
Ένας τύπος, φανερά αγανακτισμένος αλλά με ύφος απόλυτα σοβαρό, μπαίνει σε ένα συνοικιακό σουβλατζίδικο την ώρα της μεγάλης αιχμής. Πλησιάζει τον ψήστη, που ήταν πνιγμένος στους καπνούς και τις παραγγελίες, και του λέει με ύφος χιλίων καρδιναλίων:
— «Φίλε, θέλω να μου φτιάξεις τέσσερις πίτες, αλλά πρόσεξε... είναι ειδική παραγγελία, υψηλών προδιαγραφών. Θέλω δύο σουβλάκια και δύο σεφταλιές, αλλά με συγκεκριμένες οδηγίες.»
Ο σουβλατζής, αφήνοντας την τσιμπίδα, τον κοιτάζει με απορία: — «Πες μου, φίλε μου, τι θέλεις;»
— «Λοιπόν, άκου: Στο πρώτο σουβλάκι θέλω το κρέας να είναι καρβουνιασμένο από τη μία πλευρά και τελείως ωμό από την άλλη, ενώ την πίτα τη θέλω εντελώς άψητη, σαν λάστιχο. Στο δεύτερο σουβλάκι, θέλω το κρέας να είναι τόσο ξερό που να σπάει σαν παξιμάδι και η πίτα να έχει γίνει μαύρη από το κάψιμο.»
Ο ψήστης αρχίζει να τον κοιτάζει περίεργα, αλλά ο τύπος συνεχίζει ακάθεκτος: — «Πάμε τώρα στις σεφταλιές: Στην πρώτη τις θέλω όλες ωμές, να τρέχουν τα αίματα, και μέσα να βάλεις μόνο αγγούρι. Στη δεύτερη θέλω το κρέας κάρβουνο, την πίτα μαυρισμένη από τη μία, ωμή από την άλλη και να πνίγεται στο κρεμμύδι.»
Ο σουβλατζής, έχοντας χάσει πλέον την υπομονή του, του απαντάει εκνευρισμένος: — «Μας δουλεύεις ρε φίλε; Ξέρεις πόσο δύσκολη και παράλογη είναι αυτή η παραγγελία που μου ζητάς; Πώς να τα πετύχω όλα αυτά τα χάλια ταυτόχρονα;»
Και ο τύπος, τον καρφώνει με το βλέμμα και του απαντάει αποστομωτικά: — «Γιατί μου το παίζεις δύσκολος; Προχτές που ήρθα και μου τα σέρβιρες ακριβώς έτσι, χωρίς καν να στο ζητήσω, πώς τα κατάφερες μια χαρά;;;»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου