
Στο αεροδρόμιο του Ηρακλείου επικρατεί πανικός. Ένας παλιός Κρητικός, με τη βράκα του, το στιβάνι και το μουστάκι «κάγκελο», φτάνει στον έλεγχο. Περνάει από την πύλη και το μηχάνημα αρχίζει να ουρλιάζει: «ΜΠΙΠ! ΜΠΙΠ! ΜΠΙΠ!»
– Αστυνομικός: «Παππού, έχεις σίδερα πάνω σου. Βγάλ' τα όλα».
Ο Κρητικός βγάζει ένα μάτσο κλειδιά, κάτι κέρματα και μια αρμαθιά από φυλαχτά. Ξαναπερνάει... πάλι τα ίδια! Το μηχάνημα βαράει σαν τρελό.
– Αστυνομικός: «Κάτι ξέχασες, παππού. Βγάλε και τη ζώνη, βγάλε και τα παπούτσια».
Τα βγάζει όλα ο Κρητικός, ξαναπερνάει, αλλά το μηχάνημα συνεχίζει να σφυρίζει ασταμάτητα. Ο αστυνομικός έχει αρχίσει να ιδρώνει και ο κόσμος από πίσω περιμένει.
– Κρητικός: (Χτυπάει το μέτωπό του) «Ίντα 'παθα ο μπασκές! Ξέχασα το κομπιουτεράτσι μου!»
Βάζει το χέρι κάτω από το υποκάμισο και βγάζει ένα 45άρι κουμπούρι, ολόκληρο κανόνι, και το ακουμπάει με «γκλανγκ» πάνω στον δίσκο.
Ο αστυνομικός μένει στήλη άλατος, τραβάει το δικό του όπλο και φωνάζει: – Αστυνομικός: «Τρελάθηκες παππού; Αυτό το λες εσύ κομπιουτεράκι;!»
Και ο Κρητικός, ατάραχος, στρίβει το μουστάκι του και του λέει: – «Ήντα με θωρείς έτσι, παιδάκι μου; Εμείς στην Κρήτη, με αυτό κλείνουμε όλους μας τους λογαριασμούς!»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου