Κάθονται δύο χασικλήδες σε ένα παγκάκι, χαμένοι στις σκέψεις τους, κοιτώντας τον ορίζοντα λες και περιμένουν να τους μιλήσει.
Η ώρα έχει σταματήσει, ο εγκέφαλος κάνει διακοπές και η βαρύτητα δουλεύει υπερωρίες. Ξαφνικά ο ένας, με βλέμμα βαθιά φιλοσοφικό (ή απλά χαμένο), λέει:
— Α, ρε μαλάκα… να ’χαμε ένα τσιγαριλίκι από ’δώ μέχρι την Καλαμάτα… και ακόμα παραπέρα.
Ο άλλος μένει για λίγο ακίνητος. Το σκέφτεται σοβαρά. Πολύ σοβαρά. Σαν να του έθεσαν υπαρξιακό ερώτημα ζωής και θανάτου. Μετά γυρνάει αργά, με βλέμμα σοφού γκουρού που μόλις ανακάλυψε την αλήθεια του σύμπαντος, και απαντά:
— Τι λες, ρε μαλάκα… Και ποιος θα πήγαινε να το ανάψει;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου