
— Έναν φραπέ, γρήγορα! Οι σερβιτόροι, που ήξεραν το ποιόν του, στέλνουν τον πιο ετοιμόλογο της παρέας. Ο σερβιτόρος στέκεται μπροστά του με το μπλοκάκι και ρωτάει με νόημα:…
— Πώς τον πίνουμε, φίλε; Μάγκικο ή...pouyστικο;
Ο τύπος τον αγριοκοιτάζει:
— Μάγκικο, ρε! Τι ρωτάς;
Του φέρνουν έναν φραπέ που έμοιαζε με υγρή άσφαλτο. Μαύρος, πικρός, χωρίς ίχνος ζάχαρης ή γάλακτος. Ο βαρύμαγκας παίρνει μια γουλιά, νιώθει το στομάχι του να γίνεται κόμπος και τα μάτια του να δακρύζουν, αλλά το παίζει «βράχος». Τον κατεβάζει μονορούφι και φεύγει χωρίς να πει λέξη.
Τη δεύτερη μέρα, ο καφές μένει στη μέση. Το πρόσωπό του είχε αρχίσει να παίρνει μια απόχρωση του λεμονιού.
Την τρίτη μέρα, μετά την πρώτη γουλιά, άρχισε να τρέμει το χέρι του από την πίκρα. Κοιτάζει γύρω του να δει αν τον βλέπει κανείς, τον αφήνει και εξαφανίζεται.
Την τέταρτη μέρα, μπαίνει μέσα πιο «μαζεμένος». Ο σερβιτόρος εμφανίζεται πάλι με το ίδιο ύφος: — Τι θα γίνει σήμερα; Πάλι μάγκικο;
Ο βαρύμαγκας σκύβει το κεφάλι, τον πλησιάζει στο αυτί και του ψιθυρίζει συνωμοτικά: — Άκου να σου πω, παλικάρι μου... Βάλε πάλι τον μάγκικο, αλλά κάνε μου τη χάρη... ρίξε μέσα και μια δόση «πουστι@ς» να γλυκάνει λίγο η κατάσταση!…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου