Μόλις χτύπησε το κουδούνι για το μεσημεριανό κολατσιό, κάθισαν στην άκρη του σκαλωσιού στον 10ο όροφο, κρεμώντας τα πόδια τους στο κενό, και έβγαλαν τα τάπερ τους.
Ο Γερμανός, ο Χανς, ανοίγει το καπάκι, βλέπει το περιεχόμενο και το πρόσωπό του σκοτεινιάζει: — «Όχι πάλι! Λουκάνικο Φρανκφούρτης με ξινολάχανο; Για 15η συνεχόμενη μέρα; Αν και αύριο η Γκρέτελ μου βάλει το ίδιο πράγμα, ορκίζομαι, θα βουτήξω στο κενό!»
Ο Ιταλός, ο Λουίτζι, ανοίγει με ελπίδα το δικό του, αλλά απογοητεύεται οικτρά: — «Mamma mia! Πάλι σπαγγέτι μπολονέζ; Έχω γίνει ο ίδιος μια μακαρονάδα! Αν αύριο η Τζιοβάνα δεν αλλάξει το μενού, θα ακολουθήσω τον Χανς στη μοιραία πτώση!»
Ο Πόντιος, ο Γιωρίκας, ανοίγει το δικό του τάπερ, βλέπει ένα σάντουιτς με ζαμπόν-τυρί και αρχίζει να τραβάει τα μαλλιά του: — «Ε όχι ρε παιδιά! Πάλι σάντουιτς; Φτάνει πια! Αν αύριο το κολατσιό είναι πάλι το ίδιο, θα πέσω κι εγώ μαζί σας να σκοτωθώ, να ησυχάσω!»
Την επόμενη μέρα, η μοίρα στάθηκε σκληρή. Ο Χανς βρήκε πάλι λουκάνικο και... ΜΠΑΜ! Ο Λουίτζι βρήκε πάλι σπαγγέτι και... ΜΠΟΥΜ! Ο Γιωρίκας είδε πάλι το σάντουιτς, σταυρώθηκε και... ΠΛΑΤΣ!
Στην κοινή κηδεία που ακολούθησε, το κλίμα ήταν βαρύ. Η χήρα του Γερμανού οδυρόταν: — «Αχ Χανς μου, γιατί δεν μου μίλησες; Θα σου έφτιαχνα σνίτσελ, θα σου έφτιαχνα γκούλας, γιατί έφυγες για ένα λουκάνικο;»
Η Ιταλίδα χήρα, ανάμεσα σε λυγμούς, φώναζε: — «Λουίτζι μου, αγάπη μου! Γιατί δεν ζήτησες μια πίτσα, ένα ριζότο; Για μια μακαρονάδα πήγες χαμένος;»
Όλοι τότε γύρισαν να δουν την Πόντια χήρα, η οποία έκλαιγε με λυγμούς, αλλά είχε ένα βλέμμα γεμάτο απορία. Την πλησιάζουν και την ρωτούν: — «Κι εσύ, καημένη μου; Γιατί δεν του άλλαζες το σάντουιτς του Γιωρίκα;»
Κι εκείνη, σκουπίζοντας τα δάκρυά της, απαντάει: — «Μα τι λέτε; Εγώ τι φταίω; Ο Γιωρίκας μόνος του το έφτιαχνε το κολατσιό του κάθε πρωί!»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου