Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

Αγρίνιο, το έθιμο των χαλκουνιών..

xalkounia-sto-agrinioΚάθε χρόνο, η Μεγάλη Παρασκευή και το Πάσχα στο Αγρίνιο είναι συνδεδεμένο με το κάψιμο χαλκουνιών. 
Το βράδυ μετά τον Επιτάφιο της κάθε ενορίας, οι «χαλκουνάδες» θα κατέβουν στους δρόμους του Αγρινίου για να σμίξουν στην κεντρική πλατεία και να λάβουν μέρος στον χαλκουνοπόλεμο! Λέγεται ότι το έθιμο έχει τις ρίζες του, όπως και πολλά άλλα στην Ελλάδα στον καιρό της Τουρκοκρατίας. Τα πράγματα δεν είναι διευκρινισμένα.
Όπως γράφει ένας νεότερος χαλκουνάς, ο Χρήστος Σμυρλής – Λιακατάς, το έθιμο γεννήθηκε «από το ευρηματικό μυαλό των Βραχωριτών (Αγρινιωτών) που δοκίμαζε  ποιότητα της Δημητσάνικης μπαρούτης πριν χρησιμοποιηθεί για να κυνηγήσει τον Τούρκο κατακτητή». Ήρθε η Επανάσταση του 1821 και μετά ο «αγώνας» εκείνος παρέμεινε έθιμο, στην περιοχή του Αγρινίου. Το έθιμο δημιούργησε τις «ομάδες» του χαλκουνοπόλεμου. Δύο (2) ήταν οι βασικές «ομάδες».

Η «ομάδα» του Αγίου Χριστοφόρου- Αγίας Τριάδας και Αγίου Γεωργίου και η «ομάδα» του Αγίου Δημητρίου-Παναγίας και Ευαγγελιστρίας. Η «μάχη» παλιότερα γινόταν στην επάνω πλατεία (Στράτου), αργότερα στην κάτω πλατεία (Μπέλλου-Δημοκρατίας). Η ετοιμασία του χαλκουνιού ξεκινάει 1-2 μήνες νωρίτερα από την Μ.Παρασκευή.
Αναζητείται ο καλός «χαρτός», το κατάλληλο μίγμα μπαρουτιού (που δοκιμάζεται) για να είναι ασφαλές και με καλό κάψιμο-θέαμα. Το φτιάξιμο του χάρτινου «σωλήνα», το «σφίξιμο», το «τάπωμα» και το «γέμισμα», μια διαδικασία χαράς, κεφιού και…επιμόρφωσης για τους νεώτερους χαλκουνάδες και τα «χαλκούνια» έτοιμα για την Μεγάλη Παρασκευή. Κατά καιρούς απαγορεύονταν το κάψιμο χαλκουνιών εξ αιτίας των ατυχημάτων που προκαλούσε τόσο σε χαλκουνάδες όσο και σε θεατές. Παρά ταύτα κάποιοι …θαρραλέοι Αγρινιώτες, ρίχνανε - κρυφά - χαλκούνια ακόμη και τότε στην γειτονιά τους.
 http://1.bp.blogspot.com/-SOYeURrwRmc/T4mi2F6xPCI/AAAAAAAAE60/iastOdiAZWs/s1600/167ab.jpg
Μετά το 1985 άρχισε σιγά-σιγά το έθιμο να ενθαρρύνεται και να εκτελείται μέσα σε ασφαλέστερο περιβάλλον κάθε Μεγάλη Παρασκευή στην κεντρική πλατεία του Αγρινίου με προσοχή και χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Ένα έθιμο που κράτησαν  Γιωτοπουλαίοι, Παπαλένηδες, Ζυματουραίοι, Ζαβραίοι, Πολίτης, Πετσώρης και αργότερα Κούκας Τσιρώνης, Κουτσούκης, Ζανάκος, Καζαντζής, Λιακατάς κ.α  Ένα έθιμο που θυμίζει με τον τρόπο του, τους «μπουρλοτιέρηδες» του 1821 και που συντηρεί με την δική του ομορφιά την παράδοση της συμμετοχής στον Αγώνα της Απελευθέρωσης της περιοχής του Αγρινίου, για να θυμούνται οι παλαιότεροι και να μαθαίνουν οι νεώτεροι…
και πως τα περιγραφει ο Ευαγ. Παπαστρατος: 

".....Όταν έμπαινε η Μεγάλη Σαρακοστή, το βράδυ της πρώτης Κυριακής άρχιζε σε μικρή κλίμακα ο χαλκουνοπόλεμος στην πλατεία, και συνεχιζόταν κάθε Κυριακή ως τη Μεγάλη Εβδομάδα. Την Κυριακή των Βαΐων ήταν η επίδειξη των δύο ομάδων (τα Βραχωρτάκια και τα Σουλιωτάκια). Εννοείται πως αυτό γινόταν αφορμή ν αναγκάζεται η Φιλαρμονική του Αγρινίου, που έπαιζε κάθε Κυριακή στην πλατεία, να σταματά πρόωρα, γιατί ο κόσμος, από το φόβο του, έφευγε νωρίτερα, πριν αρχίσει η μάχη.

Σ' όλο το διάστημα της Μεγάλης Σαρακοστής γίνονταν οι ετοιμασίες για το χαλκουνοπόλεμο της νύχτας του Επιταφίου, από τις δύο ομάδες, που συ­γκέντρωναν τα πολεμοφόδια. Οι μεγάλοι ετοίμαζαν τα χαλκούνια και κατέστρωναν το στρατηγικό σχέδιο για την κυκλωτική κίνηση, κι οι μικρότεροι μάζευαν τα ξύλα, που θα χρειάζονταν για τις φωτιές που ανάβαμε στις αγρυπνίες της Μεγάλης Εβδομάδας και ιδίως το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, στις εκκλησίες, όπου ξημερωνόμασταν.
Η εκφορά των Επιταφίων γινόταν τότε τα ξημερώματα του Μεγάλου Σαββάτου, στις τέσσερις το πρωί. Από το βράδυ της Παρασκευής, σε κάθε ενορία, και ιδίως στην Αγία Τριάδα, τα «Βραχωρτάκια», και στον Άη Δημήτρη τα «Σουλιωτάκια», άναβαν τις φωτιές και τις κρατούσαν όλη τη νύχτα. Όταν δεν έφταναν τα ξύλα που είχαμε μαζέψει, πηγαίναμε στις γειτονιές, ξηλώναμε φράχτες ή χαλούσαμε παλιές παράγκες ή αχυρώνες και κουβαλούσαμε την ξυλεία τους. Καμιά φορά τραβούσαμε και κανένα χαλασμένο κάρο και το βάζαμε ολόκληρο στη φωτιά!

Στη μία το πρωί, έβγαιναν από κάθε ενορία ομάδες παιδιά και νέοι και χτυπούσαν το σήμαντρο στις γειτονιές, για να ξυπνήσει ο κόσμος και να ετοιμαστεί να πάει στην ακολουθία. Οι καμπάνες, από πένθος, δεν σήμαιναν από το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης ως τις δέκα το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, που γινόταν η Ανάσταση.

Θυμούμαι πώς πήγαινα κι εγώ με το σήμαντρο της Αγίας Τριάδας. Αν και ήμουν τόσο μικρός, μου έκανε πολύ βαθιά εντύπωση, μέσα στην ησυχία που βασίλευε την ώρα εκείνη σ' ολόκληρη την πόλη, ν' ακούεται άξαφνα το σήμαντρο και κατόπι να ψέλνουμε όλοι μαζί το «Αι γενεαί πάσαι...». Τα σκυλιά άρχιζαν να γαβγίζουν, μα φοβούνταν και δεν τολμούσαν να μας πλησιάσουν. Έτσι, βρίσκαμε κι εμείς την ευκαιρία, σε όσα σπίτια είχαν περιβό­λια, να κόβουμε λουλούδια για τον Επιτάφιο και να μαζεύουμε και ξύλα για τη φωτιά.

Εκείνη την εποχή, συνήθιζαν οι γυ­ναίκες να ξενυχτούν στην εκκλησία της ενορίας τους από το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, για συνοδεία του Εσταυρωμένου. Πηγαίναμε κι εμείς, ολόκληρη η οικογένεια μαζί, αποβραδίς στην εκκλησία. Εμείς τ' αδέλφια, όταν ήμασταν μικρότερα, το γλεντούσαμε πολύ, μαζί με τ' άλλα παιδιά.
Παίρναμε μαζί μας βελόνα και κλωστές, κι όταν οι ηλικιωμένες κυράδες νύσταζαν και τις έπαιρνε ο ύπνος στον γυναικωνίτη της εκκλησίας, ράβαμε τα φουστάνια της μιας με της άλλης. Όταν ξυπνούσαν δεν μπορούσαν να σηκωθούν και ξεφώνιζαν, τραβώντας η μία την άλλη· κι εμείς γελούσαμε. Οι Επιτάφιοι όλων των ενοριών περνούσαν από την κεντρική πλατεία, κι οι χαλκουνάδες, σαν τιμητική φρουρά, πήγαιναν μπροστά, κρατώντας στα χέρια τ' αναμμένα χαλκούνια, που ήταν επικίνδυνα.
Πολλές φορές, όταν δεν ήταν καλογεμισμένα, ή όταν το μίγμα από τις μπαρούτες δεν πετύχαινε, έσκαγαν στα χέρια τους και δεν έλειπαν τ' ατυχήματα, καμιά φορά και θανατηφόρα. Πολλές φορές τύχαινε να διασταυρωθούν στην πλατεία οι Επιτάφιοι των δύο αντίθετων ομάδων. Έδειχναν πάντα τον πρεπούμενο σεβασμό μεταξύ τους, και προσπαθούσε η κάθε ομάδα να κάνει καλύτερη επίδειξη, ανάβοντας και κρατώντας στα χέρια πιο πολλά χαλκούνια.
Όταν όμως είχαν πια περάσει από την πλατεία οι Επιτάφιοι όλων των ενοριών, τότε οι δύο ομάδες έπιαναν θέσεις, από τις δύο μεριές, κι άρχιζε η μεγάλη μάχη, με επιθέσεις κι αντεπιθέσεις· κι όταν πια έφτανε σε σημείο κρίσιμο, γίνονταν και προσπάθειες κυκλωτικών κινήσεων, και τότε η ομάδα που έμενε κυρίαρχη στην πλατεία ήταν νικήτρια.
Όπως θυμούμαι, πάντα νικούσαν τα «Βραχωρτάκια». Σ' αυτά ανήκα κι εγώ, αλλά ήμουν μόνο οπαδός-θεατής, γιατί βρωμούσε μπα­ρούτι. Και φρόντιζα να παίρνω θέση τέτοια που να μπορώ να το σκάω εύκολα, όταν μας κυνηγούσαν τα χαλκούνια, όχι μόνο της αντίθετης ομάδας, αλλά και της δικής μας, που τύχαινε κάποτε να γυρίζουν προς τα πίσω, ξεφεύγοντας από τα χέρια των χαλκουνάδων.

Αυτό το πολεμικό μένος της χαλκουμανίας διατηρήθηκε πολλά χρόνια αργότερα. Όταν, το 1912-13, το Αγρίνιο φιλοξένησε Τούρκους αξιωματικούς, αιχμαλώτους του πρώτου Βαλκανικού Πολέμου, και την άνοιξη του 1913 αυτοί είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν τη γιορταστική κοσμοχαλασιά του χαλκουνοπολέμου, είπαν, λέει: «Τώρα καταλαβαίνουμε γιατί οι Έλληνες στρατιώτες έδειξαν τόση ορμή στις μάχες τους μ' εμάς!».
Κάποτε, το Δημοτικό Συμβούλιο του Αγρινίου θέλησε να νεωτερίσει, και πήρε απόφαση, η εκφορά των Επιταφίων, αντί το πρωί του Σαββάτου, να γίνει τη Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ. Ήταν όμως τέτοια η αντίδραση σ' αυτή την ανατρεπτική ιδέα, όχι μόνο από τους νέους, αλλά κι από τους γέρους, νοικοκυραίους γνωστούς - που πήραν άλλοι τις μαγκούρες κι άλλοι τις καμπούρες τους - που τελικά ματαιώθηκε η απόπειρα. Την είχαν θεωρήσει ιεροσυλία.

Αργότερα, η εκφορά του Επιταφίου άρχισε να γίνεται αποβραδίς, αλλά μόνο σε μια μικρή και μακρινή ενορία, του Αγίου Γεωργίου. Και χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να γενικευτεί η βραδινή εκφορά.

Το Μέγα Σάββατο, οι καμπάνες απ' όλες τις εκκλησίες χτυπούσαν το πρωί στις δέκα, για ν' αναγγείλουν την πρώτη Ανάσταση. Τότε άρχιζε μέσα σ' όλη την πόλη τέτοιο τουφεκίδι, που νόμιζε κανείς πως γινόταν αληθινή μάχη... Επίσης, είχαν τη συνήθεια να σπάζουν στους δρόμους γυαλικά: ποτήρια, πιάτα, καράφες, κλπ., ό,τι είχε άχρηστο ο καθένας, κι αυτό διαρκούσε μισή ώρα. Περίεργα έθιμα, αλλά που γέμιζαν συγκινήσεις την παιδική μας ζωή. Εκείνη την ώρα, τα σκυλιά - κι υπήρχαν τότε πολλά αδέσποτα στους δρόμους - τρόμαζαν κι έτρεχαν απ' όλες τις μεριές γαβγίζοντας, κι έφευγαν, μέσα από τις ρεματιές, έξω από την πόλη.

Η λειτουργία της Αναστάσεως γινόταν τα ξημερώματα του Πάσχα. Άρχιζε στις 4 το πρωί και τέλειωνε στις 6, νωρίς, ώστε να έχει ο κόσμος καιρό ν' ανάψει τις φωτιές, όπου θα ψήνονταν τα αρνιά. Έπιανε πάλι το τουφεκίδι, αραιότερα όμως, και διαρκούσε ως το μεση­μέρι.
Εμείς, τα παιδιά, ετοιμάζαμε γι' αυτή τη μέρα τα ξυλοκούμπουρα, φτιαγμένα από ξύλο σε σχήμα μικρού πιστολιού, που το σκάβαμε, χώναμε ένα φυσέκι αδειανό από γκρα, τρυπημένο από το πάνω μέρος και το δέναμε σφιχτά με σύρμα ψιλό ή κερωμένο σπάγκο. Αυτόν τον κάλυκα τον γεμίζαμε ως τη μέση με μπαρούτι, βάζαμε και λίγο στουπί' κι ύστερα, μ' ένα κάρβουνο, ανάβαμε φωτιά στην τρύπα που είχαμε ανοίξει.
Καμιά φορά, όταν το ξύλο δεν ήταν αντοχής, χάναμε το πιστόλι από τα χέρια μας· κι όταν πάλι το γεμίζαμε πολύ, έσκαγε πολλές φορές ο κάλυκας ή κοβόταν το σύρμα και τραυματιζόμασταν στα χέρια ή και σε άλλα μέρη του σώματος. Τώρα που το σκέπτομαι, μου φαίνεται παράξενο, όχι τόσο αυτό που κάναμε εμείς, με το θάρρος της παιδιάτικης άγνοιας, όσο το ότι κι οι ηλικιωμένοι, που μας έβλεπαν, έβρισκαν πολύ φυσικό το επικίνδυνο αυτό παιχνίδι...."

(απόσπασμα από το βιβλίο του Ευαγ. Παπαστράτου "Η δουλειά κι ο κόπος της") 
http://www.epoxi.gr/Themata/themata4.htmhttp://www.epoxi.gr/Themata/themata4.htm

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σελίδες

NEXT PAGE