
Πηγαίνει ένας ηλικιωμένος κύριος, με το καπέλο στο χέρι και το βλέμμα χαμηλωμένο, να εξομολογηθεί στον παπά του χωριού. Μπαίνει στην εκκλησία, κάνει τον σταυρό του και ξεκινάει με τρεμάμενη φωνή:
— «Πάτερ μου, κουβαλάω ένα βάρος στην ψυχή μου από παλιά. Με τρώει η συνείδησή μου... Τότε, στον πόλεμο του '40, είχα κρύψει έναν άνθρωπο στο υπόγειό μου για να τον σώσω.»
Ο παπάς, εντυπωσιασμένος από την αυτοθυσία, του χαμογελάει γαλήνια: — «Μα τέκνο μου, αυτό δεν είναι αμαρτία! Είναι μια πράξη υψίστης χριστιανικής αγάπης. Βοήθησες έναν συνάνθρωπό σου σε ώρα ανάγκης, ρισκάροντας τη ζωή σου. Να είσαι περήφανος!»
Ο ηλικιωμένος αναστενάζει βαθιά, τρίβοντας τα χέρια του αμήχανα: — «Ναι, πάτερ μου, αλλά... ξέρετε... του ζητούσα και 20 χιλιάδες δραχμές το μήνα για τα έξοδα και τη φιλοξενία...»
Ο παπάς το σκέφτεται για λίγο, ξύνει το γένι του και αποκρίνεται: — «Κοίταξε, παιδί μου, σίγουρα η φιλαργυρία είναι αμαρτία, αλλά δεδομένων των συνθηκών και του κινδύνου που διέτρεχες, ο Θεός είναι πολυεύσπλαχνος. Με μια ειλικρινή μετάνοια, μπορώ να σου δώσω άφεση.»
Ο παππούς φαίνεται να ηρεμεί για μια στιγμή, αλλά μετά πλησιάζει το αυτί του παπά και ψιθυρίζει δειλά: — «Ευχαριστώ, πάτερ... Μια τελευταία ερώτηση μόνο: Λέτε τώρα να είναι η κατάλληλη στιγμή να του πω ότι τελείωσε ο πόλεμος ή να τον αφήσω ακόμα καμιά δεκαριά χρόνια;»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου