
Είναι ένας παππούς, έχει πάρει το εφάπαξ και σου λέει «δεν πάω και γω στη Μύκονο να δω πώς περνάει η νεολαία;». Κλείνει δωμάτιο δίπλα σε μια πριβέ παραλία γυμνιστών, παίρνει την ξαπλώστρα του, φοράει το ψάθινο καπέλο και αράζει.
Εκεί που απολαμβάνει τον ήλιο, περνάει από μπροστά του μια καλλονή, όπως την έπλασε ο Θεός. Τη βλέπει ο παππούς, θυμάται τα νιάτα του και… «ΝΤΑΝ!», χτυπάει το «καμπανάκι» της φύσης.
Πριν προλάβει να καταλάβει τι έγινε, εμφανίζεται από το πουθενά μια άλλη κοπέλα, ολόγυμνη και αυτή, και του λέει με νάζι: — Με καλέσατε, κύριε;
Ο παππούς τα χάνει: — Όχι κοπέλα μου, λάθος θα κάνεις, δεν σε κάλεσα. — Μα πώς; Αφού το σήμα δόθηκε! λέει εκείνη, ανεβαίνει πάνω του και... τον αφήνει «ξερό» από την απόλαυση.
Φεύγει η κοπέλα, ο παππούς προσπαθεί να συνέλθει, αλλά από την πίεση και τη συγκίνηση, του ξεφεύγει μια... δυνατή κλανιά.
«Τσουπ!», σκάει δίπλα του ένας δίμετρος, γυμνασμένος τύπος: — Με καλέσατε, αφεντικό; — Όχι, παλικάρι μου, δε σε κάλεσα! λέει ο παππούς έντρομος. — Μα τι λέτε; Αφού ακούστηκε η ειδοποίηση!
Τον γυρίζει μπρούμυτα ο τύπος και... τον περιποιείται αναλόγως. Ο παππούς, σε κατάσταση σοκ, μαζεύει τα πράγματά του και τρέχει στη ρεσεψιόν: — Το κλειδί μου και τον λογαριασμό! Φεύγω τώρα!
Η ρεσεψιονίστ, απορημένη, τον ρωτάει: — Μα γιατί, κύριε; Δεν σας άρεσε το σέρβις μας; Είναι όλα αυτόματα εδώ! — Τι να μου αρέσει, χρυσή μου; Μου σηκώνεται μία φορά το μήνα και κλάνω 50 φορές την ημέρα... Δεν θα βγάλω τη βραδιά ζωντανός!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου