Ο Έρωτας στην
Αρχαία Ελλάδα
Μέσα από τις Αγγειογραφίες
Η ερωτική ζωή στην ελληνική αρχαιότητα — αλήθειες και ψέματα για τον κόσμο που δεν θεωρούσε ποτέ τον έρωτα αμαρτία.
Στην αρχαία ελληνική κοινωνία, η σεξουαλική έλξη και πράξη ήταν αποδεκτές. Οι Έλληνες τα αντιμετώπιζαν με αβίαστο και απροβλημάτιστο τρόπο.
Ο έρωτας συνδέθηκε με τις έννοιες της δύναμης, της ελευθερίας και της αλήθειας του Πλάτωνα. Η γέννηση του έρωτα και τα σύμβολά του, οι ερωτικοί μύθοι, οι έρωτες των θεών, ο γάμος, οι εταίρες και η πορνεία, η ομοφυλοφιλία και η φιλοσοφία.
Μια συναρπαστική μελέτη της ερωτικής ζωής στην αρχαία Ελλάδα, σε έναν τόπο που οι άνθρωποι δε θεωρούσαν ποτέ τον έρωτα αμαρτία.
Οι παραστάσεις με ερωτικό περιεχόμενο στην αρχαία Ελληνική αγγειογραφία αποτελούν ένα σημαντικό και ενδιαφέρον corpus, μέχρι σχετικά πρόσφατα άγνωστο ή οικείο μόνο σε περιορισμένο κοινό — όχι γιατί είναι χαμηλότερης αισθητικής αξίας από τις απεικονίσεις άλλων θεμάτων, αλλά γιατί έρχεται σε αντίθεση με τον τρόπο που η δική μας κοινωνία αντιλαμβάνεται τον έρωτα και την ερωτική πράξη.
Θέματα όπως η φυσική και απενοχοποιημένη υπόσταση της ερωτικής έκφρασης, η πολυγαμικότητα, η παιδεραστία, η ομοφυλοφιλία ή τα ομαδικά όργια αποτελούν για τον αρχαίο Ελληνικό κόσμο αποδεκτούς και συνήθεις θεσμούς ενός κώδικα ηθικής τελείως διαφορετικού από τον τρόπο με τον οποίο η δική μας κοινωνία θεσμοθετεί την ερωτική συμπεριφορά.
Η γνώση του διαφορετικού θεσμικού πλαισίου μέσα στον οποίο αναπτύσσεται η ερωτική επιθυμία και εκφράζεται η ερωτική ορμή είναι απαραίτητη για την κατανόηση και απόλαυση αυτών των παραστάσεων.
Η αγγειογραφία είναι ιδιαίτερα πλούσια σε ερωτικές παραστάσεις από τα Αρχαΐκά χρόνια του 6ου αιώνα μέχρι και το τέλος του Κλασσικού κόσμου. Μετά τον 4ο αιώνα η ερωτική ορμή περιορίζεται στην κατώτερη περιοχή της επιφανειακής ικανοποίησης και παρακμάζει η έννοια της σωματικής και πνευματικής ενότητας ως έκφραση ηθικού ιδεώδους, καθώς και η μέχρι τότε άρρηκτη σχέση μεταξύ ερωτικού και ιερού.
Οι ερωτικές παραστάσεις περιλαμβάνουν απεικονίσεις θρησκευτικού περιεχομένου, αποτροπαΐκού χαρακτήρα και εκφράσεων της καθημερινής ερωτικής ζωής των Αρχαίων Ελλήνων.
ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ
Σε κοινωνίες αγροτικού τύπου όπου η γονιμότητα της γης και η ευγονία των γυναικών διασφαλίζουν την αναπαραγωγή του είδους, την επιβίωση και την ισχύ της κοινωνίας, οι αναφορές δεν γίνονται μόνο μέσα από εικόνες που τις σηματοδοτούν αλλά και μέσα από τις άμεσες ή έμμεσες αναφορές στην ερωτική επιθυμία και τη γενετήσια πράξη καθώς και στα σύμβολα και όργανά τους.
Σε μία ανδροκρατούμενη κοινωνία όπως η Ελληνική το συχνότερο σύμβολο είναι ο φαλλός. Φαλλός με φτερά («έρως πτερός») ως σύμβολο της αναπεπταμένης επιθυμίας, υπερμεγέθη ομοιώματα φαλλών ως τελετουργικά αντικείμενα, φαλλός με οφθαλμό ως σύμβολο της ανδρικής δυνατότητας να βλέπει και να ερμηνεύει τον κόσμο, «Ερμείες» με ιθυφαλλικές παραστάσεις τοποθετούνταν έξω από τα σπίτια ή σε δημόσιες οδούς.
Η παρουσία του φαλλού-συμβόλου διώχνει το κακό και υπαινίσσεται την γενετήσια επιθυμία ως το θετικό σύμβολο ζωής που ξορκίζει το φόβο του θανάτου. Ακόμη και σήμερα, στον 21ο αιώνα, σε ζευγάρια μετά από μια τελετή κηδείας η ερωτική συνεύρεση είναι συχνότερη — αυτή δίνει την αίσθηση της αθανασίας.
ΤΟ ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΠΟΛΛΩΝΕΙΟ
Σε άμεση συνάρτηση με γονιμικές λατρείες βρίσκεται και μια ομάδα παραστάσεων Διονυσιακού περιεχομένου στις οποίες οι ακόλουθοι του Διονύσου (Σάτυροι, Σειληνοί, Μαινάδες) συμμετέχουν σε πομπές-τελετουργίες όπου ταυτόχρονα με το κρασί που ρέει άφθονο, σε μια περιρρέουσα ερωτική ατμόσφαιρα, χαλαρώνουν τα δεσμά της λογικής συμπεριφοράς και τα ένστικτα αχαλίνωτα επιδίδονται σε πομπές με χορούς, τραγούδια, κρασί και ερωτικές περιπτύξεις.
ΕΡΩΤΕΣ ΘΕΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΕΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ
Ενδιαφέρουσες μυθολογικές και θρησκευτικές παραστάσεις με ερωτικό περιεχόμενο αποτελούν και οι παραστάσεις εκείνες που απεικονίζουν συνευρέσεις μεταξύ θεών και θνητών ή μεταξύ μυθολογικών προσώπων με συνηθέστερο το θέμα της αρπαγής: Δίας-Γανυμήδης, Βορρέας-Ωρείθυια, Ηρακλής-Νέσσος-Διηάνειρα, Άδης-Περσεφόνη, Διόσκουροι-Λευκιππίδες, Πέλοψ-Ιπποδάμεια και άλλα.
Παρά το γεγονός ότι οι σκηνές αυτές έχουν έντονα ερωτικό περιεχόμενο, η γενετήσια πράξη καθαυτή σπάνια απεικονίζεται, δίνοντας τη θέση της στην έκφραση του ερωτικού πόθου μέσα από την επιδίωξη του έρωτα και την αφηγηματικότητα των γεγονότων — αποκαλύπτοντας έτσι την υπεροχή του ελεγχόμενου στοιχείου στον κόσμο των ανώτερων θεών και των ηρώων, την προτεραιότητα του «ορθού λόγου» απέναντι στην στοιχειώδη φύση των ενστίκτων.
Οι καθαυτό ερωτικές παραστάσεις — με την έννοια της απεικόνισης της γενετήσιας λειτουργίας — είναι εκείνες που αφορούν στην ερωτική ζωή των καθημερινών ανθρώπων στα πλαίσια των τριών κυριότερων θεσμών: του γάμου, της πορνείας και της παιδεραστίας.
Ο ΓΑΜΟΣ
Σπάνια ερωτικές παραστάσεις αναφέρονται στο θεσμό του γάμου. Η ιδιωτική ζωή των ζευγαριών, η υπόληψη της αστής συζύγου, αλλά κυρίως ο χαρακτήρας και ο τύπος του θεσμού δεν το επέτρεπαν. Ο γάμος στην Κλασσική Ελλάδα σπάνια ήταν αποτέλεσμα ερωτικής έλξης — συχνά το ζευγάρι δεν είχε ιδωθεί ποτέ πριν τον γάμο — και στην ουσία αποτελούσε έναν θεσμό συντήρησης και διαιώνισης του «οίκου», αποσκοπώντας στη δημιουργία νόμιμων απογόνων.
Παραστάσεις με θέματα γάμου υπάρχουν πολλές και θαυμάσιες αλλά το ερωτικό στοιχείο μόνο υπαινικτικά αποδίδεται: κάποιο άνοιγμα στο μέσα δωμάτιο όπου υπάρχει η κλίνη, κάποιος περιρρέων ερωτισμός κατά τη διάρκεια της νυμφαγωγίας, το τελετουργικό λουτρό εξαγνισμού των μελλονύμφων, το κυδώνι που προσέφεραν ως ερωτικό σύμβολο της Αφροδίτης. Ταυτόχρονα με τον γάμο υπήρχε ο θεσμός της παλλακείας.
Οι παλλακίδες ήταν μη νόμιμες σύζυγοι· συζούσαν με τους άντρες τους είτε ως ζευγάρι, είτε παράλληλα με τις νόμιμες συζύγους. Δεν είχαν ωστόσο τη δυνατότητα να γίνουν νόμιμες σύζυγοι διότι δεν ήταν Αθηναίες πολίτισσες αλλά μέτοικοι ή απελεύθερες.
ΠΟΡΝΕΙΑ ΚΑΙ ΕΤΑΙΡΕΣ
Η γυναίκα, η οποία ως ευυπόληπτη σύζυγος ήταν αποκλεισμένη από τη δημόσια ζωή και περιορισμένη στο χώρο του σπιτιού, εμφανίζεται στην αγγειογραφία σε ερωτικές συνευρέσεις ή συναλλαγές με άνδρες μέσα από τον θεσμό του αγοραίου έρωτα, της πορνείας.
Οι πόρνες (από το ρήμα πέρνημι = διαθέτω με αντάλλαγμα) ήταν κυρίως δουλοπάροικοι, αιχμάλωτες πολέμου, απελεύθερες ή μέτοικοι. Εργάζονταν είτε σε δημόσια πορνεία — ιδρυθέντα ήδη από τα χρόνια του Σόλωνα — είτε σε ιδιωτικούς οικίσκους. Το πορνικόν τέλος, ο φόρος δηλαδή που πλήρωναν οι πόρνες, ήταν από τα σημαντικά έσοδα του κράτους.
Συχνή είναι η απεικόνιση καλοντυμένης πόρνης να κρατά αδράχτι και να γνέθει — σύμβολα άψογης ευυπόληπτης αστής — ως στοιχείο γυναικείου καθωσπρεπισμού και ελκτικής δύναμης.
Η ανώτερη πορνεία που ασκούσαν οι εταίρες δεν ήταν η ταχεία ικανοποίηση της σωματικής ανάγκης που ζητούσε κάποιος σε ένα πορνείο, αλλά ένας ψυχαγωγικός ερωτισμός που έχαιρε κοινωνικής εκτίμησης και συνεχούς φήμης.
Η φήμη των εταίρων δεν οφειλόταν μόνο στα ιδιαίτερα προσόντα τους, σωματικά και πνευματικά, ούτε στην οικονομική τους επιφάνεια, αλλά και στις βαθύτατες σχέσεις τους με επιφανή πρόσωπα της κοινωνίας: Ασπασία-Περικλής, Λαΐς-Απελλής, Λαΐς-Διογένης, Φρύνη-Υπερείδης, Φρύνη-Πραξιτέλης, Τιμάνδρα-Αλκιβιάδης, Λεόντιον-Επίκουρος αποτελούν λίγα από τα πολλά διάσημα ζευγάρια εταίρων κι επιφανών ανδρών.
Οι εταίρες ήταν πόρνες ιδιαίτερης καλλονής, υψηλού επιπέδου, συχνά Ιωνικής ή Αιολικής προέλευσης, με γνώσεις μουσικής και χορού, με καλούς τρόπους. Πρόσφεραν κυρίως τις υπηρεσίες τους κατά τη διάρκεια του τυπικού ελληνικού προτύπου της ανδρικής ψυχαγωγίας, του συμποσίου, χορεύοντας, τραγουδώντας, παίζοντας αυλό, συμμετέχοντας σε συζητήσεις.
Ο «κώμος», το τελευταίο και χαλαρότερο μέρος του συμποσίου κατά το οποίο οι κωμαστές παρασύρονταν σε ερωτικές εντάσεις και σεξουαλικές περιπτύξεις, αποτελεί το πλουσιότερο πεδίο για τους αγγειογράφους της εποχής. Το εύρος των παραστάσεων εκτείνεται από τη συγκρατημένη τρυφερότητα μέχρι την απώτατη αισθησιακή ηδονή και από τη θωπεία μέχρι το άνευ ορίων αχαλίνωτο ομαδικό σεξ.
Η οπτική σήμανση των σκηνών επιτυγχάνεται και με ένα πλήθος παραπληρωματικών στοιχείων όπως κλίνες συμποσίου, αναρτημένες θήκες αυλών, καλάθια φαγητών, λεκάνες νερού, καθώς και μέσα από παιγνίδια με «όλισβους» (δερμάτινους φαλλούς), δαφνοστεφανομένους συμποσιαστές και συμμετοχή ανδρών και γυναικών στον «κότταβο».
Απεικονίζονται όλοι οι τρόποι γενετήσιας επικοινωνίας με ποικιλία και φαντασία στους τρόπους συνεύρεσης. Κατά τον 6ο αιώνα άνδρες και γυναίκες ενώνονται ιστάμενοι ή αγκαλιάζονται καθισμένοι ο ένας πάνω στον άλλον σε μετωπική συνήθως στάση, με τα βλέμματα να διασταυρώνονται.
Από τις αρχές του 5ου αιώνα η γυναίκα, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, απεικονίζεται σε στάση ταπεινοπρεπή, αποκλείεται από την οπτική συμμετοχή στα τεκταινόμενα και υποβιβάζεται σε ένα ρόλο σεξουαλικού αντικειμένου. Δεν είναι τυχαίο ότι η μεταβολή αυτή συντελείται ταυτόχρονα με τη νεοιδρυθείσα Δημοκρατία και τους Περσικούς πολέμους.
Ο ΠΑΙΣ ΚΑΛΟΣ — Η ΠΑΙΔΕΡΑΣΤΙΑ
Συχνότατες στην αγγειογραφία είναι οι λεκτικές («ο παις καλός» = τι ωραίος νέος) και εικονογραφικές αναφορές στις σχέσεις μεταξύ ανδρών, οι οποίες έχαιραν υψηλής κοινωνικής εκτίμησης — κάτι που ξενίζει τον σημερινό θεατή.
Κατά την αρχαιότητα ωστόσο, όχι μόνο στην Αθήνα αλλά σχεδόν σε ολόκληρο τον Ελληνικό κόσμο, η παιδεραστία αποτελούσε έναν κοινωνικό θεσμό καθιερωμένο και καταξιωμένο — ένα είδος παιδαγωγικού έρωτα με απαραίτητο πνευματικό και ψυχικό δεσμό που αποσκοπούσε στη διδασκαλία προτύπων συμπεριφοράς, στη μεταβίβαση αξιών για τη ζωή και στη διαπαιδαγώγηση προς το πρότυπο του «καλού καγαθού».
Η παιδεραστική σχέση αναφέρεται στο δεσμό ενός ώριμου άνδρα (αποδίδεται συνήθως γενειοφόρος), του «εραστή», και ενός παίδα, του «ερώμενου», ενός νεαρού αγοριού ανάμεσα στα 13 και 19. Ο εραστής γοητεύεται από το κάλλος του εφήβου και ο έρωτας αυτός γίνεται κίνητρο για γνώση της ομορφιάς μέσω της οποίας φτάνει στη γνώση και κατάκτηση του Ωραίου.
Ο ερωμένος γοητεύεται από το πρότυπο συμπεριφοράς και γνώσης του ώριμου άνδρα που εκπροσωπεί τον εγγυητή των ηθικών αρετών και της ανδρείας. Στη υψηλή θεώρηση της παιδεραστίας συνηγορεί η αντίληψη περί κατωτερότητας της γυναίκας — όχι μόνο σε ηθικό αλλά και σε σωματικό επίπεδο — και η εξοικείωση με το γυμνό ανδρικό σώμα στα γυμνάσια και τις παλαίστρες.
Στην εικονογραφία οι συχνότερες παραστάσεις παιδεραστικού περιεχομένου αφορούν στην ερωτική υποψηφιότητα των εραστών μέσα από δώρα παιδαγωγικής σκοπιμότητας (στέφανος, κλάδος, πλάκα γραφής) ή δώρα-σύμβολα (λαγός και ζαρκάδι για το κυνήγι, πετεινός για την αγωνιστική αρετή). Αντίστοιχα με τη σχέση μεταξύ ανδρών, υπήρχαν — ιδιαίτερα στην Αρχαΐκή περίοδο — δεσμοί ανάμεσα σε ένα νεαρό κορίτσι και σε μια ωριμότερη γυναίκα στα πλαίσια των χορικών ομάδων.
Ο ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ
Η ερωτική έλξη και η σεξουαλική πράξη στην Αρχαία Ελλάδα έχουν θετικούς προσδιορισμούς· είναι σαν υποστάσεις φυσικές, ανοιχτές, διευρυμένες και όχι προβληματικές. Η ρύθμιση του έρωτα με βάση ηθικούς κανόνες δεν γίνεται μέσα από έναν κώδικα υποχρεωτικής για όλους διαγωγής, με σύσταση ή απόρριψη ορισμένων τρόπων σεξουαλικής πράξης.
Η σημαντικότερη απαίτηση είναι η ικανότητα χαλιναγώγησης της στοιχειώδους φύσης και ορμής μέσα από την πολιτιστική προτεραιότητα του ορθού λόγου και της τήρησης του μέτρου.
Η σεξουαλική ηθική προβληματίζει την ελληνική σκέψη ως σχέση ανάμεσα στην άσκηση της ελευθερίας του ατόμου, των μορφών της εξουσίας του και της πρόσβασής του στην αλήθεια. Και είναι αυτή η πρόσβαση στη αλήθεια με την οποία συγγενεύει ο άνθρωπος που του αποκαλύπτεται μέσα από τη σχέση του με τον άλλον άνθρωπο και η συνειδητοποίηση της ικανότητας του ατόμου να ανακαλύψει και να διαφυλάξει αυτή τη σχέση προς την αλήθεια...
«Η σημαντικότερη απαίτηση είναι η ικανότητα χαλιναγώγησης της στοιχειώδους φύσης και ορμής μέσα από την πολιτιστική προτεραιότητα του ορθού λόγου και της τήρησης του μέτρου.»
ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΕΡΩΤΙΚΩΝ ΣΤΑΣΕΩΝ
Για όσους ίσως δεν διαθέτουν φαντασία ή για να γνωρίσουν καινούργιες ερωτικές στάσεις, κυκλοφορούσαν οδηγοί — κυρίως σε κύπελλα πόσεως.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου