Υπάρχουν στιγμές που οι γονείς καλούν. Μια κλήση απλή, καθημερινή, σχεδόν ασήμαντη.
Κι όμως, εμείς — μέσα στη βιασύνη, στη ρουτίνα, στο «θα πάρω μετά» — δεν τη σηκώνουμε. Το κινητό χτυπάει, το βλέπουμε, το αφήνουμε. «Άσε, μωρέ… θα πάρω εγώ αργότερα». Και κάπως έτσι, το «αργότερα» γίνεται «το ξέχασα».
Οι γονείς όμως δεν θυμώνουν. Δεν κρατούν κακία. Ξαναπατούν το ίδιο κουμπί, ξαναδοκιμάζουν, ξαναελπίζουν. Γιατί για εκείνους, η φωνή του παιδιού τους είναι το πιο όμορφο άκουσμα στον κόσμο.
Και περνά ο καιρός. Και μια μέρα, χωρίς προειδοποίηση, η κλήση αυτή σταματά. Το τηλέφωνο μένει σιωπηλό. Ο γονιός «φεύγει» για το μεγάλο ταξίδι — αυτό που δεν έχει επιστροφή, ούτε σήμα, ούτε τρόπο να καλέσει ξανά.
Κι εμείς τότε… Τότε πιάνουμε το κινητό και κοιτάμε το όνομα που δεν θα ξαναεμφανιστεί στην οθόνη. Περιμένουμε μια κλήση που δεν θα γίνει ποτέ. Θέλουμε να ακούσουμε μια φωνή που δεν υπάρχει πια. Και μέσα μας γεννιέται μια σιωπή που δεν γεμίζει με τίποτα.
Αν μπορούσαμε να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω, θα σηκώναμε κάθε κλήση. Θα λέγαμε «ναι;» με χαμόγελο. Θα ακούγαμε, έστω για λίγο, εκείνη τη γνώριμη, ζεστή φωνή. Γιατί τελικά, οι γονείς δεν ζητούν πολλά — μόνο λίγα λεπτά από τη ζωή μας, για να νιώσουν πως είμαστε καλά.
Κι ίσως αυτό είναι το μάθημα: Να σηκώνουμε το τηλέφωνο όσο προλαβαίνουμε. Να λέμε «σ’ ακούω». Να δίνουμε χρόνο σε αυτούς που μας έδωσαν ζωή.
Γιατί κάποια μέρα, η κλήση θα σταματήσει. Και τότε, θα ευχόμασταν να είχαμε απαντήσει.
«Ενημέρωση, παράδοση, καθημερινα νέα απο τον τόπο μας.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου