Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Αιωτολοακαρνανία: Οι ‘’γύφτοι λαλητάδες‘’, αυτοί οι ‘’πλάστες οι μεγάλοι, που είναι τα έργα τους από ρυθμό κι από όνειρο’’


Οι ‘’γύφτοι λαλητάδες‘’, αυτοί οι ‘’πλάστες οι μεγάλοι, που είναι τα έργα τους από ρυθμό κι από όνειρο’’ , που έχουν τη μουσικότητα στα σπλάχνα τους, αποτέλεσαν και αποτελούν το βασικότερο και τον πιο σημαντικό παράγοντα, το ‘’προσάναμμα‘’ του κεφιού, σε κάθε γλέντι, σε κάθε χαροκόπι.
Οργανωμένοι σε ζυγιές ή κομπανίες γυρίζουν από πανηγύρι σε πανηγύρι, για να προσφέρουν τη διασκέδαση στους γλεντοκόπους και έχουν έναν, παράξενο θα λέγαμε, τρόπο να ‘’μυρίζονται‘’ τις κάθε λογής – λογής ξεφάντωσες, εμφανιζόμενοι ως ‘’από μηχανής θεός‘’ στους γάμους, στις βαφτίσεις και στα σπιτικά γλέντια.
Οι γύφτοι τη μουσική την έχουν από φυσικού τους. Δάσκαλος δεν τους χρειάζεται . Μαθαίνουν την τέχνη του οργάνου από πατέρα σε γιο κι από παππού σε εγγονό. ‘’Το όργανο είναι μεράκι της καρδιάς τους‘’ . Άλλωστε, σε περιοχές ολόκληρες, η οργανική μουσική του τόπου βρισκόταν ανέκαθεν στα χέρια των Γύφτων.

Οι ντόπιοι, επηρεασμένοι από την αντίληψη ότι είναι νοικοκυραίοι δεν καταδέχονταν το επάγγελμα του οργανοπαίχτη, να πηγαίνουν στα πανηγύρια, να στέκονται στη μέση του χορού και να τους κολλάνε οι άλλοι χωριανοί δεκάρες στο κούτελο όπως στους γύφτους, γιατί οι χορευτές, πάνω στο κέφι τους και τον ενθουσιασμό τους, για λόγους κυρίως επίδειξης, σάλιωναν τα νομίσματα και τα κολλούσαν στην ‘’μπάλα‘’, το μέτωπο του οργανοπαίχτη.

 Γι’ αυτό και η λέξη γύφτος έγινε συνώνυμη της λέξης οργανοπαίχτης και αυτός που κρατάει στα χέρια όργανο να λέγεται γύφτος. ‘’Ήρθαν οι γύφτοι‘’ σημαίνει ήρθαν τα όργανα.

Οι γύφτοι, με το οξύ μουσικό τους ένστικτο και το μεγάλο μουσικό τους πάθος, διακρίνονται για τον ωραίο ήχο τους και τη δεξιοτεχνία τους, ‘’που σου στραγγίζει το φυλλοκάρδι‘’. Παρ’ όλη όμως τη δεξιοτεχνία τους, το αξιοσημείωτο είναι ότι ξέρουν τη θέση τους: παίζουν τη μουσική των τραγουδιών και χορών των διάφορων παραδόσεων κάνοντας αυτό που τους ζητάνε.
Παλιότερα οι οργανοπαίχτες αντιμετωπίζονταν από τους γλεντοκόπους με αγένεια και πολλές φορές με απότομη συμπεριφορά όπως χαρακτηριστικά μας λένε και οι παρακάτω στίχοι:

‘’Βάρα, βρε γύφτε, δυνατά και φούσκωνε τα χείλια
μη σπάσω το ζουρνά.
Θέλω τραγούδι πηδητό, σα να μου παίζεις ζίλια
και το νταούλι να βαρεί μαζί διπλοβεργιά!
%ce%bb%ce%b1%ce%bb%ce%b7%cf%84%ce%b1%ce%b4%ce%b5%cf%832
Σήμερα όμως έχουν καλλίτερη μεταχείριση και κάποια προνόμια, έχουν ξέχωρη ύπαρξη।
Στην Αιτωλοακαρνανία μεγάλα μουσικά κέντρα ήταν – και είναι – το Αγρίνιο, η Βόνιτσα, το Μεσολόγγι  και η Ναύπακτος , με ολόκληρους μαχαλάδες από γύφτους μουζικάντες।
Τα μουσικά σχήματα που έκαναν και κάνουν ακόμα έντονη την παρουσία τους στην περιοχή είναι η ζυγιά και η κομπανία.
Η λέξη ζυγιά σημαίνει ζευγάρι, συγκρότημα από δυο ή τρία κύρια όργανα.Είναι δηλαδή ένα ολιγοπρόσωπο λαϊκό συγκρότημα που απαρτίζεται από δυο ζουρνάδες και ένα νταούλι . Ο γύφτος σχημάτιζε τη ζυγιά είτε από την δικιά του αποκλειστικά τη φαμίλια ή από τις γύφτικες φαμίλιες του δικού του ή των διπλανών χωριών .

Η ζυγιά είναι από τα πιο παλιότερα μουσικά σχήματα που δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα και κρατήθηκε, ιδίως στην ύπαιθρο, ίσαμε το τέλος της βασιλείας του Όθωνα και αποτελούνταν αποκλειστικά από γύφτους. Στην Αιτωλοακαρνανία και συγκεκριμένα στην Νότια Αιτωλία αντέχει μέχρι σήμερα με σημαντικά κέντρα της το Αιτωλικό και το Μεσολόγγι.
Εδώ η ζυγιά άκμασε και διατηρήθηκε μέχρι τις μέρες μας χάρη στα ιδιότυπα λαϊκά πανηγύρια, που μόνο εδώ συναντιούνται, με κορυφαία αυτό του Αη – Συμιού, την Πεντηκοστή στο Μεσολόγγι και της Αγι’ – Αγάθης, στις 23 Αυγούστου στο Αιτωλικό. Στα πανηγύρια αυτά, με τον εθνικοθρησκευτικό χαρακτήρα τους τον κυρίαρχο ρόλο τον έχει η ζυγιά και ο υπαίθριος χώρος τέλεσης αυτών, σε συνδυασμό με το συμβολικό περιεχόμενό τους, επιβάλλει τη χρήση οργάνων με οξείς και δυνατούς ήχους .

Οι πανηγυριστές οργανωμένοι σε παρέες αρματωμένων και καβαλαραίων, σύμφωνα με τα πρότυπα των κλέφτικων νταϊφάδων του ’21, ντύνονται τη λευκή φουστανέλα και αριαδιάζουν πάνω της με μια ορισμένη σειρά την ασημένια αρματωσιά, τα λεγόμενα άρματα. Η κάθε παρέα ‘’κλείνει‘’ για τις ανάγκες της διασκέδασής της και τη δικιά της ζυγιά.
Στη λαϊκή ορχήστρα της ζυγιάς τα όργανα είναι τρία: δυο ζουρνάδες και ένα νταούλι. Απ’ τους δυο ζουρνάδες μοναχά ο ένας παίζει τη μελωδία και ο γύφτος οργανοπαίχτης λέγεται ‘’μάστορας ή πριμαδόρος‘’. Αυτός είναι και ο αρχηγός της ζυγιάς. Ο άλλος ζουρνάς κρατάει απλώς το ίσο, δηλαδή το μπάσο και για τούτο ο παίχτης λέγεται μπασαδόρος.

Ο ζουρνάς, από τα αρχαία ακόμα χρόνια, υπήρξε ο πρωταγωνιστής σε όλα τα πανηγύρια καθώς μόνο αυτός είχε τη δύναμη να γεμίζει με τους ήχους τον υπαίθριο χώρο των συγκεντρώσεων. Μέσα από τους ζουρνάδες φαίνεται ότι πέρασαν και σμιλεύτηκαν οι σκοποί της δημοτικής μας μουσικής ενός μεγάλου κομματιού του Ελλαδικού χώρου .
Ανήκει στην ίδια οικογένεια με τον αρχαίο ελληνικό αυλό, όρ-γανο με διπλό καλάμι (γλωσσίδι). Στην περιοχή του Μεσολογγίου ονομάζεται και καλάμι και φτιάχνεται στο μέγεθος των 20 εκ. από διάφορα ξύλα ή από κόκαλα μεγάλων πτηνών. Με τον οξύ και δυνατό του ήχο ο ζουρνάς συνδυάζει τη γλυκύτητα με την αγριότητα.

Ο γύφτος οργανοπαίχτης θα φτιάξει μόνος του το ζουρνά. Αφού ετοιμάσει το σωλήνα του οργάνου και φτιάξει και το στόμιό του, θα τοποθετήσει ύστερα τις τρύπες για τα δάχτυλα. Οι τρύπες θα ανοιχτούν με βάση τούτη την αντίληψη: να πέφτουν άνετα και βολικά τα δάχτυλά του. Το αν θα είναι κουρντισμένο ή όχι το όργανο, ούτε το σκέφτεται ούτε τον ενδιαφέρει. Θα το κουρντίσει την ώρα που παίζει. Θα κανονίσει έτσι το φύσημά του και τα πιασίματα που κάνει, ώστε να βγάλει τις φωνές που θέλει .
Το παίξιμο του ζουρνά αποτελεί για τον γύφτο μια επίπονη προσπάθεια. Για να μπορέσει ο ήχος να βγαίνει συνεχής πρέπει αυτός να γνωρίζει πολύ καλά την καταπληκτική τεχνική της ‘’κυκλικής αναπνοής‘’. Ενώ παίζει, εισπνέει ταυτόχρονα από τη μύτη αέρα και τον αποθηκεύει στη στοματική κοιλότητα. Τα μάγουλά του φουσκώνουν από το πολύ φύσημα, τα μάτια γουρλώνουν και πετάγονται έξω και το πρόσωπό του γεμίζει ιδρώτα, εικόνα που πολύ παραστατικά μας τη δίνει ο Παλαμάς στο ‘’Δωδεκάλογο του Γύφτου‘’.

‘’κι είδα το πρόσωπο του γύφτου λαλητή
αλλασμένο και ωγκωμένο και πλατύ
και πανάθλιο κι από την ασκήμια
κι ήτανε λάχνιασμα και αγώνας
και άμοιαστη φοβέρα‘’.

Όργανο αχώριστο της ζυγιάς είναι και το νταούλι. Είναι αυτό που συνοδεύει του δυο ζουρνάδες και δίνει ξεχωριστό τόνο στο λαϊκό γλέντι. Για να ταιριάζει ο ήχος του με τον οξύ ήχο των μικρών ζουρνάδων κατασκευάζεται και αυτό μικρό. Λόγω του ξηρού όμως ήχου που παράγει λέγεται και τσοκάνι.
Δυο είναι τα χτυπήματα που κάνει ο νταουλιέρης: η διπλο-βεργιά στα γρήγορα τσάμικα και η κυριαρχία του νταουλόξυλου στα αργά. Μερικές φορές πάνω στο χορό σταματούν οι ζουρνάδες και παίζει μόνο του το νταούλι στον ίδιο ρυθμό. Είναι το λεγόμενο ξεροντάουλο.

Στα πανηγύρια των αρματωμένων οι γύφτοι μουζικάντες έχουν ένα δικό τους τρόπο για το ξεκίνημα του γλεντιού. Όλη τους η προσπάθεια επικεντρώνεται στο πως θα ξεσηκώσουν – μερακλώσουν τους πανηγυριστές, για να αποσπάσουν από αυτούς όσο το δυνατόν περισσότερα κεράσματα.
Αρχίζουν το γλέντι παίζοντας το εμβατήριο των αρματωμένων. Στη συνέχεια παίζουν ένα γρήγορο ταξίμι και το ‘’γυρίζουν’’ στο Καραβλάχικο, μια μελωδία που παίζεται στα ‘’έξι δάχτυλα‘’, για να περάσουν στη συνέχεια στη Γαλάτα, μουσικό κομμάτι αρκετά δύ-σκολο γιατί παίζεται στα ‘’τρία δάχτυλα‘’. Μπορεί ακόμα να παιχτεί και το Ράστ, ταξίμι μερακλίδικο.
Παίχτες της ζυγιάς, που με το παίξιμό τους στα τοπικά γλέντια άφησαν εποχή ήταν οι Ποδολοβιτσάνοι και οι Μεσολογγίτες γύφτοι.

Τέτοιοι ήταν: οι μάστοροι ζουρνατζήδες: Χρήστος Καραγιάννης, Ασημάκης Καραγιάννης, Νικόλαος Κουμπούρας, Κων/νος Σαλέας, Κων/νος Αριστόπουλος ή Κακαρούκας, Κων/νος Καραγιάννης και Ασημάκης Μπέκος, οι μπασαδόροι : Γεώργιος Σαλέας, Κων/νος Πα-νόπουλος, Δημοσθένης Μπέκος και οι νταουλιέρηδες Γιάννης Πανόπουλος, Μένιος Κούτρας, Γιάννης Ντόβας και ο Ασημάκης Κούτρας.

Κορυφαίοι σήμερα μάστοροι περιζήτητοι στα τοπικά πανηγύρια είναι: ο Απόστολος Μπέκος ή Καλός, ο Γιάννης Μπέκος και ο Ηλίας Αριστόπουλος ή Κακαρούκας. Ανέφερα τελευταίο τον Αριστόπουλο γιατί προσωπικά τον θεωρώ ως τον καλλίτερο μάστορα του ζουρνά σήμερα στην Αιτωλοακαρνανία.
Η σύγχρονη όμως μουσική εξέλιξη έκανε τους ανθρώπους να μην ανέχονται πια, τον εκκωφαντικό ήχο του ζουρνά γι’ αυτό κι οι γύφτοι άφησαν τα παλιά όργανα κι έμαθαν να παίζουν βιολιά.

Η παραδοσιακή ζυγιά έδωσε τη θέση της σε ένα πιο εξελιγμένο μου-σικό σχήμα, που αρχικά κράτησε το παλιό όνομα ‘’ζυγιά‘’ και αποτελούνταν από νάγια, ένα – δυο βιολιά και από ένα μικρό ντέφι. Στα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα η σύνθεση της ζυγιάς αλλάζει, σχηματίζοντας έτσι την κουμπανία από βιολί, λαούτο και κλαρίνο. Στις αρχές του περασμένου αιώνα, προστέθηκε σ’ αυτά και το σαντούρι.
Η κουμπανία είναι παρέα, ένας συνεταιρισμός, μια συντροφιά από διάφορα πρόσωπα που παίζουν μουσική. Τα όργανα της είναι όλα όργανα εξελιγμένα. Κουρντίζουν πάνω στις ευρωπαϊκές κλίμακες και έχουν ήχο μαλακό και ευέλικτο .
Οι οργανοπαίχτες ήταν συνήθως από το ίδιο χωριό ή και συγγενείς αναμεταξύ τους. Συχνά όμως την αποτελούσαν και οργανοπαίχτες από γειτονικά χωριά. Αυτοί παλαιότερα δεν ήταν επαγγελματίες οργανοπαίχτες. Είχε ο καθένας τις δουλειές τους. Όταν επρόκειτο να γίνει γάμος, αρραβώνες ή σε μέρες γιορτερές, τοπικά πανηγύρια παρατάγανε τις δουλειές τους και συγκροτούσαν την κουμπανία.
Κάποια στιγμή δίπλα στις γύφτικες κουμπανίες άρχισαν να σχηματίζονται και κουμπανίες από ντόπιους οργανοπαίχτες.

Η μεταβολή αυτή σημειώθηκε κυρίως όταν η λαϊκή ορχήστρα άρχισε να εμπλουτίζεται με το βιολί και το κλαρίνο. Με την εξομοίωση όμως που είχε ο γύφτος με τον υπόλοιπο πληθυσμό του χωριού η μεικτή κουμπανία από γύφτους και ντόπιους δεν ήταν σπάνιο πράγμα.
Τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην κουμπανία τον έχει το κλαρίνο.
Στην Αιτωλοακαρνανία και συγκεκριμένα στο Αγρίνιο και το Μεσολόγγι το κλαρίνο πρωτοεμφανίζεται στη λαϊκή ορχήστρα γύρω στα 1890. Εδώ όμως η αντικατάσταση των μουσικών ήχων δεν έγινε τόσο εύκολα.
Παρ’ όλο που τα νάγια ήταν ‘’να τ’ ακούς και να πεθαίνεις απ’ τη γλύκα‘’, το κλαρίνο πάλεψε με τη χοντρή φωνή του ζουρνά για να μπορέσει να επικρατήσει. Τη ‘’μάχη‘’ των δυο αυτών οργάνων ο κλαριτζής Κώστας Καραγιάννης την έδωσε με λίγα απλά λόγια: το κλαρίνο στην αρχή δεν το ήθελαν οι χωριανοί. Η καραμούζα είχε νταούλι και βάραγε, ενώ το κλαρίνο είχε λαούτο και δεν ακουγόταν. Οι πιο πλούσιοι παίρνανε κλαρίνα, οι πιο φτωχοί καραμούζα. Πάντως παραμεράγανε ο κόσμος για τα λεφτά. Το κλαρίνο ήταν το πιο ακριβό, η καραμούζα πιο φτηνή. Λίγο – λίγο, όμως η καραμούζα έφυγε από τον κόσμο’’.

Στην περιοχή του Μεσολογγίου, στα μέσα περίπου του 20ου αιώνα, μπορούσε κανείς να συναντήσει και τα τρία μουσικά συγκροτήματα που αναφέραμε. Έχουμε δηλαδή τρία στάδια μουσικής εξέλιξης και ιστορίας το ένα δίπλα στο άλλο.
Την περιοχή σηματοδοτεί από το 1892 η καλλιτεχνική πορεία και δράση του διάσημου Τουρκαλβανού κλαριντζή Νικολάκη Σουλεϊμάνη (1848 – 1921). Ο Σουλεϊμάνης, αν και καταγόταν από το Λεσκοβίκι, γεννήθηκε στον Αλμυρό του Βόλου κι εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Δυτική Ρούμελη, όπου και παντρεύτηκε. Το μεγαλύτερο μέρος της σταδιοδρομίας του το πέρασε στην Ήπειρο, στο Αγρίνιο, στο Μεσολόγγι και στο Μοριά.

Μερακλής και γλεντιστής, απ’ όπου πέρασε ο Σουλεϊμάνης άφησε εποχή. Άφησε πολλούς και καλούς μαθητές και άπειρους θαυμαστές. Όργωσε όλη την Ελλάδα. Δεν έμεινε περιοχή, δεν έμεινε καφέ – αμάν που να μην έπαιξε.
Την ίδια περίπου εποχή ο Γιάννος Μόσχος ή Φουσκομπούκας (1845 – 1925) από τη Βόνιτσα, που έπαιζε νάι γύρω στα 1870 – 1875, παράτησε το νάι και πήρε κλαρίνο, ένα ‘’κλαρίνο άσπρο και μεγάλο‘’. Ο γιος του ο Κώστας (1878 – 1952), που γεννήθηκε στο Αιτωλικό, έμαθε κλαρίνο από πολύ μικρός. Έξι – εφτά χρονών ήταν που άρχισε και στα οχτώ του βγήκε να παίξει σε γάμο. Στο καφενείο του Κουζέλη στο Μεσολόγγι, που ήταν καφέ – αμάν έπαιξε πολλά χρόνια μαζί με τον Σουλεϊμάνη. Από τα δέκα παιδιά του όργανο παίζουν ο Χρήστος, βιολί και σαντούρι, και ο Αριστείδης, σαντούρι.
Μετά το θάνατο του Σουλεϊμάνη και του Φουσκομπούκα το καλλίτερο κλαρίνο της περιοχής ήταν ο μαθητής του Σουλεϊμάνη, ο Χαράλαμπος Μαριέλης.
Μεγάλος επίσης κλαρινίστας, περιζήτητος στο Ξηρόμερο, το Βάλτο, το Αγρίνιο και το Μεσολόγγι ήταν, παλιότερα, και ο Νίκος Τζάρας (1892 – 1942). Ο Νίκος Τζάρας σε ηλικία 15 χρόνων έφυγε από τα Γιάννενα και εγκαταστάθηκε αρχικά στη Βόνιτσα, για να περάσει στη συνέχεια στην Πρέβεζα. Έμαθε να παίζει κλαρίνο από τον πατέρα του. Το όνομά του άρχισε να γίνεται ευρύτατα γνωστό μετά το 1925. Μαθητής του ήταν ο Βασίλης Μπεσίρης ή Τουρκοβασίλης.

Στην περιοχή έπαιξαν σε πανηγύρια και γάμους και οι τελευταίοι μεγάλοι οργανοπαίχτες από τις σκλήθρες των Χαλακαίων, από τα Γιάννενα και των Σουκαίων από την Άρτα.
Σήμερα η Αιτωλοακαρνανία έχει να επιδείξει πολλούς σπουδαίους τσιγγάνους λαϊκούς οργανοπαίχτες, γνωστούς για το παίξιμό τους και πέρα από τα όρια του νομού.
Γνωστοί στο πανελλήνιο είναι οι κλαριτζήδες Νίκος, Γιώργος και Γιάννης Βασιλόπουλος και ο Κώστας Αριστόπουλος, οι οποίοι παίζουν σε παραδοσιακά καταστήματα των Αθηνών.
Οργανοπαίχτες που παίζουν σήμερα ‘’καλό‘’ κλαρίνο στα πανηγύρια και τους γάμους είναι: ο Ηλίας Αριστόπουλος, ο Θύμιος Αριστόπουλος, τα παιδιά του Κώστας, Γεράσιμος και Γιώργος, ο Βαγγέλης Κοκκώνης και Νίκος θεοδωρόπουλος.

Τους σκοπούς της πλούσιας λαϊκής μας μουσικής παράδοσης, ανάμεικτους με τα κουδούνια των κοπαδιών, τους γρύλους, το κελάρυσμα του ρυακιού, τ’ αηδονολάλημα, τον αχό της θάλασσας, μας τους φυλάξανε οι λαϊκοί –γύφτοι και μη – οργανοπαίχτες. Εκείνοι με το πάθος και την αγάπη τους διασώσανε και δίνουν την φλόγα της παράδοσης από γενιά σε γενιά, σαν παρακαταθήκη.
Η ομορφιά των δημοτικών μας τραγουδιών, η διατήρησή τους και το αναφρεσκάρισμα είναι βέβαια έργο του λαού αλλά με απαραίτητο συνεργάτη το γύφτο οργανοπαίχτη. Ο λαός τα εμπνεύστηκε, τα δημιούργησε, οι γύφτοι όμως τα φορμάρισαν, τα μορφοποίησαν και τα διατήρησαν ατόφια και ολοζώντανα.
Οι λαϊκοί οργανοπαίχτες με το κλαρίνο, το βιολί, το σαντούρι, το νταούλι, το ζουρνά, το λαούτο, τη φλογέρα, δεν άφησαν τη δημοτική μουσική να ξεχαστεί και να ξεφτίσει. Στάθηκαν και στέκονται αιμοδότες της γνήσιας μουσικής παράδοσης και δένουν άρρηκτα το χθες με το σήμερα. Πολλοί από αυτούς, που μίλησαν γνήσια κι ανόθευτα στην ψυχή του λαού, αναδείχτηκαν, δοξάστηκαν, αγαπήθηκαν, πέρασαν τα όνομά τους πάνω από τη λησμονιά.
Κ’ ήρθαν κ’ οι πλάστες οι μεγάλοι
που είναι τα έργα τους από ήχο
κ’ από ρυθμό κ’ απ’ όνειρο είναι
κ’ ήρθαν κ’ οι γύφτοι λαλητάδες
…………………………………………………….
κ’ ήρθαν κ’ οι γύφτοι μουσικοί.
Σημειώσεις
1. Κωστή Παλαμά, ο Δωδεκάλογος του Γύφτου, Λόγος Ζ΄, Αθήναι 1950, σελ. 117.
2. Ό.π.
3. Κομζιάς Γεώργιος (1999), ‘’Το πανηγύρι της Αγι’ – Αγάθης ‘’, σελ. 111, Ασημακόπουλος , Μεσολόγγι
4. Βιργινία Φουσκουμπούκα. Από το βιβλίο της Δέσποινας Μαζαράκη ‘’Το λαϊκό κλαρίνο στην Ελλάδα‘’
5. ό,π. Δέσποινα Μαζαράκη
6. Λαλαπάνος Θωμάς, από το βιβλίο του Κ. Σ. Κώνστα
7. Μαζαράκη Δέσποινα (1984), ‘’Το λαϊκό κλαρίνο στην Ελλάδα‘’, σελ. 33, Β΄ έκδοση, ΚΕΔΡΟΣ, Αθήνα
8. Γιαννακόπουλος Τάκης (1979), ‘’οι Γύφτοι και το Δημοτικό μας τραγούδι ‘’,σελ. 14, ‘’ΑΤΕΡΜΩΝ‘’, Αθήναι
9. ό.π. Κομζιάς Γεώργιος
10. ό.π. Γιανακόπουλος Τάκης
11. ό.π. Κομζιάς Γεώργιος, σελ. 117
12. Παπαδάκης Γεώργιος (1999), ‘Όργανα και οργανοπαίχτες ‘’, Αρχείο Ραδιοφώνου
13. Μαζαράκη Δέσποινα, σελ. 18.
14. Κ.Σ. Κ.ωνστας, Βλέπε και Γ.χ. Κομζιάς ‘’Το πανηγύρι της Αγι’ – Αγάθης‘’, σελ. 123 – 124.
15. Δέσποινα Μαζαράκη , σελ. 21.
16. Δέσποινα Μαζαράκη , σελ. 21
17. Κ.Σ. Κώνστας, σελ. 358.
18. Δέσποινα Μαζαράκη, σελ. 37.
19. Δέσποινα Μαζαράκη, σελ. 36
20. Δέσποινα Μαζαράκη, σελ. 34
21. Ηλίας Αριστόπουλος, Αγρίνιο λαϊκός οργανοπαίχτης
22. Γιαννακόπουλος Τάκης, Βλέπε και Γ.Χ.Κομζιάς, σελ. 114.
23. Μιχάλης Τσώνης, ‘’Οι λαϊκοί οργανοπαίχτες‘’, περιοδικό ΜΟΥΣΙΚΗ, 1977 – 78.
24. Κωστής Παλαμάς.
ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΟΜΤΖΙΑ
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ: radioaetos.com
 http://radioaetos.com/%ce%b1%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b1%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%bd%ce%b1%ce%bd%ce%af%ce%b1%ce%bf%ce%b9-%ce%b3%cf%8d%cf%86%cf%84%ce%bf%ce%b9-%ce%bb%ce%b1%ce%bb%ce%b7%cf%84/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σελίδες

NEXT PAGE