Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

Αισώπου μύθοι.

koutsonoura-alepou-1.jpg
Το πάθημα του πελαργού
Ένας αγρότης έστησε μια μέρα στο χωράφι του δόκανα για να πιάσει κάτι γερανούς που του κατέστρεφαν τα σπαρτά. Στις παγίδες όμως πιάστηκε και ένας πελαργός – που είναι πουλί χρήσιμο στη γεωργία. Νιώθοντας το άμοιρο αυτό πουλί το οικτρό τέλος που το περίμενε, όταν ήρθε και το βρήκε ο αγρότης, άρχισε να τον ικετεύει:
- Δεν είμ’ αφέντη γερανός εγώ, που να βλάπτω τα σπαρτά σου. Κι αν θες να βεβαιωθείς, καλέ μου άνθρωπε, γι’ αυτό, ρώτα τα διάφορα ερπετά κι αυτά τα φίδια ακόμα που κάθε μέρα κυνηγώ κι εξοντώνω για μεγάλο κέρδος δικό σου.
Μα ο γεωργός δεν τον λυπήθηκε και του μίλησε σκληρά: «αφού, όπως λες, του είπε, είσαι καλός, γιατί πήγες με τους κακούς να σμίξεις; Εγώ μ’ αυτούς σε έπιασα, μ’ αυτούς θα σε χαλάσω!».

Το μυρμήγκι

Το μυρμήγκι, τον παλιό καιρό ήταν άνθρωπος και δούλευε αδιάκοπα στα χωράφια. Δεν του αρκούσαν όμως οι δικοί του κόποι κι ήθελε να κλέβει και τον καρπό των γειτόνων. Ο Δίας αγανάκτησε τότε για την πλεονεξία του και τον έκανε μυρμήγκι. Αυτός όμως, μ’ όλο που άλλαξε μορφή, δεν άλλαξε συνήθειες, κι έτσι ως σήμερα γυρνώντας στα χωράφια μαζεύει τους καρπούς και τους κόπους των άλλων και τους βάζει στην άκρη για τον εαυτό του.

Ο λύκος και το αρνί

Μια φορά ένας λύκος κυνηγούσε ένα αρνί, κι εκείνο πήγε και κρύφτηκε σ’ ένα αρχαίο ναό. Ο λύκος το φώναξε να βγει λέγοντάς του:
- Αν δε βγεις θα σε βρει ο ιερέας και θα σε θυσιάσει στο θεό. Ενώ αν έβγεις, εγώ δε θα σε πειράξω.
- Είμαι που είμαι χαμένο. Λοιπόν, προτιμώ να γίνω θυσία στο βωμό ενός θεού, παρά να με κατασπαράξει η αφεντιά σου!

Ο άνθρωπος και η τύχη

Ένας στρατοκόπος, που είχε πολύ κουραστεί περπατώντας, έπεσε να κοιμηθεί άκρη – άκρη σ’ ένα νεοσκαμμένο πηγάδι χωρίς πεζούλι. Εκεί που κοιμόταν βαθιά, όλο έγερνε και κινδύνευε να πέσει μέσα, όταν τον ξύπνησε μια περαστική γυναίκα και του έδειξε τον κίνδυνο που διέτρεχε. Ο άνθρωπος την ευχαρίστησε θερμά, εκείνη όμως του είπε:
- Μη μ’ ευχαριστείς, γιατί ό,τι έκανα, για μένα το ‘κανα. Είμαι η Τύχη κι αν έπεφτες μέσα, μ’ εμένα με την τύχη σου θα τα έβαζες, κι όχι με το στραβό σου το κεφάλι που πήγες να κοιμηθείς στον όχτο του πηγαδιού!

Τα σαλιγκάρια

Μια φορά το παιδί ενός γεωργού έψηνε στη χόβολη σαλιγκάρια. Τα σαλιγκάρια, όταν είναι στη φωτιά τσιτσιρίζουν. Ακούγοντάς τα λοιπόν το παιδί, τους φώναξε αγανακτισμένο:
- Αφιλότιμα ζωντανά, το σπίτι σας καίγεται κι εσείς τραγουδάτε;

Ο Βοριάς κι ο Ήλιος

Μια φορά, ο Ήλιος κι ο Βοριάς έπιασαν μια μεγάλη συζήτηση για το ποιος από τους δυο ήταν ο δυνατότερος.
- Εγώ, έλεγε ο Ήλιος.
- Όχι, εγώ, έλεγε ο Βοριάς.
Κι είχαν τόσο πείσμα, ώστε κανένας τους δεν υποχωρούσε μπροστά στον άλλον.
Έτσι όμως, δεν έβγαινε συμπέρασμα, ούτε θα 'βγαινε ποτέ, τόσο πεισματάρηδες που ήταν κι οι δυο τους.
- Σου προτείνω ένα στοίχημα! είπε τέλος ο Βοριάς.
- Τι στοίχημα; ρώτησε ο Ήλιος.
- Να διαλέξουμε στην τύχη έναν άνθρωπο κι όποιος από τους δυο μας καταφέρει και τον γδύσει, εκείνος θα 'ναι ο δυνατότερος .
- Το δέχομαι το στοίχημα! είπε ο Ήλιος.
Σε λίγο, φάνηκε στον κάμπο ένας άνθρωπος, που πήγαινε ολομόναχος.
Άρχισε τότε, ο Βοριάς, να φυσάει δυνατά.
Ο διαβάτης έσκυψε το κεφάλι του και σταύρωσε τα χέρια του, πάνω στο στήθος, για να προφυλαχτεί από τον αέρα.
Ο Βοριάς φύσηξε πιο δυνατά κι ο διαβάτης, κούμπωσε το ρούχο του κι επειδή ο Βοριάς δυνάμωνε το φύσημά του, ο καημένος ο άνθρωπος έβγαλε μια μάλλινη κουβέρτα, που την κουβαλούσε σ' ένα σακί, και τυλίχτηκε μ' αυτήν, για να μην ξεπαγιάσει.
Όσο πιο δυνατά φυσούσε ο Βοριάς, τόσο πιο σφιχτά τυλιγότανε στην κουβέρτα του ο διαβάτης.
Στο τέλος, ο Βοριάς βαρέθηκε κι έπαψε να φυσάει. Γύρισε στον Ήλιο και του είπε:
- Η σειρά σου τώρα να δοκιμάσεις να τον γδύσεις.
Ο Ήλιος πρόβαλε στον ουρανό, μόλις σταμάτησε να φυσάει ο Βοριάς, κι αμέσως ο διαβάτης έβγαλε από πάνω του την κουβέρτα και την έβαλε στο σακί.
Δυνάμωσε τη λάμψη του ο Ήλιος κι ο διαβάτης ξεκούμπωσε το ρούχο του.
Αλλά ο Ήλιος δυνάμωνε όλο και πιο πολύ τη λάμψη του κι ο διαβάτης, που είχε αρχίσει να ιδρώνει, άρχισε να βγάζει ένα-ένα τα ρούχα του, ώσπου, στο τέλος απόμεινε ολόγυμνος και κοιτούσε δεξιά κι αριστερά, μήπως δει κανένα δέντρο για να πάει να ξαπλώσει στον ίσκιο του.
Επειδή όμως δεν έβρισκε δέντρο, έπεσε στο ποτάμι, που περνούσε εκεί κοντά κι έμεινε στο νερό, ώσπου ο Ήλιος, σιγά-σιγά, λιγόστεψε τη λάμψη του.
- Εσύ είσαι ο δυνατότερος! παραδέχτηκε ο Βοριάς, αποχαιρετώντας τον Ήλιο.

Διαβάστε περισσότερα: Αισώπου μύθοι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Σελίδες

NEXT PAGE