Ένας ταλαίπωρος τύπος, από αυτούς που ξεχνάνε να βάλουν αντηλιακό και νομίζουν ότι ο ήλιος είναι φίλος τους, αποκοιμήθηκε το μεσημέρι σε μια ερημική παραλία.
Όταν ξύπνησε τρεις ώρες μετά, η ζημιά είχε γίνει: τα μπούτια του είχαν γίνει κατακόκκινα, σαν καλοψημένοι αστακοί, γεμάτα φουσκάλες που έβραζαν.
Τον μεταφέρουν εσπευσμένα στα επείγοντα, με τον άνθρωπο να σφαδάζει από τον πόνο. Κάθε φορά που το δέρμα του ακουμπούσε έστω και το ύφασμα του σορτς του, έβγαζε κραυγές που ακούγονταν μέχρι το πάρκινγκ.
Ο εφημερεύων γιατρός τον εξετάζει με προσοχή και αρχίζει να γράφει τη συνταγή:
— «Λοιπόν, θα του βάλετε αμέσως ορό με ηλεκτρολύτες για την ενυδάτωση, θα του δώσετε ένα ισχυρό παυσίπονο για να ηρεμήσει και... σημειώστε και δύο χάπια Βιάγκρα.»
Η νοσοκόμα, που είχε δει πολλά στην καριέρα της αλλά αυτό την ξεπέρασε, τον κοιτάζει με γουρλωμένα μάτια:
— «Γιατρέ μου, με όλο τον σεβασμό, ο άνθρωπος είναι στα πρόθυρα λιποθυμίας από τον πόνο! Τι δουλειά έχει το Βιάγκρα σε αυτή την κατάσταση; Τι καλό θα του κάνει;»
Και ο γιατρός, με την απόλυτη ψυχραιμία του επιστήμονα που βρήκε τη λύση, της απαντάει:
— «Ιατρικά, κανένα. Αλλά θα κρατάει το σεντόνι σε απόσταση ασφαλείας από τα μπούτια του, για να μην τσιρίζει όλη τη νύχτα!»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου