμβριο του 1940, ο Χίτλερ έδινε τη συγκατάθεσή του για το σχέδιο «Μαρίτα», που προέβλεπε την κατάληψη της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας προκειμένου να εξασφαλιστούν η νότια και ανατολική γερμανική πλευρά εν όψει της εκστρατείας κατά της Σοβιετικής Ένωσης που επρόκειτο να αναληφθεί εντός του 1941. Πριν προσφύγει, όμως, τελικά στη στρατιωτική λύση, το Βερολίνο θα αναλάμβανε διπλωματική προσπάθεια για ανακωχή μεταξύ της Ιταλίας και της Ελλάδας.

Οι προσπάθειες αυτές που εξελίχθηκαν από τον Δεκέμβριο του 1940 έως και τον Φεβρουάριο του 1941 απέβησαν άκαρπες, καθώς η Αθήνα δεν ήταν διατεθειμένη να εγκαταλείψει τη συμμαχία της με τη Βρετανία, αλλά μόνο να εξασφαλίσει τη διακοπή των εχθροπραξιών με την Ιταλία. Αντίθετα, η προτεραιότητα για το Βερολίνο ήταν να εκδιώξει τους Βρετανούς από την Ελλάδα.
Η τελευταία θα προσπαθούσε να τηρήσει ιδιαίτερα προσεκτική στάση, αποφεύγοντας να προκαλέσει τη γερμανική πλευρά. Ήδη, κατά τις συνομιλίες της με τους Βρετανούς, η Αθήνα είχε αρνηθεί να δεχθεί βρετανικές δυνάμεις στο έδαφός της, αφού η βρετανική ενίσχυση φαινόταν ανεπαρκής για την απώθηση γερμανικής εισβολής αλλά επαρκής για να προκαλέσει το Βερολίνο.
Όταν τελικά, προς το τέλος Φεβρουαρίου, η Αθήνα θα δεχόταν τη βρετανική ενίσχυση ήταν περίπου βέβαιο ότι οι γερμανικές δυνάμεις θα επενέβαιναν υπέρ των Ιταλών. Η είσοδος του γερμανικού στρατού στη Βουλγαρία ήταν η από μακρού αναμενόμενη επιβεβαίωση των γερμανικών προθέσεων. Στον γερμανικό σχεδιασμό σημαντική θέση κατείχε και η Γιουγκοσλαβία.
Το Βελιγράδι αισθανόταν από καιρό τη γερμανική πίεση και η θέση του δεν ήταν αναμφισβήτητη στο πλευρό των δυτικών δυνάμεων. Στις 25 Μαρτίου, υπό την επίδραση του αντιβασιλέως Παύλου, η Γιουγκοσλαβία επρόκειτο να προσχωρήσει στον Άξονα. Η εικόνα ανατράπηκε άρδην στις 27 Μαρτίου, όταν πραξικόπημα φιλοβρετανικών στοιχείων στον στρατό και στις υπηρεσίες ασφαλείας, με τη συνδρομή των βρετανικών υπηρεσιών, ανέτρεψε τον αντιβασιλέα και την κυβέρνησή του. Ο νεαρός βασιλέας που ανέλαβε την άσκηση των βασιλικών του καθηκόντων χωρίς αντιβασιλεία διόρισε μια νέα κυβέρνηση που δεν συμμεριζόταν τον προσανατολισμό της γιουγκοσλαβικής πολιτικής προς τον Άξονα.
Το πραξικόπημα στο Βελιγράδι θα αντιμετωπιζόταν από τη γερμανική πλευρά με την προσφυγή στη στρατιωτική επιλογή. Αυτή είχε γίνει υποχρεωτική και για την Ελλάδα από την οπτική του Βερολίνου ήδη από τα μέσα Μαρτίου, αφού η εαρινή επίθεση των Ιταλών στην Αλβανία είχε αποκρουστεί από τις ελληνικές δυνάμεις και συνεπώς δεν διαφαινόταν δυνατότητα ανατροπής της στρατιωτικής κατάστασης.


Η κεραυνοβόλος επιχείρηση «Μαρίτα» στα Βαλκάνια

Από στρατιωτική άποψη, οι γερμανικές δυνάμεις ήταν αναμφισβήτητα υπερέχουσες και η εξέλιξη των επιχειρήσεων αποτελούσε μια βαλκανική εκδοχή του κεραυνοβόλου πολέμου που είχαν εφαρμόσει με επιτυχία οι Γερμανοί στη δυτική Ευρώπη τον Μάιο του 1940. Οι Έλληνες είχαν ισχυρές οχυρώσεις στην ελληνοβουλγαρική μεθόριο αλλά όχι στην ελληνό-γιουγκοσλαβική. Πέραν αυτού, ο ελληνόφωνο-βρετανικός σχεδιασμός έπασχε, καθώς δεν ήταν σαφές αν θα επιδιωκόταν η άμυνα σε προωθημένη γραμμή ή η εκκένωση της ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης ώστε να στηριχθεί αμυντικά μια γραμμή στον ποταμό Αλιάκμονα.
Η εξέλιξη των επιχειρήσεων κατέστησε μάλλον ακαδημαϊκές τις σχετικές συζητήσεις. Οι Γερμανοί επιτέθηκαν ταυτόχρονα στην Ελλάδα και στη Γιουγκοσλαβία στις 6 Απριλίου. Η υπεροχή τους σε τεθωρακισμένα και στον αέρα ήταν σαφής, ενώ αντίθετα, οι βρετανικές, νεοζηλανδικές και αυστραλιανές δυνάμεις που είχαν εισέλθει στον ελληνικό χώρο τον Μάρτιο δεν διέθεταν τα μηχανοκίνητα μέσα και την αεροπορική κάλυψη σε επάρκεια. Από ελληνικής πλευράς, ο κύριος όγκος των δυνάμεων ήταν δεσμευμένος στο μέτωπο της Αλβανίας. Τα οχυρά στην ελληνοβουλγαρική μεθόριο αποδείχθηκαν αξιόπιστα ως προς τη δυνατότητά τους να καθυστερήσουν την προέλαση του επιτιθέμενου, δεν είχαν όμως πρακτική αξία από τη στιγμή που οι γερμανικές δυνάμεις έκαμψαν εύκολα τη γιουγκοσλαβική αντίσταση και εισήλθαν ταχύτατα στο ελληνικό έδαφος, μέσω της κοιλάδας του Αξιού και κατέλαβαν τελικά τη Θεσσαλονίκη στις 9 Απριλίου.

 Τα προηγηθέντα της επίθεσης
-ioannis-metaxas-1941.jpg
Ο θάνατος του Ιωάννη Μεταξά, στις 28 Ιανουαρίου του 1941, βρήκε το μέτωπο στην Αλβανία καθηλωμένο και τον πλούσιο σε θριάμβους πόλεμο του φθινοπώρου να έχει μεταβληθεί σε αιματηρό αδιέξοδο που θύμιζε καταστάσεις Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι καιρικές συνθήκες του χειμώνα, σε αυτά τα μεγάλα υψόμετρα, προσέθεταν στους πίνακες απωλειών μεγάλους αριθμούς κρυοπαγημένων. Οι αντίπαλοι εξαντλούσαν τις δυνατότητες των στρατών τους στην αναζήτηση μιας νίκης, της οποίας κανένας δεν είχε το κλειδί. Το επίκεντρο της σύγκρουσης μεταφέρθηκε γύρω από τη στενωπό της Κλεισούρας, που άνοιγε το δρόμο προς τις πεδιάδες της κεντρικής Αλβανίας.

 Το ελληνικό Γενικό Επιτελείο είχε επιτέλους αποκτήσει την αίσθηση του κέντρου βάρους στις προσπάθειες του, αλλά μόνο για να διαπιστώσει ότι η πυκνότητα της εχθρικής διάταξης απαγόρευε πλέον την επανάληψη των θριάμβων του Νοεμβρίου - Δεκεμβρίου.
Στα μέσα του Φεβρουαρίου, μόλις οι καιρικές συνθήκες το επέτρεψαν, ο ελληνικός στρατός επιτέθηκε προς το Τεπελένι, ρίχνοντας τις τελευταίες στρατηγικές του εφεδρείες στη μάχη. Η πιο σημαντική από τις τελευταίες, η 5η μεραρχία Κρήτης, που έφθασε στα τέλη Ιανουαρίου στο μέτωπο, έχασε 3.500 άνδρες μέσα σε δεκαπέντε μέρες. Οι επιθέσεις διακόπηκαν, χωρίς σημαντικό αποτέλεσμα, και η επανάληψη τους, στις αρχές Μαρτίου, παρά τις τοπικές επιτυχίες, δεν κατάφερε να μεταβάλει την κατάσταση. Ήταν η σειρά των Ιταλών να αναλάβουν τις δικές τους επιθετικές πρωτοβουλίες.

 Εαρινή επίθεση

Στις 9 Μαρτίου άρχισε η μεγάλη «εαρινή επίθεση» του ιταλικού στρατού. Βασικός της στόχος ήταν η διάσπαση του ελληνικού μετώπου και η κατάληψη της Ελλάδας πριν ολοκληρωθούν οι προετοιμασίες των Γερμανών για επέμβαση στην περιοχή. Το ζητούμενο ήταν οι ισορροπίες μέσα στον Άξονα. Το κύρος του φασιστικού καθεστώτος, που είχε ήδη τρωθεί στην Αφρική, στον αέρα και τη θάλασσα, δεν θα μπορούσε να αντέξει, όπως και δεν άντεξε, μια νέα ταπείνωση. Ο Μουσολίνι και το Φασιστικό Συμβούλιο ήθελαν την επίθεση καταιγιστική και θυελλώδη, που θα σάρωνε, κάτω από την υπεροχή των μέσων και των πυρών της, κάθε αντίστασης. Στην πραγματικότητα ό,τι μπόρεσε να συγκεντρωθεί ήταν ιδιαίτερα φτωχό: τριακόσια πυροβόλα και λιγότερα από 200 αεροπλάνα, ξεπερασμένης μάλιστα τεχνολογίας.
Ελλείψει μέσων, η επίθεση έγινε με κύματα πεζικού, που ορμούσαν ενάντια σε συρματοπλέγματα, χαρακώματα και πολυβολεία, όπως στα 1914-1918. Η αποτυχία ήταν πλήρης και οι απώλειες ιδιαίτερα μεγάλες: 11.800 Ιταλοί εκτός μάχης, έναντι 5.500 Ελλήνων. Το αδιέξοδο πιστοποιήθηκε και οι αντιμαχόμενοι περιορίστηκαν να περιμένουν τη γερμανική επέμβαση.
Η ανάγκη γερμανικής επέμβασης είχε πιστοποιηθεί από τον Ιανουάριο του 1941, όταν έγινε πλέον σαφές ότι ο ιταλικός στρατός πολύ δύσκολα θα κατέβαλε την ελληνική αντίσταση. Οι Ιταλοί επιθυμούσαν να έχει η επέμβαση αυτή τον χαρακτήρα στήριξης των προσπαθειών τους στην Αλβανία με πολεμικά μέσα, δηλ. μεταγωγικά και βομβαρδιστικά αεροπλάνα και ειδικά στρατεύματα ορεινού πολέμου.
Για τη Γερμανία, όμως, το ζητούμενο ήταν το γρήγορο και αποφασιστικό κλείσιμο των εκκρεμοτήτων στα Βαλκάνια, καθώς δεν ήθελαν να δουν τη δημιουργία ενός νέου μετώπου εκεί, όπως συνέβη στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο Μεταξάς κατανοούσε πλήρως τη γερμανική ενόχληση και οι διπλωματικές προσπάθειες του στρέφονταν στο να πείσει για τον τοπικό χαρακτήρα του πολέμου, αφήνοντας ανοικτό το πεδίο σε διαπραγματεύσεις. Απόφευγε έτσι να δεχθεί ανοικτά τη βρετανική βοήθεια, η οποία εξάλλου, εκείνη την εποχή, θα ήταν τόσο περιορισμένη που ελάχιστα θα βοηθούσε.
Με το θάνατο του Μεταξά και την ουσιαστική ανάληψη των τυχών του πολέμου από τον βασιλιά Γεώργιο Β', η προσεκτική πολιτική απέναντι στην αγγλική βοήθεια εγκαταλείφθηκε, καθώς μάλιστα αύξαιναν οι δυσκολίες στην Αλβανία και παράλληλα ξεκαθάριζαν οι γερμανικές προθέσεις.
Η μεταβολή όμως αυτή δεν σήμαινε ότι οι αγγλικές δυνατότητες είχαν ανάλογα βελτιωθεί.

Στις 22 Φεβρουαρίου, ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Α. Ηντεν, επικεφαλής σημαντικών αξιωματούχων, ήρθε στην Ελλάδα για να διαπραγματευθεί τις λεπτομέρειες της συνεργασίας των δύο πλευρών.
Το κύριο ζήτημα που προέκυψε ήταν ο προσδιορισμός της γραμμής άμυνας απέναντι στους Γερμανούς. Οι Αγγλοι, γνωρίζοντας τις περιορισμένες δυνατότητες του στρατού τους, πρότειναν τη συγκέντρωση των δυνάμεων στην περιοχή του Αλιάκμονα, ενώ οι Έλληνες δίσταζαν να εγκαταλείψουν στον εχθρό τόσο μεγάλα τμήματα της ελληνικής επικράτειας. Τελικά επιλέχθηκε μια λύση συμβιβασμού, όπου οι Αγγλοι, μαζί με τρεις ελληνικές μεραρχίες, θα προάσπιζαν τη δυτική Μακεδονία, ενώ οι περιοχές που κάλυπτε η Γραμμή Μεταξά θα καλύπτονταν από ελληνικές δυνάμεις.

Τα διατιθέμενα μέσα ήταν πενιχρά. Η Γραμμή Μεταξά ανήκε ήδη σε άλλη εποχή, και εξάλλου είχε απογυμνωθεί από πλήθος υλικών για την ενίσχυση του αλβανικού μετώπου. Δεν περιλάμβανε την κοιλάδα του Αξιού.

Οι μονάδες του ελληνικού στρατού, αν και σημαντικές σε αριθμούς -το ισοδύναμο 7 μεραρχιών- ήταν στελεχωμένες από τραυματίες του αλβανικού μετώπου, από μουσουλμάνους και ηλικιωμένους φαντάρους, τους έλειπε η ομοιογένεια και η εκπαίδευση. Το βρετανικό εκστρατευτικό σώμα, δυόμισι μεραρχίες, 50.000 άνδρες, δεν μπορούσε να καλύψει τη διαφορά.
Οι εξελίξεις, εξάλλου, στην Αφρική, όπου ο Ρόμελ είχε κάνει την εμφάνιση του, επέβαλαν την συντηρητική χρήση του σώματος αυτού, που η ενδεχόμενη καταστροφή του θα ανέτρεπε τις γενικότερες ισορροπίες, Το πραξικόπημα αξιωματικών -κυρίως Σέρβων- στο Βελιγράδι, που ανέτρεψε τις συμφωνίες της χώρας με τον Άξονα, έδωσε κάποιες ελπίδες στην αγγλοελληνική παράταξη. Η συνδρομή του γιουγκοσλαβικού στρατού μπορούσε να είναι σημαντική. Η Βέρμαχτ όμως βρισκόταν στο απόγειο της ισχύος της και η αναδιάταξη των γερμανικών δυνάμεων ώστε να καταλάβουν και τη Γιουγκοσλαβία έγινε μέσα σε ελάχιστο χρόνο.


Η Γραμμή Μεταξά

Η οχυρωματική Γραμμή Μεταξά, με μήκος 170 χλμ., εκτεινόταν από τον ποταμό Νέστο ως το όρος Κερκίνη, γνωστό ως Μπέλες, κοντά στα σύνορα με τη Γιουγκοσλαβία και την υπερασπιζόταν το Τμήμα Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας, το οποίο αποτελούσαν οι 7η, 14η και 17η Μεραρχίες Πεζικού υπό τη διοίκηση του αντιστράτηγου Κωνσταντίνου Μπακόπουλου. Οι οχυρώσεις ήταν σχεδιασμένες να διαθέτουν φρουρά άνω των 200.000 στρατιωτών, όμως λόγω της έλλειψης προσωπικού το συνολικό μέγεθος της φρουράς που υπερασπιζόταν τα οχυρά ήταν περίπου 70.000 άντρες, έχοντας ως αποτέλεσμα την αραιή διάταξη των αμυντικών γραμμών.

Τα πρώτα οχυρά επί της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου κατασκευάστηκαν την περίοδο 1913- 14, βάσει εισηγήσεως του τότε αντισυνταγματάρχη Ι. Μεταξά, διευθυντή της Β` Επιτελικής Διευθύνσεως. Τα οχυρά που κατασκευάστηκαν τότε ήταν εννέα: Ρούπελ, Φαιά Πέτρα, Περιθώρι, Λίσσε, Τούλουμπαρ, Παρανέστιο, Παράδεισος, Δόβα Τεπέ. Κατά τον μεσοπόλεμο και ιδίως επί πρωθυπουργίας Μεταξά η κατασκευή της γραμμής των οχυρών εντατικοποιήθηκε. Έτσι τον Απρίλιο του 1941 ήταν σχεδόν ολοκληρωμένα 21 οχυρά:

- Περιοχή Μπέλες: Ποποτλίβιτσα, Ιστίμπεη, Κελκαγιά, Αρπαλούκι, Παλιουριώνες
- Περιοχή Αγκίστρου: Ρούπελ, Καρατάς, Κάλη
- Περιοχή Αλή Μπουτούς και Μαύρο Βουνό: Περσέκ
- Υψίπεδο Κάτω Νευροκοπίου: Μπαμπαζώρα, Μαλιάγκα, Περιθώρι, Παρταλούσκα, Ντασαβλή, Λίσσε, Πυραμιδοειδές
- Περιοχή Βώλακα: Καστίλλο, Άγιος Νικόλαος, Μπαρτισέβα
- Ξάνθη: Εχίνος
- Κομοτηνή: Νυμφαία

Τα οχυρά είχαν αρχικά σχεδιαστεί με σκοπό την απόκρουση αιφνιδιαστικής επίθεσης από τη Βουλγαρία. Μετά την ανάληψη της αρχηγίας του ΓΕΣ από τον Αλέξανδρο Παπάγο, σχεδιάστηκε και η δυνατότητα χρήσης των οχυρών ως τοποθεσίας αντίστασης ολόκληρης της Στρατιάς και ως ορμητηρίου για την ανάληψη επιθετικής πρωτοβουλίας προς τη Βουλγαρία. Οπωσδήποτε, εν όψει των δυνατοτήτων του βουλγαρικού στρατού αλλά και των διπλωματικών δεδομένων (στάση Γιουγκοσλαβίας) δεν είχε ληφθεί υπόψη η πιθανότητα παράκαμψης των οχυρών από ισχυρές μηχανοκίνητες δυνάμεις, όπως αυτές που παρέταξε ο γερμανικός στρατός.

Από τακτική άποψη, τα οχυρά επιτέλεσαν πλήρως το σκοπό τους, καθώς άντεξαν στις επιθέσεις -η κατασκευή τους θαυμάστηκε από τους Γερμανούς αξιωματικούς- και έφραξαν τη διέλευση του εχθρού μέσω της κοιλάδας του Στρυμόνα. Από επιχειρησιακή άποψη όμως, οι γερμανικές δυνάμεις πέτυχαν την παράκαμψη των οχυρών μέσω του γιουγκοσλαβικού εδάφους, καθώς η 2η τεθωρακισμένη μεραρχία κινήθηκε μέσω Στρώμνιτσας, Δοϊράνης και Κιλκίς προς τη Θεσσαλονίκη. Η εφεδρεία του Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας , η ΧΙΧ μεραρχία, μηχανοκίνητη μόνο κατ' όνομα και με ελάχιστα τεθωρακισμένα, ήταν αδύνατο να ανακόψει τη γερμανική προέλαση, ενώ το αίτημα του διοικητή του
Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας , αντιστράτηγου Μπακόπουλου, να επιχειρηθεί πλευροκόπηση των γερμανικών δυνάμεων από την βρετανική 1η τεθωρακισμένη ταξιαρχία, δεν ικανοποιήθηκε. Κατόπιν τούτου τα πρώτα γερμανικά τμήματα έφτασαν στη Θεσσαλονίκη το βράδυ της 8ης Απριλίου, καθιστώντας την αντίσταση των οχυρών μάταιη.

Οχυρό Ρούπελ

Το οχυρό Ρούπελ ήταν το μεγαλύτερο από όλα τα οχυρά της "γραμμής Μεταξά", εκτεινόμενο σε μέτωπο 2.500μ. Περιελάμβανε 123 ενεργητικά σκέπαστρα, το ανάπτυγμα των υπόγειων χώρων ήταν 1.849 τ.μ., ενώ οι στοές συγκοινωνίας ανέρχονταν σε 4.251 μ. Η συνολική έκταση ήταν 6.100 μ. και το σύνολο της φρουράς ήταν 1.397 άνδρες. Το κόστος κατασκευής του ήταν 111.540.000 δρχ. Το οχυρό διέθετε:
•Πέντε αντιαρματικά πυροβόλα των 37 χιλ. στο λόφο Ουσίτας, στα αντερείσματα Μολών Λαβέ και στο λόφο Εξόδου
•Δύο ορειβατικά πυροβολεία 75/19 σε πυροβολεία πλαγιοφύλαξης
•Τρία πεδινά των 75 χιλ. σε ρόλο αντιαρματικής άμυνας του οχυρού σε ημιμόνιμα πυροβολεία (μαζί με τα δυο ορειβατικά συγκροτούσαν τον ουλαμό πυροβολικού του οχυρού)
•Τρία πεδινά πυροβόλα των 75 χιλ. σε αντίστοιχα αντιαρματικά περιπόλια επί της εθνικής οδού Κούλας – Σιδηροκάστρου
•Ένα κινητό αντιαρματικό των 47 χιλ. από ιταλικά λάφυρα
•Ένα αντιαεροπορικό των 20χιλ. στην Ουσίτα και ένα των 37 χιλ. στον Προφήτη Ηλία.
Ήταν ακόμα εξοπλισμένο με 85 πολυβόλα, 5 όλμους, 25 οπλοπολυβόλα και 53 βομβιδοβόλα.


 

Από γερμανικής πλευράς, στη στενωπό του Ρούπελ ενήργησε το ανεξάρτητο 125ο Σύνταγμα Πεζικού, που είχε πείρα σε πόλεμο εναντίον οχυρών από τις μάχες της Γραμμής Μαζινό στη Γαλλία, μαζί με το 1ο Τάγμα του 100ου Συντάγματος Ορεινών Κυνηγών, έχοντας αποστολή να διασπάσουν τη στενωπό και να καταλάβουν τη γέφυρα του Στρυμόνα στο νότιο άκρο της.

Το σχέδιο επίθεσης προέβλεπε προσβολή από τρεις πλευρές. Η μεσαία φάλαγγα, αποτελούμενη από το 1ο τάγμα του 125ου συντάγματος (Ι/125), θα διασπούσε την κυρίως στενωπό και θα εξασφάλιζε το ρήγμα καταλαμβάνοντας με επίθεση τις οχυρές θέσεις της δυτικής πλευράς του οχυρού Ρούπελ. Το τρίτο τάγμα του συντάγματος (ΙΙΙ/125) διατάχθηκε να επιτεθεί στην ανατολική πλευρά του οχυρού Ρούπελ, ενώ το δεύτερο τάγμα (ΙΙ/125) είχε αποστολή να προωθηθεί μεταξύ των οχυρών Ρούπελ και Καρατάς για να καταλάβει τη γέφυρα του Στρυμόνα και να αποκλείσει την έξοδο από τη στενωπό του Ρούπελ. Τέλος, από τη δεξιά όχθη του Στρυμόνα το 1ο Τάγμα Ορεινών Κυνηγών θα διενεργούσε επίθεση κατά του γειτονικού οχυρού Παλιουριώνες.


Η γερμανική επίθεση

Το ελληνικό πολεμικό ανακοινωθέν

''Από της 5:15 ώρας της σήμερον ο εν Βουλγαρία γερμανικός στρατός προσέβαλλεν απροκλήτως τα ημέτερα στρατεύματα της ελληνικής μεθορίου. Αι δυνάμεις μας αμύνοναι του πατρίου εδάφους… Ισχυραί γερμανικά δυνάμεις, εφοδιασμέναι με τα πλέον σύγχρονα πολεμικά μέσα, με υποστήριξιν αρμάτων, αφθόνου βαρέος πυροβολικού και πολυαρίθμου αεροπορίας, προσέβαλον από της πρωίας της σήμερον επανειλημμένως τας θέσεις μας, ων αμύνονται μόνον ελληνικά δυνάμεις λίαν περιωρισμέναι. Καθ' όλη την ημέραν διεξήχθη σφοδρότατος αγών εις τας κυριοτέρας ζώνας της παραμεθωρίου προς Βουλγαρίαν περιοχής ιδιαιτέρως δε εις την περιοχήν Μπέλες και την κοιλάδα του Στρυμόνος…''


H γερμανική επίθεση εκδηλώθηκε στις 05.15 της 6ης Απριλίου 1941, με βολές πυροβολικού και μαζικές επιθέσεις αεροσκαφών κάθετης εφόρμησης Ju-87 (γνωστότερων ως Stukas). Για τον κανονισμό των βολών πυροβολικού είχε μεταφερθεί στα βόρεια του Στρυμόνα ένα δέσμιο στη γη αερόστατο.

Ταυτόχρονα εκδηλώθηκε γερμανική κίνηση με φουσκωτές βάρκες στον ποταμό, με σκοπό να διευκολυνθεί η επίθεση του Ι/125 τάγματος κατά μήκος του δρόμου. Σημειωτέον ότι η κίνηση αυτή έγινε από σκαπανείς του 125 Συντάγματος και όχι του συντάγματος Brandenburg, όπως λανθασμένα αναφέρουν κάποιες πηγές - το αρχικό γερμανικό σχέδιο πράγματι προέβλεπε συμμετοχή καταδρομέων του συντάγματος Brandenburg, αλλά αυτοί δεν είχαν φτάσει. Σε κάθε περίπτωση, η γερμανική κίνηση απέτυχε, καθώς οι βάρκες καθηλώθηκαν σε συρματόπλεγμα που είχε προβλεφθεί από ελληνικής πλευράς για ένα τέτοιο ενδεχόμενο και οι επιβάτες τους αποδεκατίστηκαν από τα συγκεντρωτικά πυρά των οχυρών.

Το Ι/125 γερμανικό τάγμα κινήθηκε ως την περιοχή του Προμαχώνα, όπου καθηλώθηκε από τα μαζικά ελληνικά πυρά, και ιδίως από τα εύστοχα πυρά του ελληνικού πυροβολικού. Η επίθεση του ΙΙΙ/125 τάγματος στο αριστερό του οχυρού απέτυχε επίσης. Οι μάχες εξελίχθηκαν από ανατολικά προς δυτικά
 
Στη Θράκη οι δυνάμεις των ταξιαρχιών Έβρου και Νέστου συμπτύχθηκαν με αποτέλεσμα τα οχυρά Νυμφαία και Εχίνος να περικυκλωθούν, ήδη από τις πρώτες ώρες της 6ης Απριλίου. Παρά τον σφοδρό βομβαρδισμό πυροβολικού και αεροπορίας και τις αλλεπάλληλες επιθέσεις του πεζικού, τα οχυρά άντεξαν όλη την ημέρα και ανάγκασαν τους Γερμανούς να τα παρακάμψουν και να κινηθούν νοτιότερα χρησιμοποιώντας ημιονικές οδούς.

Δυτικότερα, στο οροπέδιο του Κάτω Νευροκοπίου, η επίθεση της 72ης γερμανικής Μεραρχίας επικεντρώθηκε κυρίου στα δυτικά της τοποθεσίας, όπου υπήρχαν οι κύριες οδεύσεις που οδηγούσαν προς Δράμα και Σέρρες. Την περιοχή υπεράσπιζαν οι δυνάμεις του Συγκροτήματος Καραντάγ της XIV Μεραρχίας και η VII Μεραρχία.

Το κύριο βάρος της επίθεσης από τέσσερα γερμανικά τάγματα δέχτηκαν τα οχυρά Λίσσε, Πυραμιδοειδές, που ήλεγχαν την οδό προς Δράμα και Περιθώρι, Μαλιάγκα, που ήλεγχαν την οδό προς Κάτω Βροντού-Σέρρες.
Οι γερμανικές δυνάμεις πεζικού υποστηρίζονταν από πυροβόλα εφόδου και πυροβολικό, αλλά δεν είχαν αεροπορική κάλυψη. Όλες οι κατά μέτωπον επιθέσεις των Γερμανών και οι προσπάθειες διείσδυσης αποκρούστηκαν από τα πυρά των οχυρών και του ελληνικού πυροβολικού.
Η κύρια προσπάθεια των Γερμανών εκδηλώθηκε στη στενωπό του Ρούπελ, στα οχυρά Παλιουριώνες, Ρούπελ, Καρατάς Κάλη και στο Μπέλες.

Στη στενωπό του Ρούπελ, που υπεράσπιζε το Συγκρότημα Σιδηροκάστρου της XIV Μεραρχίας, επιτέθηκε το ενισχυμένο 125ο Σύνταγμα Πεζικού, που είχε λάβει μέρος στις επιχειρήσει στη «γραμμή Μαζινό» με την υποστήριξη πυροβόλων εφόδου, πυροβολικού και 120 περίπου αεροπλάνων στούκας και άλλων μονάδων. Δεν στάθηκε δυνατό πάντως να καταφθάσει ο λόχος από το Σύνταγμα των Βραδεμβούργιων που προβλεπόταν να καταλάβει τη γέφυρα Λουτρών Σιδηροκάστρου. Όπως στο Κάτω Νευροκόπι έτσι και εδώ η επίθεση του Συντάγματος κατέληξε σε πανωλεθρία. Παρά τους ανελέητους βομβαρδισμούς (αεροπορικούς και πυροβολικού) ελάχιστες ζημιές προκλήθηκαν στα οχυρά και το ηθικό των ελληνικών δυνάμεων συνέχισε να είναι ακμαίο. Ωστόσο, γερμανικό τμήμα αποτελούμενο από άνδρες του (αποδεκατισμένου) II/125ου τάγματος κατόρθωσε να διεισδύσει στα νώτα της τοποθεσίας και να οργανωθεί στο ύψωμα Γκολιάμα.

Με την ίδια σφοδρότητα εκδηλώθηκε η γερμανική επίθεση και στο Μπέλες με δύο ορεινές μεραρχίες, μεγάλο αριθμό στούκας και τεράστιο όγκο πυροβολικού (165 πυροβόλα). Οι αγώνες στην περιοχή, που υπεράσπιζε η XVIII Μεραρχία, έλαβαν δραματική μορφή από την πρώτη ημέρα. Μέχρι το τέλος της 6ης Απριλίου οι Γερμανοί της 5ης Ορεινής Μεραρχίας, που επιτέθηκε στην οχυρωμένη τοποθεσία, είχαν καταφέρει, έπειτα από σκληρούς αγώνες και σφοδρό βομβαρδισμό, να επικαθήσουν στα οχυρά Ιστίμπεη και Κελκαγιά, που ήταν κοντά στα σύνορα, και άρχισαν να εκτοξεύουν καπνογόνα αέρια στο εσωτερικό τους και να φράσσουν τα φατνώματα για να αναγκάσουν τη φρουρά τους να παραδοθεί. Η κατάσταση δεν βελτιώθηκε για τους αμυνόμενους ούτε από την εκτέλεση πυρών του ελληνικού πυροβολικού πάνω στα οχυρά εναντίον των ευρισκομένων στην επιφάνεια τους Γερμανών, ούτε από τις ηρωικές αντεπιθέσεις εφεδρικών τμημάτων των οχυρών.

Δυτικότερα, η γερμανική 6η ορεινή Μεραρχία κατάφερε να κινηθεί μέσα από τεράστιους ορεινούς όγκους στο δυτικό τμήμα του όρους, όπου δεν υπήρχαν μόνιμες οχυρώσεις. Οι ολιγάριθμες ελληνικές δυνάμεις πολέμησαν με απαράμιλλο θάρρος, κυρίως οι φρουρές των διάσπαρτων πολυβολείων.
Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι η φρουρά του πολυβολείου Π8 υπό τον λοχία Δημήτριο Iντζο αμύνθηκε έως τις 16:00 προκαλώντας τέτοια φθορά στο εχθρικό τμήμα που ο διοικητής του, εξοργισμένος, αφού συνεχάρη τον Iντζο, διέταξε στη συνέχεια την εκτέλεση του. Στο τέλος της ημέρας οι Γερμανοί είχαν φθάσει στη Ροδόπολη και κατέλαβαν τον σιδηροδρομικό σταθμό, γεγονός που ανάγκασε την ηγεσία του Τμήματος Στρατιάς Ανατολής Μακεδονίας, να διατάξει τη σύμπτυξη της XVIII Μεραρχίας ανατολικά του Στρυμόνα. Παράλληλα επιφόρτισε την XIX μηχανοκίνητη Μεραρχία με το έργο της άμυνας έναντι της 6ης Ορεινής Μεραρχίας στα δυτικά του Μπέλες, από τη λίμνη Δοϊράνη έως την κοιλάδα Ροδόπολης.

Σε όλη τη διάρκεια της 6ης Απριλίου, τα συγκεντρωτικά πυρά του Ρούπελ, αλλά και τα πλευρικά πυρά των οχυρών Παλιουριώνες και Καρατάς προκάλεσαν μεγάλες απώλειες στα τάγματα αυτά, αλλά και στα βαρέα όπλα του γερμανικού 125ου συντάγματος. Μόνον το ΙΙ/125 τάγμα μπόρεσε να εισχωρήσει ανάμεσα στο Ρούπελ και το Καρατάς και να βρεθεί το βράδυ στα νώτα του Ρούπελ, έχοντας όμως χάσει πάνω από τους μισούς άνδρες του.

Την επόμενη ημέρα, 7 Απριλίου οι αγώνες συνεχίστηκαν σε όλο το μέτωπο, άρχισαν όμως να πραγματοποιούνται τα πρώτα ρήγματα στην ελληνική άμυνα. Στη Θράκη, οι δυνάμεις της Ταξιαρχίας Έβρου πέρασαν στο τουρκικό έδαφος όπου αφοπλίσθηκαν, γεγονός που οδήγησε τον διοικητή της υποστράτηγο Ιωάννη Ζήση στην αυτοκτονία στις 9 Απριλίου στα Ύψαλα της Ανατολικής Θράκης. Το οχυρό Νυμφαία αναγκάστηκε να παραδοθεί στις 23.00, αφού υπέστη βομβαρδισμό από το σύνολο του πυροβολικού του XXX Σώματος Στρατού. Δυτικότερα το οχυρό Εχίνος συνέχισε την αντίσταση του όλη την ημέρα, περικυκλωμένο από παντού.
Στο οροπέδιο του Κάτω Νευροκοπίου οι γερμανικές επιθέσεις, εναντίον των οχυρών Λίσσε, Πυραμιδοειδές και Ντάσαβλι αποκρούσθηκαν εκ νέου. Ωστόσο οι Γερμανοί κατέλαβαν το ύψωμα Ουσόγια, βόρεια του Λίσσε και του Πυραμιδοειδούς, ενώ άλλο τμήμα κατέλαβε το ύψωμα Κρέστη, δημιουργώντας προϋποθέσει για την εκβίαση της διάβασης Καλαποτίου και την περαιτέρω διείσδυση στα νώτα της τοποθεσίας. Για την αντιμετώπιση της απειλής συγκροτήθηκε το απόσπασμα Καλαποτίου.

Στον τομέα της XIV Μεραρχίας, η κατάσταση έγινε κρίσιμη καθώς οι Γερμανοί εισέδυσαν στα νότια της τοποθεσίας του Κέντρου Αντίστασης Σταυρός προκαλώντας πλήρη σύγχυση στα ελληνικά τμήματα. Την κατάσταση έσωσε η μοίρα πυροβολικού υπό τον ταγματάρχη Κουρούκλη η οποία, με εύστοχες βολές, κατόρθωσε να ανακόψει τη γερμανική προέλαση, ενώ στις 21:00 ελληνικό απόσπασμα με την υποστήριξη του πυροβολικού κατόρθωσε με τη λόγχη να απωθήσει τους Γερμανούς. Στο οχυρό Περιθώρι η διείσδυση γερμανικού τμήματος στις στοές του οδήγησε σε δραματικό αγώνα σώμα με σώμα και στην εξόντωση των Γερμανών που είχαν εισδύσει. Ταυτόχρονα εκδηλώθηκε αντεπίθεση από τμήμα εφόδου εναντίον των γερμανικών τμημάτων που είχαν επικαθήσει στην επιφάνεια του. Επιθέσει εναντίον του οχυρού Μαλιάγκα δεν είχαν αποτέλεσμα.

Στη στενωπό του Ρούπελ οι Γερμανοί υπέστησαν εκ νέου πανωλεθρία, παρόλο που τα στούκας έκαναν χρήση βομβών των 500 κιλών. Η παρουσία, όμως του γερμανικού τμήματος στην Γκολιάμα αποδείχθηκε επικίνδυνη καθώς υποδείκνυε στόχους στην αεροπορία, με αποτέλεσμα την καταστροφή μιας πυροβολαρχίας διαμετρήματος 6 δακτύλων (150 χιλ.). Οι δυνάμεις της XVIII Μεραρχίας, αφού ολοκλήρωσαν τη σύμπτυξη τους, κατέστρεψαν τις γέφυρες Λουτρών και Μεγαλοχωρίου.

Στο Μπέλες, τα οχυρά Ιστίμπεη Κελκαγιά, αναγκάστηκαν να παραδοθούν, το Αρπαλούκι εκκενώθηκε και μόνο το οχυρό Ποποτλίβιτσα συνέχιζε την αντίσταση του.
Μετά από αυτό δυνάμεις της 5ης Ορεινής Μεραρχίας προωθήθηκαν νοτιότερα φθάνοντας στο Νέο Πετρίτσι. Δυτικότερα στο μέτωπο της XIX Μηχανοκίνητης Μεραρχίας δεν σημειώθηκαν ιδιαίτερα επεισόδια, αλλά η προέλαση της 2ης Τεθωρακισμένης Μεραρχίας στο γιουγκοσλαβικό έδαφος ήταν ραγδαία.
Το απόγευμα της 7ης Απριλίου κατέλαβε τη Στρώμνιτσα αναγκάζοντας τους Γιουγκοσλάβους να συμπτυχθούν δυτικά του Αξιού, και δίνοντας τη δυνατότητα στους Γερμανούς να χρησιμοποιήσουν την κοιλάδα του ποταμού για να εισβάλουν στην Ελλάδα και να υπερκεράσουν την οχυρωμένη τοποθεσία. Για την αντιμετώπιση του κινδύνου διατάχθηκε η XIX Μηχανοκίνητη Μεραρχία να επεκταθεί προς αριστερά και να καλύψει τον διάδρομο του Αξιού, κίνηση απελπισίας περισσότερο, χωρίς πιθανότητα επιτυχίας.

Την 8η Απριλίου η φρουρά του οχυρού Εχίνος αναγκάστηκε να το εκκενώσει. Στο Κάτω Νευροκόπι οι Γερμανοί απέτυχαν και πάλι να καταλάβουν τα οχυρά Πυραμιδοειδές, Λίσσε και Ντάσαβλη, Μαλιάγκα και Περιθώρι. Το ίδιο όμως απέτυχαν και οι προσπαθεί ανακατάληψης του υψώματος Κρέστη από το ελληνικό απόσπασμα Κάλαποτίου. Και τη μέρα αυτή διεξήχθησαν σφοδρές μάχες σώμα με σώμα στο Περιθώρι.

Στις 6:00 το πρωί της 8ης Απριλίου το οχυρό Ρούπελ δέχτηκε νέο σφοδρό βομβαρδισμό από την αεροπορία και το πυροβολικό, που συνεχίστηκε όλη την ημέρα. Όμως οι επιθέσεις των γερμανικών Στούκας, που έρχονταν σε κύματα 40 και 50 αεροσκαφών, δεν έκαμψαν το φρόνημα των Ελλήνων στρατιωτών. Όπως σχολίασε αργότερα Γερμανός αξιωματικός, ήταν η πρώτη φορά που οι γερμανοί αεροπόροι βομβάρδιζαν αντιπάλους που δεν τρέπονταν σε φυγή, αλλά αντίθετα άνοιγαν πυρ με τα τυφέκιά τους κατά των αεροσκαφών από τις θέσεις τους. 
Όταν, το μεσημέρι της 8ης Απριλίου, παρατάχθηκε το ΙΙΙ/125 τάγμα για νέα επίθεση, διαπιστώθηκε ότι το αμυντικό σύστημα του οχυρού λειτουργούσε ακόμα πλήρως. Επιπλέον, οι ελληνικές δυνάμεις αντεπιτέθηκαν κατά του ΙΙ/125 τάγματος στο ύψωμα Γκολιάμα, προξενώντας στους Γερμανούς τόσο βαριές απώλειες, ώστε η διοίκηση του τάγματος ανέφερε προς το Σύνταγμα ότι εφ' εξής ήταν μειωμένης μαχητικής ικανότητας.
 Το απόγευμα οι Γερμανοί ζήτησαν εξάωρη εκεχειρία για περισυλλογή των νεκρών και τραυματιών τους.


Ταγ/χης Δουράτσος Γ.
Κατά την 9η Απριλίου οι γερμανικοί βομβαρδισμοί ήταν μειωμένοι, και στις 15.00 σταμάτησε κάθε εχθρική δραστηριότητα. Την 17:00` επιβατικό αυτοκίνητο που έφερε λευκή σημαία εμφανίσθηκε στην οδό Κούλας- Σιδηροκάστρου. Οι Γερμανοί επιβάτες κατέβηκαν, ύψωσαν λευκή σημαία, καλύφθηκαν και περίμεναν.
Ο Διοικητής του Οχυρού, ταγματάρχης Δουράτσος Γεώργιος, αποστέλλει τον Ανθυπολοχαγό Δαμιανό Ιωάννη με τρεις στρατιώτες στο σημείο συνάντησης για να πληροφορηθεί τι ζητούν αυτοί.

Ο Γερμανός απεσταλμένος ζητούσε την παράδοση του οχυρού διότι υπεγράφη ανακωχή και τα Γερμανικά στρατεύματα εισήλθαν στη Θεσσαλονίκη. Αφού ο Δαμιανός διεβίβασε τους όρους στον Διοικητή Δουράτσο Γεώργιο, αυτός τον διέταξε να επανέλθει προς συνάντηση με τον Γερμανό αξιωματικό και να του ανακοινώσει τα κατωτέρω:

α) Ότι τα οχυρά παραδίδονται μόνον όταν κυριευθώσιν παρά του αντιπάλου.
β) Ότι τοιούτων διαταγών περί ανακωχής κλπ. στερούμεθα παρά των ιεραρχικώς προϊσταμένων μας αρχών.
γ) Ότι διαταγάς λαμβάνομεν και εκτελούμεν μόνον τας προερχομένας εκ των προϊσταμένων μας Αρχών.
δ) Ότι ο αγών θα συνεχιστεί πάσα δε απόπειρα προσεγγίσεως του οχυρού θα συντριβεί


Ο κήρυκας διαβεβαίωσε στην στρατιωτική του τιμή ότι δεν επρόκειτο για απάτη και όρισε συνάντηση για την 6:00 της επόμενης 10/4. Περί την 23:30` ώρα ελήφθη διαταγή πρώτα τηλεφωνικά και μετά εγγράφως για κατάπαυση του πυρός. Μετά την λήψη των διαταγών αυτών η διοίκηση των οχυρών αποφάσισε ομόφωνα την συνέχιση του αγώνα, καθώς και η αντίδραση των ανδρών του οχυρού ήταν ότι ο αγώνας έπρεπε να συνεχιστή. Κατόπιν νέας τηλεφωνικής επικοινωνίας όμως, διαπιστώθηκε ότι η περαιτέρω θυσία ήταν μάταια.

Στη στενωπό του Ρούπελ, η κάθοδος δυνάμεων της 5ης Ορεινής Μεραρχίας στο Νέο Πετρίτσι και η παρουσία του τμήματος του 125 ΣΠ στο ύψωμα Γκολιάμα δημιουργούσαν σοβαρότατη απειλή στο αριστερό της XIV Μεραρχίας, η οποία ενισχύθηκε με διάφορες μονάδες. Στο Μπέλες, παραδόθηκε το οχυρό Ποποτλίβιτσα.
Ενώ, όμως η «γραμμή Μεταξά» παρέμενε σχετικά αρραγής, οι Γερμανοί προήλαυναν ήδη από δύο κατευθύνσεις στα δυτικά του Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας.
Η 2η Τεθωρακισμένη Μεραρχία πέρασε τη μεθόριο κοντά στη Δοϊράνη και κατευθύνθηκε νότια προς Θεσσαλονίκη ανατρέποντας τα ασθενή ελληνικά τμήματα. Ταυτόχρονα, πέντε τάγματα της 6ης Ορεινής Μεραρχίας επιτέθηκαν κατά της τοποθεσίας Κρουσίων, πέτυχαν ρήγμα δυτικά του υψώματος Δοβά Τεπέ και προήλασαν νότια προς Κιλκίς.

Έπειτα από αυτά δεν έμεναν πολλά περιθώρια αντίδρασης στον διοικητή του Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας,  αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Μπακόπουλο. Δυνατότητα σύμπτυξης της στρατιάς δεν υπήρχε και περαιτέρω συνέχιση των μαχών θα οδηγούσε σε άσκοπη αιματοχυσία.

Έπειτα από δύο τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον Αρχιστράτηγο Αλέξανδρο Παπάγο αποφασίστηκε να προταθεί στον διοικητή ης 2ης Μεραρχίας Τεθωρακισμένων , αντιστράτηγο Φάιελ, η σύναψη έντιμης συνθηκολόγησης. Η πρόταση έγινε δεκτή και η συνθηκολόγηση υπογράφτηκε στις 14:00 τα 9ης Απριλίου στη Θεσσαλονίκη. Σε παράρτημα του πρωτοκόλλου αναγνωρίστηκε ο ηρωικός αγώνας του Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας και εκφραζόταν η επιθυμία να μη σταλούν αξιωματικοί και οπλίτες σε στρατόπεδα συγκέντρωσα. Ακόμα συμφωνήθηκε να παραμείνουν στη θέση τους οι πολιτικές αρχές. Η απόφαση συνθηκολόγησης δυσαρέστησε τα μαχόμενα τμήματα και πολλοί θέλησαν να διαφύγουν προς τη μαχόμενη ακόμα Ελλάδα, σκέψη που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε λόγω αντικειμενικών δυσχερειών.
Γερμανικό καθέτου εφορμίσεως

Κατά τα άλλα, οι μάχες συνεχίστηκαν και την 9η Απριλίου. Στον τομέα τα Ταξιαρχίας Νέστου (περιοχή Ξάνθης) οι Γερμανοί απέτυχαν να διαβούν το Νέστο. Στο Κάτω Νευροκόπι, στον τομέα τα VII Μεραρχίας, οι Γερμανοί στο ύψωμα Ουσόγια καθηλώθηκαν από τα σφοδρά πυρά του οχυρού Πυραμιδοειδές και του ελληνικού πυροβολικού, ενώ οι ελληνικές δυνάμεις του αποσπάσματος Καλαποτίου κατόρθωσαν έπειτα από σκληρή μάχη να ανακαταλάβουν το ύψωμα Κρέστη. Δυτικότερα, στο Συγκρότημα Καραντάγ (XIV Μεραρχία) σημειώθηκαν εντυπωσιακές ελληνικές επιτυχίες. Γερμανική δύναμη, μεγέθους τάγματος, που κατόρθωσε να διεισδύσει τη νύχτα 8-9 Απριλίου στα μετόπισθεν του Συγκροτήματος Καραντάγ διαμέσου των οχυρών Περιθώρι και Παρταλούσκα, καταδιώχθηκε κατόπιν θαρραλέας αντεπίθεσης μικτού τμήματος από εφεδρικές διμοιρίες, το οποίο συνέλαβε 102 Γερμανούς αιχμαλώτους. Επιπλέον, γερμανική διλοχία που κατάφερε να καταλάβει το ύψωμα Άγιος Κωνσταντίνος, αντιμετώπισε ελληνική αντεπίθεση που κατέληξε στην ανακατάληψη του υψώματος και την αιχμαλωσία 250 Γερμανών.

Έλληνες στρατιώτες στην Κλεισούρα
Η πρώτη γραμμή στις 14 Απριλίου 1941
Σχέδιο άμυνας του Ελληνικού Στρατού πριν την Μάχη της Κλεισούρας

Μετά την διάσπαση του μετώπου στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα δόθηκε μία από τις τελευταίες μάχες, πριν την συνθηκολόγηση της Ελλάδας. Τα γερμανικά στρατεύματα, μετά την κατάληψη του μεγαλύτερου μέρους της Μακεδονίας, μαζί με την Θεσσαλονίκη, προωθούνταν προς τα δυτικά ώστε να ελέγξουν τις διαβάσεις που οδηγούσαν στα υπόλοιπα ελεύθερα εδάφη. Η Καστοριά αποτελούσε σημαντική βάση πολλών ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων που είχαν στρατεύματα στην Ελληνοαλβανική μεθόριο. Σκοπός της επιχείρησης των ναζιστικών δυνάμεων ήταν ο έλεγχος του περάσματος που συνδέει οδικά την Καστοριά με την υπόλοιπη Μακεδονία, καθώς ήταν ο κύριος οδικός άξονας εκείνη την εποχή.

Οι Γερμανοί, αφού κατέλαβαν την Εορδαία, προχωρούσαν προς τα δυτικά ώστε να καταλάβουν την στρατηγική για αυτούς διάβαση της Κλεισούρας.
Η επίθεση άρχισε στις 13 Απριλίου 1941, αλλά σύντομα αποκόπτεται καθώς συναντά σθεναρή αντίσταση στην προέλασή του μετά την Μάχη της Βευής. Η ελληνική 20η μεραρχία ήταν καλά εδραιωμένη τόσο στην κωμόπολη και στα ορεινά σημεία. Μία από τις χαρακτηριστικές ιστορίες πάνω στην μάχη είναι αυτής του αξιωματικού του Τάγματος Αντιχνευτών Κουρτ Μάγιερ.
Ο Μάγιερ είχε οργάνωσει το τάγμα του σε τρεις ομάδες επίθεσης, με επικεφαλής τον ίδιο και τους αξιωματικούς Κράας και Γιούντσε. Η σφοδρή επίθεση είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί τέτοια ανάγκη οπισθοχώρησης, επειδή οι άνδρες του δεν υπάκουαν σε αλλεπάλληλες διαταγές του να επιτεθούν, που ο Γερμανός αξιωματικός προκειμένου να τους εξαναγκάσει να προχωρήσουν, να εκσφενδονίσει μία χειροβομβίδα. Έως το απόγευμα της 14ης Απριλίου, η κωμόπολη της Κλεισούρας και οι γύρω ορεινές περιοχές είχαν καταλυφθεί και ο δρόμος προς Καστοριά ήταν ανοιχτός.
Η μάχη κατέληξε σε κατάληψη της Κλεισούρας, με 600 στρατιώτες αιχμαλώτους από τις γερμανικές δυνάμεις και με απώλειες ενός αξιωματικού και έξι οπλιτών, ενός Γερμανού χωροφύλακα, και 17 συνολικά τραυματιών. Για τις ενέργειες αυτές, απονεμήθηκε στον Μάγιερ ο Σταυρός των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού στις 18 Μαΐου του 1941.

Τα αίτια της ήττας της 20ης Μεραρχίας οφείλονταν στην σύνθεσή της. Τα περισσότερα ελληνικά τμήματα μετά την Μάχη της Βευής και της πτώσης της γραμμής του Βερμίου, ήταν καταπονημένα, ήρθαν εσπευσμένα, ήταν κατάκοπα, μειωμένα σε έμψυχο και υλικό δυναμικό, καθώς τα τμήματα είχαν χάσει αρκετούς και τα πολεμοφόδια ήταν λίγα. Αλλά η άμυνα ήταν πολύ σημαντική, καθώς είχε εξασφαλίσει 24 ώρες προετοιμασίας για τις άλλες ελληνικές δυνάμεις πεζικού και βρετανικές δυνάμεις τεθωρακισμένων, ώστε να περάσουν στα δυτικά του Αλιάκμονα και να αποφύγουν το βέβαιο εγκλωβισμό. Παράλληλα δόθηκε πολύτιμος χρόνος ώστε να συμπτηχθούν και να προετοιμαστούν με ασφάλεια οι ελληνικές δυνάμεις της Ηπείρου.

 Στη Γραμμή Μεταξά, που είχε κατασκευαστεί για να εξουδετερώσει τη βουλγαρική απειλή, έγιναν τρεις μέρες σφοδρότατων μαχών σε όλα τα σημεία, με ποικίλα αποτελέσματα. Αλλού η γερμανική διείσδυση πέτυχε, αλλού οι επιθέσεις αποκρούστηκαν με σοβαρές απώλειες. Οι αιματηρές επιθέσεις κατά των οχυρών μάλιστα συνεχίστηκαν, ακόμα και όταν διαπιστώθηκε ότι ήταν πλέον άχρηστες. Πραγματικά, πολύ γρήγορα η 2η γερμανική μεραρχία αρμάτων πέρασε μέσα από το γιουσκοσλαβικό έδαφος και στράφηκε προς νότο, μέσα από την κοιλάδα του Αξιού, χωρίς καμία δύναμη να μπορεί να την αναχαιτίσει.
Στις 9 Απριλίου ήταν στη Θεσσαλονίκη, όπου υπογράφηκε η παράδοση των ελληνικών δυνάμεων της ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης, περίπου 60.000 ανδρών. Ο ελληνικός στρατός πλήρωνε την υπερβολική διασπορά των δυνάμεων του. Η γραμμή, που υπεράσπιζαν Έλληνες και Βρετανοί στον Αλιάκμονα, έπεσε και αυτή θύμα μιας νέας κυκλωτικής διείσδυσης των Γερμανών. Οι τελευταίοι προχώρησαν από το Μοναστήρι προς τη Φλώρινα, περνώντας στα μετόπισθεν της διάταξης και απειλώντας ταυτόχρονα τον ελληνικό στρατό στην Αλβανία.

 Ύστερα από σύντομες συγκρούσεις, οι Βρετανοί υποχώρησαν, οι ελληνικές δυνάμεις διαλύθηκαν και τα νικηφόρα ως τότε στρατεύματα της Αλβανίας άρχισαν μια γρήγορη υποχώρηση, την οποία ούτε και αυτήν τη φορά κατάφεραν να εκμεταλλευθούν οι δυσκίνητοι Ιταλοί. Η διαρροή των ανδρών πάντως είχε αρχίσει, και γενικευόταν μόλις οι μονάδες αυτές περνούσαν τα ελληνικά σύνορα.
Ο πόλεμος φαινόταν να είχε τελειώσει. Απέμενε το ζήτημα της αποχώρησης των Αγγλων και της συνθηκολόγησης του ελληνικού στρατού. Στο δεύτερο ζήτημα η κυβέρνηση Κορυζή άφησε την πρωτοβουλία στους ηγέτες των μεγάλων στρατιωτικών μονάδων, καθώς η ίδια είχε επιλέξει την αποχώρηση της στο εξωτερικό μαζί με τα αγγλικά στρατεύματα.



Συνθηκολόγηση

Στις 20 Απριλίου, ο στρατηγός Τσολάκογλου, διοικητής των δύο μεγάλων σχηματισμών του αλβανικού μετώπου, του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας και του Τμήματος Στρατιάς Ηπείρου, από τις 17 Απριλίου, υπέγραψε τη συνθηκολόγηση του στρατού, οι όροι της οποίας μεταβλήθηκαν τις επόμενες μέρες από τους Γερμανούς για να ικανοποιηθούν οι ιταλικές πιέσεις.
Οι Βρετανοί αναχώρησαν με περιπετειώδεις τρόπους για την Κρήτη και την Αίγυπτο, η κυβέρνηση, εκτός από τον πρωθυπουργό Κορυζή, που αυτοκτόνησε στις 18 Απριλίου, η βασιλική οικογένεια και πολλοί αξιωματούχοι αναχώρησαν για την Κρήτη ή το εξωτερικό και οι Γερμανοί κατέλαβαν την Αθήνα στις 27 Απριλίου, ημέρα Κυριακή.
 Η ελληνική επικράτεια, με εξαίρεση την Κρήτη, βρισκόταν πλέον υπό την τριπλή, γερμανική, βουλγαρική και ιταλική κατοχή.
Ο στρατηγός Τσολάκογλου είχε ήδη αποδεχθεί, από τις 25 Απριλίου, τον σχηματισμό της πρώτης κατοχικής κυβέρνησης. Ο εξάμηνος πόλεμος κόστισε στην Ελλάδα 700 περίπου νεκρούς αξιωματικούς (οι μισοί έφεδροι) και 14.000 νεκρούς και αγνοούμενους οπλίτες. Από τους 63.000 τραυματίες του πολέμου, οι 25.000 ήταν παγόπληκτοι.

Τα κίνητρα του Τσολάκογλου και των στρατηγών θεωρήθηκαν διαβλητά, όταν αυτοί ανέλαβαν να σχηματίσουν μια κυβέρνηση συνεργασίας με τις δυνάμεις Κατοχής, ευθύς μετά την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα. Την κατάληψη της ηπειρωτικής Ελλάδας ακολούθησε η κατάληψη της Κρήτης τον Μάιο του 1941.

 Ο ήδη εξαντλημένος από τις πολύμηνες μάχες στην Πίνδο ελληνικός στρατός δεν ήταν σε θέση να αντιπαρατεθεί με τις αριθμητικά πολλαπλάσιες δυνάμεις της Ιταλίας, της Γερμανίας και της Βουλγαρίας, μολονότι 60.000 Βρετανοί, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί, Κύπριοι και Παλαιστίνιοι στρατιώτες προσέφεραν πολύτιμη βοήθεια. Πάντως, ο απελπισμένος αγώνας που δόθηκε μέχρι να σβήσει και η τελευταία εστία αντίστασης, στην Κρήτη, αποτέλεσε μία από τις συγκλονιστικότερες στιγμές του 20ού αιώνα.
Από τους Έλληνες υπερασπιστές των οχυρών της γραμμής Μεταξά, που συνέχισαν να πολεμούν ακόμη και όταν όλα είχαν τελειώσει, μέχρι τους απαράμιλλης ανδρείας Νεοζηλανδούς, από τους οποίους ζητήθηκε να δώσουν και την τελευταία ρανίδα του αίματός τους, στον Πλαταμώνα, η μάχη της Ελλάδας ανέδειξε τα όρια του ανθρώπινου θάρρους. Παρά τα λάθη των Συμμάχων, η Γερμανία χρειάστηκε περισσότερες ημέρες για να θέσει υπό τον έλεγχό της ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, απ' ό,τι χρειάστηκε για να καταλάβει τη Γαλλία. Εντούτοις, απέδειξε, σε όσους ακόμη αμφέβαλλαν, ότι διαθέτει την αρτιότερη πολεμική μηχανή που είχε εμφανιστεί έως τότε στην ιστορία και θα χρειαζόταν χρόνια για να νικηθεί.

Αν και η γερμανική επίθεση δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί από τους Έλληνες και τους Συμμάχους, προκάλεσε απώλειες σε επίλεκτες γερμανικές μονάδες και ενδεχομένως κάποια καθυστέρηση στην έναρξη της γερμανικής επίθεσης κατά της Σοβιετικής Ένωσης,η οποία, τελικά, πραγματοποιήθηκε στις 22 Ιουνίου.
Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν κρίθηκε στα Βαλκάνια, η κλίμακα των δυνάμεων στη γωνία αυτή της Ευρώπης δεν ήταν συγκρίσιμη με αυτή των άλλων μετώπων. Ούτε είναι βέβαιο ότι η γερμανική προέλαση στο σοβιετικό έδαφος καθυστέρησε καθοριστικά λόγω της βαλκανικής εκστρατείας. Αυτό που ανέδειξε όμως ο πόλεμος και η Κατοχή στα Βαλκάνια, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, ήταν ότι η κυριαρχία της ναζιστικής Γερμανίας είχε πολύ λίγους υποστηρικτές, η Γερμανία έπρεπε να επέμβει στρατιωτικά και να υποστεί το κόστος σε έμψυχο και άψυχο δυναμικό μιας μακροχρόνιας επιβολής διά της βίας, εγχείρημα το οποίο τελικά υπερέβαινε τις δυνατότητες της Γερμανίας.


Η πολεμική σημαία του Ρούπελ μετά τη μάχη.
Φυλάσσεται στο Εθνικό-Ιστορικό Μουσείο



Ο αγώνας στο Μπέλες
Γερμανοί στρατιώτες στις μάχες των οχυρών
 
Το οχυρό Ρούπελ μετά τη μάχη


Μεταφορά νεκρού στρατιώτη


ΜΕΓΑΛΟ ΜΕΓΕΘΟΣ ΕΔΩ...

Σημειώσεις - Πηγές - Βιβλιογραφία

- Ιστοσελίδα του Ρούπελ, Roupel gr

- Η γερμανική επίθεση στην Ελλάδα Επιμέλεια: Νικος Χρυσολωρας Καθημερινή 27/6/2010
- Ακαρποι διπλωματικοί ελιγμοί, του Σωτηρη Ριζα, Καθημερινή 27/6/2010
 Ο κ. Σωτήρης Ριζάς είναι διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Ερευνας της Ιστορίας του Νεότερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών.

 - 1941: Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού ΙΜΕ
-Φωτογραφίες από:Ρούπελ 1941: "Τα οχυρά δεν παραδίδονται, αλλά καταλαμβάνονται", εν κρυπτώ
- Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη, Η γερμανική επίθεση στην Ελλάδα 1941
- Καθημερινή, 6 Απριλίου 1941  Η γερμανική επίθεση pdf
- Ρούπελ, ο προμαχώνας της ελευθερίας, Γκαρίτση Αθανασίου, ιστορικού
- Wikipedia, Κλεισούρα
- Άγνωστες φωτογραφίες από το Μέτωπο, Καθημερινή

Βασικά ιστορικά στοιχεία αντλήθηκαν από το βιβλίο του Heinz Richter "Η ιταλογερμανική επίθεση κατά της Ελλάδος" (εκδόσεις Γκοβόστη) και οι φωτογραφίες από τις ιστοσελίδες www.roupel.gr και "Νεώτερη Ελληνική Ιστορία". 
Από τις μάχες των άλλων οχυρών μπορείτε επίσης να διαβάσετε εδώ την εξιστόρηση της μάχης του οχυρού Ιστίμπεη και εδώ την εξιστόρηση της μάχης του οχυρού Νυμφαίας. Μάλιστα ο δεύτερος σύνδεσμος περιλαμβάνει και αναλυτικό ιστορικό της κατασκευής των οχυρών - ένα ιστορικό άκρως διδακτικό, αφού δείχνει ότι η κατασκευή τους έγινε αποκλειστικά με ελληνικά μέσα και με απόλυτο σεβασμό προς το δημόσιο χρήμα: οι συγκρίσεις με τη σημερινή Ελλάδα είναι, και σε αυτό το επίπεδο, καταθλιπτικές.

1) Ηλίας Κοτρίδης: ΡΟΥΠΕΛ, ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΩΝ, Σέρρες 2008

2) ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, Εκδοτική Αθηνών, τόμος ΙΕ

3) Βασίλης Νικόλτσιος, Αναστασία Χαδιά: ΡΟΥΠΕΛ- ΤΟ ΟΧΥΡΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

4) Ιωάννης  Πολιτάκος, Υποστράτηγος Ε.Α: ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

5) Χαρωνίτης Γεώργιος: ΡΟΥΠΕΛ ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1941- ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΕΠΟΠΟΙΙΑΣ

6) Β. Σκουλάτου-Ν. Δημακοπούλου-Σ. Κόνδη, Ιστορία Νεότερη και Σύγχρονη, ΟΕΔΒ, Αθήνα 1983

7) Μανώλης Γλέζος, Εθνική Αντίσταση 1940-1945, Στοχαστής, Αθήνα χ.χ.

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ :

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Σελίδες

NEXT PAGE