Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μικρό, πέτρινο σπιτάκι στην άκρη ενός χωριού, ζούσε ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Άννα.
Το σπιτάκι τους ήταν γεμάτο ζεστασιά, αλλά η μεγαλύτερη χαρά της Άννας ήταν να βρίσκεται έξω, στην αγκαλιά της φύσης.
Στην αυλή τους, που ήταν στρωμένη με πέτρες, η Άννα βοηθούσε κάθε πρωί τη μητέρα της να φροντίσει τις κότες.
.webp)
Ήταν γεμάτες ενέργεια, έτρεχαν πέρα δώθε, κι η Άννα με το πράσινο πουλοβεράκι της και τα τζιν της, έσκβευε με περιέργεια για να τις δει να τσιμπολογούν τον σπόρο. «Κάντε γρήγορα!» τους έλεγε γελώντας, «Θέλω να βρω τα αυγά για το πρωινό!»
Μια μέρα, ο πατέρας της, ο κυρ-Νίκος, ένας καλόκαρδος βοσκός, της έκανε μια μεγάλη έκπληξη. «Σήμερα, Άννα», της είπε, «θα πάμε μια μεγάλη βόλτα!». Και τότε, της έφερε τον Μαξ, το γαϊδουράκι τους. Ο Μαξ ήταν γκρι, με απαλή γούνα και μεγάλα, ήσυχα μάτια. Η Άννα ανέβηκε με χαρά στη ράχη του, που είχε μια μαλακή, παλιά κουβέρτα για σέλα.
.webp)
Καθώς προχωρούσαν, βρέθηκαν κάτω από μια τεράστια, αιωνόβια ελιά. Τα φύλλα της ψιθύριζαν μυστικά στον αέρα. Η Άννα ένιωσε τόση αγάπη για τον νέο της φίλο, που έσκυψε και του πρόσφερε μια χούφτα φρέσκα, πράσινα χόρτα. «Πάρε, Μαξ, για να έχεις δύναμη», του ψιθύρισε. Ο Μαξ τα έφαγε με όρεξη, κι οι κότες, που τους είχαν ακολουθήσει ως εκεί, κοιτούσαν με θαυμασμό.

Η βόλτα συνεχίστηκε. Ο κυρ-Νίκος, με τη γκλίτσα του στο χέρι, οδηγούσε το κοπάδι τους – τα λευκά πρόβατα και τις κατσίκες με τα περίεργα κέρατα – προς τον λόφο. Η Άννα, με τα τζιν της και τα μαλλιά της σε δύο πλεξούδες, περπατούσε δίπλα του. Ο πατέρας της είχε βάλει το χέρι του στον ώμο της. «Βλέπεις, Άννα;», της είπε, «Αυτός ο λόφος είναι το σπίτι των ζώων μας. Εδώ, κάτω από τον ζεστό ήλιο, βρίσκουν το καλύτερο χορτάρι».
Το ηλιοβασίλεμα, όταν ο ουρανός βάφτηκε με πορτοκαλί και μωβ χρώματα, η Άννα έκατσε σε ένα καταπράσινο λιβάδι, γεμάτο με κόκκινες παπαρούνες και κίτρινα αγριολούλουδα. Εκεί, βρήκε το πιο μικρό και γλυκό αρνάκι που είχε δει ποτέ! Ήταν λευκό, σαν βαμβάκι, και της θύμισε ένα μικρό σύννεφο που είχε πέσει στη γη. Η Άννα, με το ίδιο πράσινο πουλοβεράκι, το αγκάλιασε τρυφερά. Το αρνάκι ακούμπησε το κεφαλάκι του στον ώμο της και βέλαξε σιγανά.

«Θα είμαστε πάντα φίλοι», του υποσχέθηκε η Άννα. Κι εκείνη τη στιγμή, ένιωσε πως όλος ο κόσμος της – το χωριό, η εξοχή, τα ζώα, ο πατέρας της – ήταν μια μεγάλη, ζεστή αγκαλιά.
Κι έτσι, η Άννα μεγάλωσε με την αγάπη για τη φύση και τα ζώα, γνωρίζοντας πως οι πιο όμορφες περιπέτειες κρύβονται στις πιο απλές στιγμές, κάτω από τον ήλιο και τα δέντρα, με τους φίλους της, τους τετράποδους και τους δίποδους, πάντα δίπλα της.
.webp)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου