ΚΕΡΑΜΙΔΙ ΒΑΛΤΟΥ Καιρός

Σάββατο, 29 Ιουλίου 2017

«ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΕΙΣ ΤΑ… ΜΗΛΑ!» [Γράφει ο Μπάμπης Κ.Μώκος]

fantaros.jpg
No 4.- Από την νέα ενότητα «ΑΤΙΜΗ…ΚΕΝΩΝΙΑ!.»-Του Μπάμπη Κ.Μώκου.
Βάρεσε η σάλπιγγα αναφορά, μαζεύτηκαν τα φαντάρια,διέταξε προσοχή ο λοχίας, έδωσε στα σβέλτα ανάπαυση, γιατί ακόμα δεν είχε πιει καφέ  και είπε: 
-Γιαβρής, γρήγορα στον Συνταγματάρχη. Νυσταγμένος κι’άπλυτος ακόμα ο  Νικόλας ο Γιαβρής,εκ Μεθάνων, ήτο ο μόνος σπουδαγμένος στον λόχο.

Κοινωνικαί επιστήμαι και …μεταπτυχιακό στη… δηλωτή, το τάβλι, την πόκα, στο κουμάρι και άλλα … «αίσχιστα… παίγνια, με τα οποία δυστυχώς ασχολούνται παραπλεύρως και …αδοκίμως κατά την διάρκειαν των σπουδών  των οι φοιτηταί!». Εφτά χρόνια φοιτητής στη Θεσσαλονίκη, μέχρι να πάρει εκείνο το έρημο το πτυχίο,τι άλλο να μάθαινε; Στο φοιτηταριό τα πρώτα  3 χρόνια είναι μόρφωση και τα υπόλοιπα… «επιμόρφωση!».

Και…. δως του κάτι …Δεμέστιχες,κάτι  …Μαλαματίνες  στην Πρίγγηπος Νικολάου, κάνα γκομενάκι, ξενύχτια-πολλά ξενύχτια, αραλίκι και …των γονέων,σουλάτσο και ρεμπέτικα στη Δόμνα  και την Τομπουρλίκα και ξημερώματα, βούρ για πατσά ρεφενέ στη Ροτόντα, στου Ασλανίδη (μερίδες δύο,κουτάλια πέντε!).

Του έστελνε ότι και όσα μπόραγε ο πατέρας, του έστελνε στα κρυφά και η μάνα του (όλες οι μανάδες που έχουν γιούς φοιτητές τους στέλνουν κρυφά. Περί αυτού ουδεμία χωρεί αμφισβητησις).

Είχε και κάνα δυο φιλαράκια κολλημένα στο ρεμπέτικο, κόλλησε κι’αυτός κι’άρχισε να  τραγουδά καημούς και πόνους. Ψιλογρατσούναγε ένα…παλιοτρίχορδο, αγορασμένο απ το Καπάνι  -«Ψεύτισε πλέον ο ντουνιάς»-πορεύονταν,όπως πορεύονταν και τα υπόλοιπα. Ώσπου ήρθε το χαρτί του στρατού.

Έκλαψε στην εξώπορτα, στον αποχαιρετισμό η μάνα του και τον …σταύρωσε τρεις φορές για τύχη και καλό κατευόδιο.

Τον… ψιλοσφαλιάρισε χαιδευτικά   ο πατέρας του (άει στο καλό και να κόψεις λίγες αηδίες).
Και νά ‘σου ο Νικόλας από …πανεπιστήμων «Γραφεύς Πεζικού», εις την υπηρεσίαν της μητρός πατρίδος.


Τον σέβονταν (σπουδαγμένος γαρ) οι υπόλοιποι στο λόχο, είδε και τον φάκελλό του ο Συνταγματάρχης και γι’ αυτό τον ξεχώρισε και τον φώναξε.

-         Από πού είσαι παιδί μου;

-         Από τα Μέθανα Κε Συνταγματάρχα.

-         Ωραία, είμαστε και συμπατριώτες, εγώ απ τον Πόρο.

Και άρχισε η κατήχηση: Πρώτα κάποια περί «εθνικής διαπαιδαγωγήσεως»,ύστερα κάποια «περί της ηθικής ανθρωπίνης υποστάσεως » (ένα κάρρο αηδίες), τού’ρχονταν του Νικολάκη να χασμουρηθεί, αλλά το …κράταγε, περιμένοντας.

Και είπε ο κ.Συνταγματάρχης:
-Άκουσε  παιδί μου. Εκτιμώντας τις γνώσεις,τα προσόντα και την σοβαρότητά σου,οσάκις σε χρειάζομαι θα είσαι στην διάθεσή μου. Πέραν αυτών, σε επιφορτίζω, σου αναθέτω και κάτι άλλο: Δύο  φορές την εβδομάδα θα μεταβαίνεις στο Μάρκετ του κ.Σαφέτη, θα παίρνεις τα ψώνια και θα τα πηγαίνεις στο σπίτι μου, ξέρεις, στην πολυκατοικία πίσω από το σχολείο, Κανθάρου 10. Εξυπακούεται πως αυτές τις δυο ημέρες απαλάσσεσαι από κάθε υπηρεσία. Συνεννοηθήκαμε;

-Μάλιστα Κε  Συνταγματάρχα.

Ευχαρίστησε ο Νικόλας,έκανε βγαίνοντας, έναν… πήδο αεράτο, είπε μέσα του ένα «γουστάρω!» που δυο μέρες θα ήταν ελεύθερος και  ωραίος εκτός στρατοπέδου, ώσπου ήρθε η Δευτέρα.

Ειδοποιήθηκε από τον Συνταγματάρχη και την Τρίτη το πρωί, πάρτον στο πρώτο …δρομολόγιο, Μάρκετ Σαφέτης και Κανθάρου 10.

Σενιαρισμένος με τα κάζουαλ πολιτικά του,κτυπάει το θυροτηλέφωνο και ακούει τη φωνή, κελαριστή και ..

-Α΄για τα ψώνια, στον τρίτο όροφο, αγόρι  μου.

Ανεβαίνει. Μια πόρτα στον όροφο ψιλοχάσκει και μπαίνει.

-Του κ.Συνταγματάρχη;

-Εδώ αγόρι μου (πάλι αγόρι)μου!.

-Έφερα τα ψώνια.

- Θα κουράστηκες, θέλεις κάτι να πιεις, έρχεται αισθαντική η φωνή απ’την κουζίνα.

-Α΄μπα,ευχαριστώ.  

Κάθεται τώρα ο Νίκος στον καναπέ στη σάλα και περιεργάζεται ένα σωρό  φωτογραφίες με …σπαθόλουρα, κορνιζαρισμένα παράσημα και τιμητικές πλακέτες  του συνταγματάρχη.

Όπου … προβάλει …αεράτη…πλουμιστή, αφράτη και…λουλουδορομπάτη η κυρία συνταγματάρχου. Την βλέπει ο Νικόλας, ίσα να πάθει…ταράκουλο,να τού’ρθει …κόλπωση.

Η κυρία εκεί μπροστά του, γύρω στα σαράντα…νεραιδάτη,όψη… πορσελάνινη, μαλλί  αλα γκαρσόν στυλιζαρισμένο (η βαφή προς το… τσικλαμέν), φρύδι γαιτάνι, στακάτη και …βελουδένια, ύφος  λαγγεμένο. Σε ψιλοταραχή ο Νικόλας, τον …κόβει απ’την κορφή ως τα νύχια τον μικρό η κυρία, τον …σκανάρει σαν να  του βγάζει…ακτινογραφία.

-Και πως είπαμε το όνομά σου;

-Νίκος κυρία, Νίκος.

-Εγώ, αν δεν σε πειράζει θα σε λέω Νικολάκη. Το δικό μου Συλβάνα,αν θέλεις μπορείς να με λες Βάνα.

-Χάρηκα, κυρία, χάρηκα.

-Κι’εγώ αγόρι μου (πάλι αγόρι μου!).

Ο Νικόλας τώρα, 26άρης, παιδαράς και ψωμομένος, λέει μέσα του (πίσω μου σ΄έχω σατανά), επιφυλάσσεται,  μένει για λίγο και χαιρετά.

Τον βλέπει η κυρία να βγαίνει, του παίρνει μέτρα με τη μία, από πλάτες, μέχρι κορμοστασιά  και μπόι (τι προσόντα;) και… ξερογλύφεται Πάει για λίγο το μυαλό της στον συνταγματάρχη, σκέφτεται και …μονολογεί;

-Σύγκριση, τι σύγκριση να κάνεις ανάμεσα στον πιτσιρικά  και στον συνταγματάρχη; Είναι σαν να μπλέκεις τον..φάντη με το…ρετσινόλαδο! Στα 26 του ο ένας σαν τον …Ερμή, στα 60 του και… βάλε ο άλλος, σαν… τζατζίκι  χωρίς…σκόρδο!

Kαι περνούσαν οι μέρες, πηγαινοερχόντουσαν τα ψώνια, καλογνωρίζονταν η κυρία  με τον Νικολάκη. Μια, δύο, τρεις και ημέραν…τινά,να κάτι  πτι -μπέρ να  κάτι πιοτά, είπε η Κα συνταγματάρχου.

Νικολάκη, να σου δείξω το σπίτι. Κι’αντί για τη σάλα του έδειξε την κρεββατοκάμαρη. Φλογάτη και στην…ψιλονηστεία  η κυρία, παίδαρος ο Νικόλας (να κατουράει τα χορτάρια και να…ξεραίνονται) και,άστα να πάνε στο…διάολο.

Τώρα, έχει δέσει το γλυκό, και παίρνει η κυρία τηλέφωνο τον σύζυγο:

-Αγάπη μου, δεν χρειάζεται να ειδοποιείς εσύ το παιδί για τα ψώνια, θα τον παίρνω εγώ στο κινητό.

Ζωή χαρισάμενη περνούσε η Συλβάνα με τον Νικόλα, εντός και εκτός σπιτιού.

Και κάθε φορά που γουστάριζε να τον συναντήσει, κατέληγε με το «Μην ξεχάσεις να φέρεις μήλα!». Ήταν το σύνθημα.

Μπούχτισε τώρα ο Νικόλας, ένα και κάτι χρόνο αργιάνισμα με την κυρία, σε κάτι μέρες θά’παιρνε και το απολυτήριο και έκοψε… λάσπη. Στεναχωρήθηκε η Βάνα που σταμάτησε το…κονέ, αλλά δεν τό’βαλε κάτω. Αρκεί να ήταν καλά ο κ.συνταγματάρχης. Όλο και κάποιος άλλος Νικολάκης θα της έφερνε τώρα τα ψώνια. Και τότε θα του έλεγε: «Μην ξεχάσεις να  φέρεις μήλα».

Περπατάει τώρα στην Τσιμισκή ο Νικόλας,βλέπει σ’ένα  μανάβικο κάτι ολοκόκκινα …Ζαγορίν, θυμάται, χαμογελάει, σκέφτεται  και παραμιλά: -Ρε άμα θέλουν οι γυναίκες…

Και σκέφτεται την κουβέντα που του είχε πει κάποτε στο χωριό ο μπάρμπας του ο Αριστείδης: «Παλληκάρι μου,οι γαλλονάτοι έχουν έναν ιδιότροπο εγωισμό. Τα θέλουν όλα από το πάνω ράφι. Γι’αυτό και διαλέγουν γυναίκες  πανέμορφες  και κατά πολύ νεότερες.
Εκεί την πατάνε!»….

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Σελίδες

NEXT PAGE