
Είχαν υπομείνει μαζί βροχές, καύσωνες και, κυρίως, τις αμέτρητες κουτσουλιές από τα περιστέρια της περιοχής.…
Ο Θεός, βλέποντας την υπομονή και την αρετή τους, αποφάσισε να τους κάνει ένα δώρο. Έστειλε έναν άγγελο, ο οποίος στάθηκε ανάμεσά τους και τους ανακοίνωσε:
— Επειδή υπήρξατε υποδειγματικά, σας χαρίζω μισή ώρα ζωής. Μπορείτε να κάνετε ό,τι θέλετε!
Τα δύο αγάλματα ζωντάνεψαν, τινάχτηκαν από τη σκόνη και κοιτάχτηκαν γεμάτα νόημα. Χωρίς να χάσουν δευτερόλεπτο, πιάστηκαν από το χέρι και έτρεξαν πίσω από κάτι πυκνούς θάμνους στο πλάι της πλατείας.
Αμέσως, οι θάμνοι άρχισαν να τρέμουν συθέμελα. Ακούγονταν ψίθυροι, πνιχτά γέλια και ένας έντονος θόρυβος από κλαδιά που έσπαγαν.
Μετά από δεκαπέντε λεπτά, τα δύο αγάλματα βγήκαν έξω, λαχανιασμένα αλλά με ένα πλατύ χαμόγελο ικανοποίησης.
Ο άγγελος, κοιτάζοντας το ρολόι του, τους είπε: — Σας απομένουν άλλα δεκαπέντε λεπτά. Θέλετε να συνεχίσετε;
Τότε ο άντρας άγαλμα σκουπίζει το μέτωπό του, κοιτάζει τη γυναίκα άγαλμα και της λέει με ενθουσιασμό:
— Φανταστικά! Τώρα όμως θα αλλάξουμε ρόλους: Θα το κρατάς εσύ το περιστέρι ακίνητο, κι εγώ θα χέζω στο κεφάλι του!…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου