Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

«Ο …ΜΑΙΚΛ ΑΠΟ ΤΟ …ΦΙΣΚΑΡΔΟ!»

Γράφει ο Μπάμπης Κ.Μώκος
«Αδερφό γιατρό κι’ αν έχεις,
το τυρί καθάριζέ το!».-
 (Κεφαλλονίτικη παροιμία)
Δεν είναι …βλάχος ο Θεός! Ξέρει τι έκανε και ξέρει τι κάνει. Έπιασε και έφτιαξε σοφά τον κόσμο. Και δέντρα και νερά και θάλασσες και νησιά.

Έφτιαξε και την Κεφαλλονιά. Πανέμορφη, μυστήρια, παράξενη η Κεφαλλονιά, πιο μυστήριοι, ιδιότροποι, πανέξυπνοι και …καπάτσοι οι Κεφαλλονίτες.

Μηχανεύονται  ό,τι δεν φαντάζεσαι, τσακώνονται, κογιονάρει ο ένας τον άλλο, πειράζει ο ένας τον άλλο, ύστερα μονιάζουν, παίρνουν τις κιθάρες και…  «Εις τον αφρό της θάλασσας η αγάπη μου κοιμάται!..ο!ο!ο!».

Παράτησε το Φισκάδο ο Γεράσιμος, πέρασε τον Ατλαντικό και είπε να βρεί την τύχη του. Πιατάς ο Γεράσιμος-μούλιασαν πέντε χρόνια τα χέρια του στη λάντζα και είπε:
-Και γιατί οι άλλοι κάνουν τόσες δουλειές; Ποιος είμαι εγώ;

Είμαι ωρέ εγώ Κεφαλλονίτης που δηλαδή θα πεθάνω μια ζωή στα …πιάτα;  Σκέφτηκε, σκέφτηκε, μάθησε την …κούτρα του να κατεβάσει ιδέες και έβαλε σε …γραμμή το…σχέδιο!.

Ποδιά…τιραντάτη, έσιαξε –ταίριασε και φόρεσε σκούφο αρχιμάγειρα ολόλευκο-χιονάτο και …αψηλό, που στη μόστρα του έγραφε  Michael the best.

Πήρε κι’ένα καρότσι, απάνω μια βιτρίνα, στις δυο απάνω γωνιές της δυο σημαίες μια αμερικάνικη και μια ελληνική, στήθηκε γωνία 52ης και πούλαγε χότ-ντόγκια στους περαστικούς. Ύστερα το καρότσι έγινε καντίνα και η καντίνα μαγαζί, γωνιακό παρακαλώ. Έγραφε και η επιγραφή «Ελλάς - Η ωραία Κεφαλληνία» κι’ ο κόσμος, η πελατεία …μελισσοσμάρι.

Στήθηκε το μαγαζί, κάποιος έγραψε σε έναν τοίχο: «Κεφαλλονίτικος παπάς…τα δώδεκα ευαγγέλια τα βγάζει …δεκατρία!», ρωτούσαν οι Αμερικάνοι Wat is that, έκανε το… εξπλέιν ο Γεράσιμος, έσκαζαν όλοι στα γέλια και γέμιζε o…μπεζαχτάς του Γεράσιμου.

Το είχε εμπεδώσει καλά το…θέμα ο Γεράσιμος:  «Η Αμερική είναι για μπίζνες. Πούλα όποτε, όπου και ό,τι θές, ακόμα και…αέρα, αρκεί να πληρώνεις τους φόρους!».

Βαριούνται οι Αμερικάνοι τα μακρόσυρτα ονόματα και ο Γεράσιμος έγινε …Μάικλ και πολύ το γουστάριζε και καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι.

Πέρασαν τα χρόνια έκανε …σερμαγιά ο… Μάικλ, έφτασε στα 50 και είπε: Η Αμερική είναι για τους Αμερικάνους και  Ελλάδα για μας. Μια ο νόστος για την πατρίδα, μιά η κυρά του που δυσκολεύονταν στη γλώσσα στα… μάρκετ και στην… κλεισούρα, το συζήτησε, το αποφάσισε και κάποιο απομεσήμερο τα φόρτωσε και έσκασε στην πατρίδα.

Και βρέθηκε στην Κεφαλλονιά, άναψε ένα κερί στον Άγιο, χασομίλαγε με πολλούς από τους ντόπιους, τράβαγε τις βόλτες του κι΄αίντε να περνάει η ημέρα.

Ως εκεί, μέχρι που  μια μέρα βγαίνοντας από ένα προποντζίδικο πέφτει απάνω στον Γιώργη τον Αντζουλάτο.
Κοντοξάδερφος ο Γιώργης, είχανε καιρό να βρεθούνε, ήπιαν από κάνα δυο …ρομπόλες  και ρώτησε ο Γιώργης:
-Ωρέ ξάδερφε παίζεις;
-Να, κανένα Κίνο, κανένα στοιχηματάκι 5, 10 ευρώ να περνάει δηλαδή η ώρα. Τι να κάνεις ορέ ξάδερφε βόλτες στα καντούνια(σοκάκια) και τα καταπόρια (στενά δρομάκια). Να κλωθογυρίζω (περιφέρομαι) σαν κογιάμπαλο (χαζός), σαν δεούτελο (βλάκας, άχρηστος), χωρίς σκοπό, μονητάρως (όλως διόλου); Ισα να κοτσάρω (να παίρνω απάνω μου).
-Λογάτε (σαν να λέμε), αηδίες.
-Τι αηδίες ρε Γιώργη;
-Ναίσκε  ρε ξάδερφε, αηδίες, αυτά δεν είναι για σένα, δεν είσαι κανένα κογιόνι (κορόιδο), για σένα αυτά είναι μικρά, αλλού είναι τα λεφτά.
-Και πού είναι τα λεφτά;
-Στο ιποδρόμιο. Εκεί είναι το χοντρό χαρτί.
-Δηλαδή; Και τι ξέρεις εσύ από ιπποδρόμιο;
-Το γάλα της μάνας τους!. Ούλα και ούλους τους ξέρω. Και τα κόλπα, και πως γίνεται το παιχνίδι. Και τους αναβάτες τον Κεράτσα, τον Σωτηρόπουλο, τον Καζάκο και τον Φορτετσανάκη και τον Γάλαρη. Ούλους και ούλα τα ξέω. Και τους …σταυλίτες και τα καβάλια (τα άλογα), ούλα!
-Τι μου λές;
Μια ζωή μπρόκος (μπατίρης), μπόμπολας (σαλιγκάρι), μούτρο, μάρκα και …αλογομούρης ο Γιώργης, μια ζωή στο ψάξιμο πώς να βρει το…κολάι και να τα …πάρει, μυρίστηκε …ψητό και σου λέει: Εδώ είναι το…ψαχνό!
Ρωτούσε ο Γεράσιμος και εξηγούσε ο Γιώργης;
-Να ,βάζεις τόσα, παίρνεις τόσα, κάνεις συστήματα παίρνεις κι΄άλλα. Αλλά το μεγάλο κόλπο είναι αλλού. Κι’ αν το κάμουμε θα με μερετάρεις (θα με ευγνωμονείς!). Να ξεφύγουμε, να μην μετρούμε κάθε μέρα μιόβολα (πεντάρες).
Να αράζουμε και να τρώμε ολοημερίς γκραβιόλες (πανάκριβα μοναδικά κεφαλλονίτικα φρούτα).-
-Πού και πως ωρέ Γιώργη;
-Να, σε μια βδομάδα γίνεται το ετήσιο Σουηπ-Στέικ, το μεγάλο έπαθλο. Ποντάρεις και ανάλογα με την σειρά τερματισμού των αλόγων παίρνεις τα διπλάσια, τα τριπλάσια η τα παίρνεις ούλα. Αρκεί να έχεις άλογο, να το ξέρεις κι’ εκεί να ποντάρεις.

Ντοπιολαλίστικα, κεφαλλονίτικα τα έλεγε και ξανάλεγε ο Γιώργης: -Ωρε ξάδερφε,τσι κουζουλάθηκες;  Ντίπ αλλαχτός (τελείως χαζός) είσαι; Και μην αλλαξομουδιάζεις (αλλάζεις όψη).

Τριάντα τόσα χρόνια, έφαες, αλαλιάστηκες, ξόδεψες τα νιάτα, τη ζωή σου στο Αμέρικα κι’ακόμα δεν καταλαβες ότι «τα λίγα βγαίνουν με κόπο και τα …πολλά με…κ ό λ π ο ;!».
-Για να απικάρεις (να κερδίσεις) πρέπει  να ατζαρδίσεις (να τολμήσεις). Αμπατάρεις (καταλαβαίνεις) τι σου λέγω; Καιρός για αμόντε (να πάμε για άλλα) ωρέ ξάδερφε. Αν βέβαια με αφιδεύεσαι (με εμπιστεύεσαι); Γκιούστα (λόγω τιμής), βαραμέντε (μα την αλήθεια), εσύ γαλεντόμος (ανοιχτοχέρης) τι έχεις να φοβηθείς; Γιαπινομήσου (για πάρτη σου, για χατίρι σου) άλλωστε θα γινει, ό,τι γίνει.
Ζωή είναι τούτη ωρε ξάδερφε; Ανοικονομησιά, ανεμορούφουλας (ανεμοστρόβιλος), ανασβολιές (αναποδιές) όλη μέρα; Ολη μέρα στη γιωμάρα (στην ψύχρα); Στη γρούσπα (ρουφήχτρα); Ωρε έτσι που βιταρίζουμε (ζούμε) σαν τα βασταγούρια (τα γαιδούρια ) καταντήσαμε ωρέ ξάδερφε, καλό νά΄χεις και… δόξα στον Άγιο;

Λόγο στο λόγο, ζαλίστηκε ψιλοβουρλίστηκε (ψιλοτρελλάθηκε!) ο Γεράσιμος, το σκέφτηκε και είπε την κουβέντα του:
-Ε΄ωρέ Γιώργη, αφού είναι όπως τα λες, να παίξουμε κι’ εμείς, Εμείς τι είμαστε δηλαδή; Κουνέλια  τσι πλάκας, απολιφάδια είμαστε;

Έκανε την …ντρίπλα του ο Γιώργης και είπε:
-Δεν ξέρω ξάδερφε, αλλά άμα το αποφασίσεις  εδώ είμαι εγώ. Απόστα (όλα στην ώρα τους), ξάδερφε και μην αρτσάρεις (αλαφιάζεσαι). Ασπέτα (περίμενε) ξάδερφε. Όλα όμως τούτα θέλουν ατζαρδάρισμα (τόλμη), να κουταίζεις (να ρισκάρεις).

Πήγε σπίτι του ο Μάικλ, το σκέφτηκε το ξανασκέφτηκε και πήρε τηλέφωνο τον Γιώργη. Και συναντήθηκαν.
-Και τι μπεκανότα (πόσα λεφτά) χρειάζονται ωρέ ξάδερφε γι’αυτό που λέγαμε;

-Όσα θέλεις, όσα διαθέτεις, εσύ ξέρεις. Εσύ ποστάρεις, δεν ποστάρεις; (Εσύ έχεις, δεν έχεις; ). Άλλωστε εσύ είσαι κιασάτος (παλληκάρι). Δεν είσαι;

Θίχτηκε ο Γεράσιμος με το «όσα διαθέτεις», και το «εσύ έχεις, δεν έχεις», τον πήρε το Κεφαλλονίτικο το εγωιστικό  και είπε:

-Γιώργη θα παίξουμε 30.000. Έχουμε, ξέρουμε το cavalo (το άλογο;).
-Πρώτο και καλύτερο. Αστραχάν το όνομά του. Μόνο που πρέπει να έχουμε το μπαγιόκο (τα λεφτά) ως την Παρασκευή.Την Κυριακή γίνεται η κούρσα.

-Έγινε.

Άρπαξε τη 30άρα ο Γιώργης, κατέβηκε στην Αθήνα, βρήκε τον δικό του τον…πράκτορα τον…ειδικό, έκανε το …κονέ, ρίξανε από τα 30 τα 20 στον ιππόδρομο, μοιράστηκαν για πάρτη τους τα άλλα 10, (πάντα έτσι γίνεται στο τζόγο, διότι, σου λέει ,χάσουμε- κερδίσουμε πάντα καλυμμένοι είμαστε και με …ρέστα.)

Ήρθε τώρα η Κυριακή, ξεκίνησε η κούρσα, πρώτος ο Αστραχάν, μέχρι τη στιγμή που ο δεύτερος τον… τζαρτζάρισε, μπλέχτηκαν και τα δυο επόμενα άλογα και …άστα να πάνε. Πέντε άλογα χάμω πεσμένα και …τέλος.

Γύρισε στην Κεφαλλονιά ο Γιώργης, τον βρήκε ο Γεράσιμος.
-Τι έγινε ωρέ Γιώργη;
-Τι να γίνει ωρέ Γεράσιμε; Δάουτσε (άστα να πάνε στο διάολο), δροπίκι (δηλητήριο). Όλα άνω-κάτω. Μεγάλο το ατσιδέντε (ατύχημα), μαλεβράσι και πέσαμε στη βεργιά (παγίδα). Δεν τα είδες στην τηλεόραση; Ποιός περίμενε να…μπερδευτούν τα άλογα; Έγινε κάτι που σπάνια γίνεται. Κατάλαβες;

Τάχα απογοητευμένος ο Γιώργης για το κακό που τους βρήκε (ήξερε ότι αυτό το …«σπάνια γίνεται», γίνονταν συχνά, αλλά τι να πεί στον ξάδερφο;

Ότι όλα ήταν…στημένα;

Κάτι κατάλαβε ο Γεράσιμος, αχώνευτο ότι τα 30.000 πάνε, πέταξαν. Κάθεται τώρα στη βεράντα του σπιτιού του μουσκλωμένος (μουτρωμένος, κατσοφιασμένος), γκιασμένος (μαραζωμένος), μελιδιασμένος  (κομμάτια). Και του έρχεται να…κρεπάρει. Ασε που παραμιλά κεφαλλονίτικα :
-Μεγάλο,πολύ μεγάλο αυτό το μορτάρι (καημός, στεναχώρια). Μήπως πιάστηκα μπερτόδος (βλάκας) που πιάστηκα στη μόρσα(στη μέγγενη); Αυτός ο ξάδερφος, μπας και είναι μπαρμπούτα (πρόσωπο με μάσκα);

Αυτά μέχρι που από δίπλα ακούγεται το τραγούδι: «Μολόγατα –μολόγατα τα φράγκα μοιρολόγατα.Τι γίνανε μολόγατα…χορτάρι για τ’αλόγατα!».
(Ο Άκης Πάνου κάτι ήξερε και το’γραψε. Ο Γεράσιμος δεν ήξερε. Δεν ρώταγε;)

Του Μπάμπη Μώκου..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σελίδες

NEXT PAGE