ΚΕΡΑΜΙΔΙ ΒΑΛΤΟΥ Καιρός

Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

«ΑΓΑΠΑΤΕ ΤΑ …ΖΩΑ»!. Γράφει οΜπάμπης Κ.Μώκος

Νο 12.- Από την νέα ενότητα «ΑΤΙΜΗ…ΚΕΝΩΝΙΑ !». Του Μπάμπη Κ.Μώκου.


Σκυλοβαριόταν, μπαΐλντισε στο καθισιό, στην …αφραγκία και στη μιζέρια ο Τεό, κατά το εληνικόν Θεόδωρος Κακλέας από την Μέσα Μάνη και έβαλε μπροστά την κεφάλα,  το… τσερβέλο  του να κατεβάσει ιδέες.
Μέχρι τρίτη δημοτικού είχε πάει ο Θόδωρος, τι να κάνει, να κυνηγάει τσίχλες και δεκαοχτούρες στο χωριό; Έφθασε τα 20, τον …έσφιξαν και τα …γάλατα και είπε: -Φεύγω!.
Στο χωριό μονάχα πέτρες  και κάτι πύργοι μυστήριοι με πολεμίστρες μισογκρεμισμένοι εγκαταλελειμμένοι από την εποχή των Μαυρομιχαλαίων.
Τι να φάει,  πώς να τη βγάλει ο Θοδωρής;.

Είπε φεύγω και …έφυγε. Παράτησε τα καλντερίμια και πάτησε..άσφαλτο.  Πότε από δώ, πότε από ‘κεί, κάποιες μισοδουλειές, κάτι μικρομεροκάματα στην…ξέρα - μπαλώματα δηλαδή - και…  ψιλοπορεύονταν.
Έφτασε να πάει και στο στρατό, μία έτσι, μία αλλιώς, στέκονταν  τις νύχτες σαν πελεκάνος στο ένα πόδι με τις ώρες, τον εβλεπαν τα άλλα φαντάρια (ρε σύ αυτός έχει …σαλέψει!). Ώσπου ξημέρωσε μια μέρα πλάκωσε στις μπουνιές τον μάγειρα, πήρε το… τρελλόχαρτο κι’από δω …πάνε οι άλλοι.
Και  κατέβηκε στο λιμάνι, γνώρισε  και κάτι …καλά παιδιά, έκανε και κάποιους κολλητούς, σαν το Στράτο - να ‘ούμε -και η ζωή, πότε.. κατήφορη, πότε …ανήφορη.
Τα πράγματα… σφιγμένα. Και κάθονταν τώρα οι δυό τους, σαν τους… Χιώτες με τον Στράτο κι’αγνάντευαν τα καράβια  στο Παλατάκι στον προλιμένα.
 -Στράτο αδερφέ μου. Ρε σύ, να βρίσκονταν και καμιά δουλειά;
-Άσε μας ρε Θόδωρα, πλάκα μου κάνεις;
-Και γιατί ρε, οι άλλοι πως την βολεύουνε; Δεν μας έκανε μάνα εμάς;
(Όλες οι μανάδες προσδοκούν ο γιός του να βγει …Αλαίν Ντελόν, μα τούτος  βγήκε ….άλλα αντ’ άλλων!). (Βρέ, τι σου είναι αυτή η… ρουφιάνα η φύση!;).
Είπανε κι’άλλα, βαρεθήκανε και την πέταξε την κουβέντα του ο Στράτος:
-Δουλειές είπες; Υπάρχουνε δουλειές. Εδώ που καθόμαστε και …ξυνόμαστε θα μας… φτύσει μύγα! Που καταντήσαμε σαν…σκουράντζοι!
-Και τι να κάνω ρε;
-Να ρε, κοίτα τη θάλασσα.
-Και λοιπόν;
-Να ρε, να μπαρκάρεις.
Το σκέπτονταν όλη νύκτα την κουβέντα του Στράτου ο Θόδωρας και… ντάλα πρωί, πλατεία Καραισκάκη, γραμμή στου Βεντούρη.
-Καλημέρα σας, λέγομαι έτσι κι’έτσι και ψάχνω για δουλειά.
-Μάλιστα. Αφήστε τα στοιχεία σας και θα σας ειδοποιήσουμε.
Και τον ειδοποίησαν .
Πρώτο μπάρκο σε φορτηγό, σε έναν …σκυλοπνίχτη, αλλά έκανε υπομονή μονολογώντας :
-Ρε μάγκα «με κοντά κορδόνια στέκουν τα παπούτσια»; Όχι δεν στέκουν.
Ας αράξω τώρα εδώ και όλο και κάτι καλλίτερο θα βρω!.
Πολλά άλλα μπάρκα, μέχρι που βρέθηκε στη Μασσαλία. Είχε ακουστά για τα …ωραία και τα…πονηρά της πόλης και είπε μέσα του - τι θέλω εγώ στο βαπόρι, θα με φάει η λαμαρινίλα! - και την… κοπάνησε.
Είχε και κάτι φράγκα (τότε τα βαπόρια πλήρωναν, σήμερα δεν πληρώνουν) και άρχισε το …σουλάτσο και το … ψάξιμο.
Ξηγιότανε τις βόλτες του, κανένα πιοτό, κάτι…άλλα πιοτά…περίεργα, κάτι  ξενύχτια…χαζά, αηδίες, μέχρι που γνώρισε την Μαρί.
Σε ένα μπάρ δούλευε η Μαρί (Μαρία ήταν το όνομά της, αλλά οι Γάλλοι  βαριούνται να γράφουν μακρόσυρτα ονόματα, τα …κόβουν, τα τονίζουν στη …λήγουσα και… καθαρίζουν!).
Λαθραίος  για δυό χρόνια στη Μασσαλία, τακίμιασε με την Μαρί, όσα εκείνη έβγαζε τα έτρωγαν μαζί.
Καψούρα η Μαρί με τον Θόδωρο. -Είσαι όλη η ζωή μου Τεό! (Τεό τον έλεγε και τού’μεινε. Άκου ένας Θόδωρος από τη Μέσα Μάνη και να τον φωνάζουνε Τεό;)
Βαρέθηκε  ο Θοδωρής, είπε μια ημέρα στη Μαρί, πάω για τσιγάρα κι’αντί για το περίπτερο βρέθηκε στον Πειραιά.
Αραχτός τώρα στο Blue Cafe στη Φρεαττύδα, έπινε το στρέντο του κα αναπολούσε. (Έτσι είναι ο Έλληνας, μια βόλτα να κάνει στο εξωτερικό και του φτάνει από τον… βαρύ και …όχι να το ρίξει στα… στρέντα και τα…φρέντα!.Τί είμαστε δηλαδή, απολειφάδια είμαστε;).
Στο διπλανό τραπέζι κάποιες κυρίες με κάτι μικροσκοπικά σκυλάκια απ’αυτά που κάνουν τον …παλληκαρά, γαυγίζουν συνέχεια, στη… βαράνε, σε εκνευρίζουν κι’ας είναι σαν…μιμίδια!
Κουβέντα στην κουβέντα με τις κυρίες ο Θοδωρής, έμαθε τα πάντα για τα κανίς, τα γκριφόν, τα πεκινουά, μυστικά, πολλά μυστικά για τα γούστα, τα περίεργα και άλλες …σκυλοσυνήθειές τους.
Έτριβε, έτριβε το μυαλό του και  ύστερα έβαλε σε…σειρά το σχέδιο. Γνώριζε και από παλιά ένα φίλο του, τον Αντώνη που είχε ένα Pet Shop στη Γλυφάδα, κατάστημα με ταμπέλα και από κάτω μια τεράστια φωτεινή επιγραφή: «Αγαπάτε τα ζώα!».
Έπαιρνε απ’ αυτόν  ο Θοδωρής κάτι μυστήρια μπισκότα (γι’ αυτά τα σκυλιά …τρελλαίνονται), πήγαινε σε κάτι σπίτια ευκατάστατων, έπαιζαν στο γκαζόν κάτι μικροσκοπικά  σκυλάκια, πήδαγε τη μάντρα, τους έδινε τα μπισκότα, τα…γλύκαινε, τα…σίμωνε και εκεί τα άρπαζε κι’- από ‘δώ πάνε οι άλλοι-.
Και έλεγε ο Αντώνης:
-Που ήσουνα  ρε αδερφέ, χρόνια και ζαμάνια- ,με τι ασχολείσαι τώρα;
-Να,έχω ένα εκτροφείο σκύλων ράτσας στο Κορωπί.
-Καλά σκυλιά ρε;
-Καλά, τα καλλίτερα.
-Να μου φέρνεις ρε.
--Θα σου φέρνω.
Του έφερνε σκυλιά ο Θοδωρής του Αντώνη και στο Pet Shop τα είχε –έκθεση στη βιτρίνα και  τα πούλαγε.
Είχε βρεί τη …φόρμουλα ο Θόδωρας, κονόμαγε και η δουλειά πήγαινε πρίμα.
Σπάει τώρα το ποδάρι του ο..διάολος και ένα πρωινό Σαββάτου μπαίνει στο Pet Shop του Αντώνη ένα ζευγάρι.
-Καλημέρα σας.
-Καλημέρα σας.
-Ενδιαφερόμαστε για ένα κανίς, γιατί το δικό μας χάθηκε πριν λίγες μέρες.
-Έχετε;-
-Πως δεν έχω. Δεν βλέπετε;
Κοιτάει τώρα το ζευγάρι στη βιτρίνα και ξεχωρίζουνε ένα ολόασπρο …παιχνιδιάρικο κανίς.
-Πολύ ωραίο!. Μπορούμε να το δούμε αυτό;
-Μπορείτε.
Παίρνουν το σκυλάκι στα χέρια τους, ζωηρό, χαρούμενο και λέει η κυρία:
-Καλέ αυτός είναι ίδιος ο Μπούμπης  μας!.
Το ψαύει-ψάχνει πίσω από τα’αυτί και βλέπει το τσίπ.
Μαρκάρει στο κινητό το τσίπ και βλέπει στη φωτογραφία ολόιδιο κι’ απαράλακτο τον Μπούμπη. Και όνομα και τηλέφωνο και στοιχεία κατόχου κ.α.
Έτυχε-λέω έτυχε, να είναι τώρα στο ΣΔΟΕ η άντρας της που ρωτά τον Αντώνη:
-Ωραία σκυλιά, είναι υγιή, έχετε  παραστατικά, από πού τα παίρνετε;
-Να από ένα φίλο που έχει εκτροφείο στο Κορωπί, εκεί κι ‘εκεί.
Βαράει τώρα του κουδούνι η Πρόεδρος και λέει:
Αρχή της ακροαματικής διαδικασίας. Ουρλιάζει παραπέρα μια του φιλοζωικού: -Οι κλέφτες, οι απατεώνες που δεν ντρέπονται  να παζαρεύουν τα σκυλάκια, τις ψυχούλες.
Και λέει η πρόεδρος: 
-Εις τον κ.Θεόδωρον Κακλέα  4ετής φυλάκισις και πρόστιμο 20.000 ευρώ επί κλοπή και εμπορία ζώων. Εις τον κ. Αντώνιον Βάκην φυλάκισις 2 ετών επί κλεπταποδοχή.
Πισωκάγγελος  τώρα ο Θόδωρος, θυμάται, πότε το χωριό, πότε την Μαρί και πότε το μαγαζί του  Αντώνη στη Γλυφάδα. Και δεν φεύγει ο νους του από εκείνη τη… ρημάδα την  επιγραφή κάτω απ’την ταμπέλα που έγραφε «Αγαπάτε τα ζώα!».

Του Μπάμπη Κ. Μώκου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Σελίδες

NEXT PAGE