Ήταν ένας απίστευτα τεμπέλης νέος που καθόταν και ψάρευε όλη μέρα με το καλάμι του από τα βραχάκια.
Πουλούσε τα λιγοστά ψάρια που του περίσσευαν, έβγαζε ίσα-ίσα μερικά ψιλά για να καλύπτει τα καθημερινά του έξοδα και περνούσε τη ζωή του χωρίς πολύ άγχος.
Ένας νοικοκύρης συγχωριανός του ψαράς, που περνούσε συχνά με τη βάρκα του και τον έβλεπε εκεί στην ίδια θέση, σταματάει μια μέρα με απορία και τον ρωτάει:
Ο τεμπέλης τον κοιτάζει βαριεστημένα και ρωτάει:
— Μα, με τη βάρκα θα μπορείς να ρίξεις δίχτυα, θα πιάνεις πολύ περισσότερα ψάρια και θα βγάζεις σαφώς περισσότερα χρήματα, του λέει ο έμπειρος ψαράς.
— Και τι θα κερδίσω με αυτό; επιμένει ο νεαρός.
— Ε, μετά από λίγο καιρό θα μπορέσεις να προσλάβεις και έναν βοηθό, θα βγαίνετε μαζί και θα βγάζεις ακόμα περισσότερα χρήματα!
— Και τι θα κερδίσω με αυτό; ξαναρωτάει ο τεμπέλης χωρίς να κουνηθεί από τη θέση του.
— Μετά θα μπορείς να αγοράσεις ένα μεγάλο, σύγχρονο καΐκι και να πάρεις δύο βοηθούς. Θα βγάζεις τρελά λεφτά και εσύ θα δουλεύεις πολύ λιγότερο!
— Και τι θα κερδίσω με αυτό, καλέ μου άνθρωπε;
— Μετά θα πάρεις και δεύτερο καΐκι και σιγά-σιγά, άμα είσαι έξυπνος, θα φτιάξεις ολόκληρο στόλο από ψαροκάικα!
— Και τι θα κερδίσω με αυτό; ρωτάει πάλι ο νεαρός κοιτάζοντας το φελλό του στην ήσυχη θάλασσα.
— Ε, άμα τα καταφέρεις όλα αυτά και γίνεις πλούσιος, θα μπορείς πλέον να κάθεσαι άνετος και να μην κάνεις απολύτως τίποτα!
— Γιατί, τώρα τι κάνω;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου