Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

«Ο…ΜΙΣΤΟΚΛΗΣ...». (Γράφει ο Μπάμπης Κ.Μώκος)


Νο 22. Από την νέα ενότητα «ΑΤΙΜΗ ΚΕΝΩΝΙΑ !». Του Μπάμπη Κ.Μώκου.
«Μην κοιτάς πού’μαι μπατίρης
μην κοιτάς πού είμαι φτωχός.
Κάποια μέρα, κάποια μέρα,
θα γυρίσει κι’ ο τροχός!...».

Ουζερί «Οι επτά …πόνοι!». Ακούραστο και…παλιακό το «τζούκ-μπόξ» στη γωνία, αλλά τη δουλειά του την έκανε.
Τραγούδαγε ο Τσαουσάκης το άσμα και η παρέα…αραχτή χαζοκούναγε  ράθυμα τη…γκλάβα της!
-Τι λέει ο άνθρωπος ρέ, τι μας…τσαμπουνάει; Ποιος τροχός θα γυρίσει;
Εδώ μας έχει…φτύσει η μύγα!. Λές και βάλαμε…στεφάνι με την καντεμιά και την πείνα!. Γίνεται ρε έτσι να γυρίσει ο τροχός: Όχι δεν γίνεται!.

Αυτά είπε Βασιλάκης ο…«καμπόσος» (το όνομα από την πιάτσα!), που κάθονταν εκείνο το  απομεσήμερο μαζί με δυό φιλαράκια του στο μαγαζί  
του Νίκου του Κουτσαύτη,εκειδά στο Σκαφάκι, κοντά Πειραική μεριά.
(Μεγάλη η ιστορία του…Κουτσαύτη: Φυσιογνωμία και χωμένος μέχρι τα…μπούνια στην παρανομία. Και τέλειωσε μιά…δουλειά, 15 και παραπάνω χρόνια τώρα. 
Είχε τότε  και δυο συνεργάτες, μπουκάρησαν κοντά  ξημερώματα σε εκείνο το βενζινάδικο στην εθνική, μάζεψαν το…μπαγιόκο-χοντρό
το χαρτί-, αλλά τους…έριξε τους άλλους στη μοιρασιά, τους άδειασε και έγινε…Λούης!.… Πέντε χρόνια είχε να φανεί στην πιάτσα ο Νικόλας και…ημέραν τινά, ξαναέσκασε… μύτη στον Περαία. Έπεσε…σύρμα, όπου τα παλιά του συνεταιράκια ρίχτηκαν στο…ψάξιμο και…έφαγαν τον τόπο να τονε βρούν.
 
 «Όποιος ψάχνει…βρίσκει!». Ρώτησαν από δώ, ρώτησαν από’κεί και…έμαθαν. Ακόμα και το τηλέφωνό του. Του τηλεφώνησαν καμιά δεκαριά  φορές αλλά απόκριση…τζίφος. Σκούπισαν όλο τον Περαία, τον…σάρωσαν και τελικά, ένα απόγευμα, τον βρήκαν.

-Και γιατί ρε μάγκα δεν απαντούσες στο τηλέφωνο;
-Ρε παιδιά, το ξέρετε από τότε ότι δεν ακούω και καλά. Δεν σας άκουα.
-Καλώς, αφού δεν ακούς, δεν τα χρειάζεσαι τ’αυτιά!.
 Και τότε ο Μιχάλης ο «ζόρικος», ένας από την παλιά παρέα, τράβηξε μια…διμούτσουνη, του έκοψε το ένα αυτί και του το έδωσε στο χέρι.
Με ένα αυτί πιά ο δικός σου, βαφτίστηκε από το συνάφι…Κουτσαύτης!)
Οι τρεις στην παρέα στα τσίπουρα, τα ούζα και τα…ούλα! Παιδιά! για…υιοθέτηση!. «Μορφωμένοι» στην πιάτσα και τα …ιδρύματα!.

Ο άλλος, Θανάσης τ’ όνομα ο επανομαζόμενος και…«αστραπή» (λόγω…σβελτάδας!) απέ την Κούλουρη. Που…μισούσε τους…μπεζαχτάδες λέγοντας:
-Τι σας φταίνε ρε τα λεφτά και τα κλείνετε, τα αμπαρώνετε στο συρτάρι;
Ανοίξτε ρε και …απελευθερώστε τα να πάρουν…ανάσα!.
Κι’αφού οι μαγαζατόροι δεν άνοιγαν τα συρτάρια, παραφύλαγε και τα…άνοιγε αυτός! Μέχρι που στην Αμφιάλη κάποιος μαγαζάτορας τον πήρε χαμπάρι, την ώρα της …δουλειάς, της αφαίμαξης, τον πλάκωσε σε κάτι…πατητές, τον έδεσε και τον …έστειλε στον …Κατή!. (Χρονάκια 2 και μήνες τρείς και…πάμε παρακάτω!).

Τρίτος της παρέας, ο Θεμιστοκλής με το προσωνύμιο…ο «μακρυχέρης!».
Καθηγητής μαθηματικών που οι άλλοι δυό τον σέβονταν (το πτυχίο γαρ!).
Και του βγήκε το … «μακρυχέρης», γιατί την ώρα που έκανε κάποια ιδιαίτερα στους πιτσιρικάδες, αντί για τα μολύβια, άπλωνε…αλλού και…παράταιρα το χέρι του.
Μέχρι τη μέρα που ένας πιτσιρικάς μαθητής του, τα είπε στην μαμά του:
-Καλέ μαμά, ο κύριος καθηγητής απλώνει το χέρι του και μου χαιδεύει τον…ποπό!.
Τρελλάθηκε η μάνα του παιδιού και…τά’στρωσε – χαρτί και…καλαμάρι- στον άντρα της!.
-Γιώργο, ο καθηγητής χαιδεύει εκεί που δεν πρέπει το παιδί, του βάζει…χέρι!
-Τι λές μωρέ τον αληταρά; Ξέρεις τι μου λές τώρα;
-Σοβαρά Γιώργο, μου τα είπε χθές το παιδί και ήρθε κλαίγοντας.
Είπε και τι δεν είπε ο Γιώργος και τράβηξε ένα γερό …μπινελίκωμα στον καθηγητή
-Καλά, κάτσε ρε τον παλιο…και θα δείς.
Ήρθε το άλλο απόγευμα η ώρα του ιδιαίτερου. Στήθηκε κρυφά ο Γιώργος και την ώρα που ο Θεμιστοκλής δασκάλευε το γιό του για κάτι…εξισώσεις, παράλληλα άπλωσε το χέρι του και άρχισε να χαϊδεύει τον μικρό σε μέρη…απαγορευτικά. Μανιασμένος πετάχτηκε απάνω ο Γιώργης, τον άρπαξε απ’ τον γιακά, του’σκασε κάτι μπουνίδια, πήρε το 100, έτσι κι’ έτσι και…κοκορέτσι! και τον…έστειλε!.
Αυτόφωρο. Και πήρε το λόγο η Εισαγγελέας. (Έτσι είναι οι εισαγγελείς, όλοι οι εισαγγελείς!. Μια…κότα να κλέψεις είναι σε θέση να σε στείλουν…ισόβια. Αρκεί να έχουν περιθώριο να …αγορεύσουν!. Είναι το…απωθημένο τους. Αν μάλιστα πέσεις και σε εισαγγελέα γυναίκα, τότε…πάμε να φύγουμε!.).
Και αφού…κατέβασε όλο τον Ποινικό Κώδικα, μίλησε η Κα Εισαγγελεύς:
-Κύριε, είστε αισχρός, χυδαίος και ανώμαλος. Τι δουλειά έχετε την ώρα του μαθήματος να…χαιδεύετε το παιδί; Σείς διαφθείρετε την κοινωνία. Λυπούμαι ειλικρινά για τη στάση και τις ενέργειές σας. Κρίμα που είστε και καθηγητής.
Σκυλοβαριόταν ο Πρόεδρος, ίσα, λίγο ήθελε να χασμουρηθεί, κρατήθηκε και…απεφάνθη:
-Κε κατηγορούμενε, δολία, ανεπίτρεπτος και σκαιά η ενέργειά σας.
Πάρτε τώρα 2 χρονάκια να θυμάστε την…απλοχεριά σας!. Η δουλειά σας είναι να λύνετε εξισώσεις και όχι να….ψαύετε ανηλίκους.
Και πέρασε καιρός, κάτι μέρες είχε τώρα που βγήκε από τη στενή ο Θεμιστοκλής. Ο Γιώργος του τη φύλαγε και του την έστησε.
Και κατέβηκε στην πλατεία Ιπποδαμείας και βρήκε τον Γιάννη τον αποκαλούμενο και…«κομπρεσέρ», παλιό γείτονα  και συμμαθητή του.
 «Σημείο» στην πιάτσα, μια ζωή στη…ρυμούλκα, παλιός συμπαθών…πρωκτολόγος ο Γιάννης, γι’αυτό και το παράνομά του…«κομπρεσέρ» στο συνάφι!
-Γιάννη, παλιέ μου φίλε, το και το, έτσι κι’έτσι, αυτός ο παλιάνθρωπος πήγε να μου …δολώσει, να μου…πειράξει, να μου…βρωμίσει! το παιδί.
-Τι λές ρε τον ..@@ύστη;
-Θέλω να μου τον…περιποιηθείς τον τύπο. Ξέρεις εσύ.
-Ο,τι θέλει ο…αδερφός μου ο Γιώργης.
 Στήθηκε το σχέδιο και ανέβηκε την άλλη μέρα ο Γιάννης στην Πειραϊκή.
Όπου τσεκάρισε-βρήκε την παρέα και απευθύνθηκε στον καθηγητή:
-Έμαθα ότι είστε καθηγητής, μαθηματικός. Κάνετε ιδιαίτερα;
-Και βέβαια κάνω.
-Μπορείτε να αναλάβετε τον μικρό μου γιό;
-Και βέβαια μπορώ, όποτε θέλετε.
-Καλώς. Να πούμε αύριο το απόγευμα στις 6; Το σπίτι μου είναι απέναντι ακριβώς απ’το Τζάννειο.
Έγραψε το…ρολόι και την άλλη μέρα σκάει ο καθηγητής. Απέναντί του ένας πιτσιρικάς 12άρης, ανιψιός του Γιάννη και …μιλημένος!
Έχει αρχίσει το μάθημα και κάποια στιγμή ο καθηγητής απλώνει το χέρι κι’αρχίζει να…χαιδεύει τον πιτσιρικά, εκεί που…δεν πρέπει.
Στημένοι και συνεννοημένοι ο Γιώργος με τον Γιάννη, πετάγονται απάνω, τον αρπάζουν, τον πλακώνουν στις γρήγορες και του κάνουν τη μούρη…
μπλέ-μαρέν, ίσα με ένα…άλογο!
Ύστερα λέει ο Γιώργος:
-Γιάννη, τώρα δικός σου, κατά-δικός σου!. Τη δουλειά σου την ξέρεις. Να τον…περιποιηθείς αναλόγως. Στον παραδίδω!.
Λυσσασμένος ο Γιάννης κοιτάει τον καθηγητή που τρέμει ολάκερος, του τραβάει κανα δυό ροχάλες και ύστερα του λέει:
-Κατέβασε τα ρε, ξεβρακώσου ρε! παλιοκερατά!.
Και του την έκανε τη…δουλειά ο Γιάννης, καθ’ότι σ’αυτή ήταν …ειδικός!.
Άλλωστε γι’αυτό και του αποδοθεί και το …προσωνύμιον … «κομπρεσέρ!».
Πέρασε ώρα, σκυφτός μελανιασμένος, μπουμπουνιασμένος και…τρύπιος πήρε το δρόμο ο καθηγητής και εξαφανίστηκε.
Στη βεράντα του σπιτιού τους στην Αμφιάλη, ο Γιώργος διηγόταν τα …καθέκαστα στη γυναίκα του.
-Ετσι κι’έτσι, αυτό κι’αυτό έγινε.
-Καλά του κάνατε άντρα μου. Καλά του την έφερες. Υπάρχει μεγαλύτερη τιμωρία απ’αυτή; Μεγαλύτερο ρεζιλίκι; Έτσι για να βάλει μυαλό!
Πέρασαν ημέρες και ξαναφάνηκε ο καθηγητής στην πιάτσα. Έμαθε και η παρέα τα καθέκαστα.
-Ρε σύ Θεμιστοκλή, τι έγινε ρε; Καλά ρε, σε…τρύπησαν; Κι’εσύ ρε τους…έκατσες: Τι κορόιδο, μα τι κορόιδο πιάστηκες ρε; Σε πήδηξαν ρέ; Πισολούρη! σ΄έκαναν ρε!;
Σκυφτός κι’αμίλητος ο καθηγητής δεν μπορούσε να το χωνέψει που του έστησαν την …κασκαρίκα και τον …γύρισαν μπρούμυτα!.
Και είπε ο Βασιλάκης:
-Ρε σείς, με το…χουνέρι που έπαθε, από Θεμιστοκλή…χαιδευτικά τώρα θα τονε λέμε…Μιστόκλη!.
Και …έπεσε το…γέλιο!.-


Του Μπάμπη Κ. Μώκου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Σελίδες

NEXT PAGE