
Στην καρδιά του Τέξας, τρεις από τους πιο άγριους και αδίστακτους καουμπόηδες της περιοχής κάθονταν γύρω από μια αναμμένη φωτιά στην έρημο, πίνοντας φτηνό ουίσκι και καπνίζοντας βαριά τσιγάρα.
Η κουβέντα, όπως ήταν αναμενόμενο, ήρθε στο ποιος είναι ο πιο σκληρός άντρας στην Άγρια Δύση.
Ο πρώτος, ένας τύπος με μια τεράστια ουλή στο μάγουλο, φτύνει κάτω και ξεκινάει: — «Ακούστε μάγκες... Προχθές που διέσχιζα το Μονοπάτι του Νεκρού, πετάχτηκε μπροστά μου ένας κροταλίας-γίγαντας, τουλάχιστον τέσσερα μέτρα! Πριν προλάβει να κάνει "κιχ", τον αρπάζω από τον λαιμό, του ξηλώνω το κεφάλι με τα δόντια και ρουφάω όλο το δηλητήριο σαν να ήταν σφηνάκι. Και όπως βλέπετε, ούτε καν ζαλίστηκα!»
Ο δεύτερος, ένας βουνίσιος με πλάτες σαν ντουλάπα, γελάει ειρωνικά: — «Σιγά τα λάχανα! Την περασμένη εβδομάδα έξω από τη φάρμα του Μπιλ, ένας ταύρος 250 κιλά είχε σπάσει την περίφραξη και είχε καθαρίσει τον ιδιοκτήτη, τη γυναίκα του και τρεις περαστικούς. Μόλις με είδε, όρμησε κατά πάνω μου. Τον έπιασα από τα κέρατα στον αέρα, τον γύρισα ανάποδα με μια κίνηση και του έδεσα τα πόδια κόμπο για να μην κουνηθεί μέχρι να έρθει ο σερίφης. Μετά συνέχισα το δρόμο μου σα να μη συμβαίνει τίποτα!»
Ο τρίτος καουμπόης, ο πιο μικροκαμωμένος και σιωπηλός της παρέας, δεν έλεγε λέξη. Έπινε αργά το ποτό του, κοιτάζοντας τις φλόγες με ένα βλέμμα απόλυτης ηρεμίας σκαλίζοντας που και που τα κάρβουνα με το πουλί του...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου