Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

«ΛΑΔΙ ΕΚ…ΚΑΛΑΜΩΝ!» Γράφει ο Μπάμπης Κ.Μώκος

Νο 3. Από την νέα ενότητα του Μπάμπη Κ.Μώκου «ΑΤΙΜΗ…ΚΕΝΩΝΙΑ!»
Ο Περαίας είναι λιμάνι. Το λιμάνι τι έχει; Θάλασσαν βεβαίως. Η θάλασσα τι έχει ; Και τα καλά της και τα κακά της. Κοντά στη θάλασσα είναι κάτι μικροσκοπικά  λαικά στέκια κάτι κουτούκια σαν ….τρύπες, όπου οι …ψαγμένοι, αράζουν να πιούν  το  κρασάκι και το ουζάκι τους, να…βρίσουν τους
πολιτικούς, ύστερα τον μαγαζάτορα κι’ άμα την ώρα του λογαριασμού..μετρήσει κεφάλια, να του …πάρουν κι’αυτουνού το κεφάλι!.

-Είσαι Εβραίος ρέ,…φραγκοφονιάς…τσίπης και απαράδεκτος!

Και ζητάει συγνώμην ο Αναστάσης και ρίχνει και δυό κατακεφαλιές στον κάλφα σερβιτόρο.

 –Ρε παιδιά, λάθος έγινε, έκανε λάθος το παιδί με τον λογαριασμό (-Ελα εδώ ρε… μούλο,τι έγραφες εδώ;) Και φωνάζει στα…ενδότερα : -Μισόκιλα δύο στην παρέα, κερνάει το μαγαζί.

Βράζει και βρίζει από μέσα του ο Αναστάσης  (τους κερατάδες   έφαγαν κι ήπιαν τον…άμπακο και θέλουνε και …σκόντο!). Παίρνει και το… χαρτί του λογαριασμού (ούτε μπλόκ, ούτε τίποτα-κομμάτι από λιγδιασμένο χασαπόχορτο) κάνει πως τον κοιτάει, υπολογίζει στην πρόσθεση τον…αριθμό
της ημερομηνίας και τα…κερασμένα μισόκιλα  και …αποφαίνεται: Λοιπόν παιδιά, ήτανε 45, το σωστό είναι 40 και…καθαρίσατε.

Γελάει η παρέα, γελάνε και τα…ψάρια (δεύτερα βέβαια, αλλά φρέσκα) και τσιτσιρίζουν στο βάθος τα τηγάνια, πετάει …φουσκάλες το λάδι-να πεταχτεί καμιά και να σε… στραβώσει-βολτάρει ο Αναστάσης περνά δίπλα απ’ την παρέα και πετά την κουβέντα!: «-Εκ Καλαμών μάγκες το λάδι» παραγωγής μας, απ’το κτήμα της πεθεράς μου! (Ποιάς πεθεράς του, αφού…μπαμπάκιασε η κούτρα του κι’ακόμα δεν την παντρεύτηκε τη Φωφώ και την έχει δούλα, 25  χρόνια στην κουζίνα).
Από την Ανδρο ήτανε η Φωφώ, κοριτσόπουλο, λαμπαδίσιο ήρθε στον Πειραιά, δούλεψε ως…υπηρεσία σε κάτι σπίτια ευκατάστατων, δουλειές σωρό να της βγαίνει η ψυχή, σιχαίνονταν και κάτι αφεντικά που της…ψιλοάπλωναν χέρι και τά’σκασε κάτω. Υστερα βρέθηκε στο δρόμο της ο Αναστάσης και είπε ν’αράξει.

Πέρασαν τα χρόνια, σταφίδιασε η Φωφώ, μπαγιάτεψε, μεγάλωσε η Φωφώ, αλλά η ελπίδα, ελπίδα!.
-Αναστάση μου, νισάφι πιά, δεν πάει άλλο. Αντε με το καλό μια Κυριακή να πάμε στον Αη-Διονύση –μεγάλη η χάρη του-να μου περάσεις εκείνο  το στεφάνι. Να γίνω κι έγώ σαν τις άλλες, κυρία με τη βούλα.

Κάνει πως εκνευρίζεται ο Αναστάσης, κοιτάει τον …μπεζαχτά, γυρίζει προς την κουζίνα, σκέφτεται να της κατεβάσει τίποτα καντήλια, αλλά ξαφνικά  γλυκαίνει.
 –Ντάξει ρε σπλάχνο, δεν σ’έχουμε δα και σε καταναγκαστικά έργα. Κι αυτό θα γίνει. Πρώτα η δουλειά. Να σιάξουμε εκείνη τη …σερμαγιά που λέγαμε Αδειάζουμε ν’αφήσουμε το μαγαζί; Καίγεσαι εσύ εκεί μέσα, μα κι έγώ έχω έννοιες. Ξέρεις τι έννοιες έχω εγώ που έχω πέρα απ’ τα …άλλα  και τα.. κουμάντα του μαγαζιού; Καταλαβαίνεις;

 Όλα τα …καταλάβαινε η Φωφώ, όλα. Μονάχα εκείνο το … «πέρα από τ’αλλα», όμως εκεί τέλειωνε πάντα και η κουβέντα.

Το… γυρίζει ο Αναστάσης, γυρίζει κι’η Φωφώ τα ψάρια στο τηγάνι μην καούνε .

Τσίκνα, τηγανίλα και …καρακαντίλα  σαν αναθυμιάσεις από νταλίκα σε ανηφόρα .

-Ανοιξε ρέ να φύγει η…μπόχα, θα πνιγούμε εδώ μέσα!

Ανοίγει ο Αναστάσης κανα δυό παράθυρα να ξεντουμανιάσει ο τόπος και ξαφνικά…σκάει παρέα με τέσσερις. Δυό αρσενικούς, συνοδεία θηλυκών.

Σπάει ο διάολος το ποδάρι του και το ένα από τα δύο θηλυκά ακούει στο όνομα Λίτσα. Κοιτάει ο Αναστάσης  μήπως τον γελάει το μάτι του, στραβοκαταπίνει κι είναι να πέσει ο ουρανός να τον πλακώσει. Θυμάται βέβαια πως στην τελευταία τους συνάντηση του είχε πεί:
-Αναστάση μου, χρυσέ μου, μια μέρα θα έλθω στο μαγαζί με ένα ξαδελφάκι μου. Προβληματίζονταν όμως μ’ αυτό που έβλεπε: Αγκαλίτσες και…γλύκες  με το ξαδελφάκι της;

Και είπε μέσα του:
-Ρε κάτι περίεργο, κάτι άλλο, αλλόκοτο  τρέχει εδώ. Και… ψιλιάστηκε.

Κοίτα να δείς η Λίτσα με…  αγαπητικό στο χαχάνισμα. Η Λίτσα που εδώ και 10 χρόνια την ντύνει και την ποτίζει και εχει και το θράσσος νά’ρθει και στο μαγαζί, μόστρα  με… τζέ;

Μονολογεί ο Αναστάσης, γραμμή στην παρέα, στραβοκυττάει τη Λίτσα και μιλάει στους αρσενικούς; -Μπορώ να πω στη κυρία δυό κουβέντες;

Και παίρνει παραέξω τη Λίτσα, κάτι πήγε να του πεί, να του αντιγυρίσει, οι δυό κουβέντες, γίναν δυό σφαλιάρες και ύστερα πέντε και δέκα και το…έλα να δεις.

-Μωρή τσούλα, 10 χρόνια σε ταίζω, σε στολίζω  και σε ποτίζω και μού’ρχεσαι μόστρα στο μαγαζί  με τους… τζέδες;

Ακούνε το κουρνιαχτό οι από μέσα, σαλτάρουνε, τραβάνε το κορίτσι απ΄ τα χέρια του κι’απάνω  στο βουητό ακούγεται και η κουβέντα απ’τη Λίτσα:
-Κυρ αστυνόμε, στην κουζίνα, πάνω αριστερά, εκεί τό΄χει.

Και σαλτάρει ένας απ’ τους δυό, περνάει στο βάθος, απλώνει το χέρι του κι΄απάνω από ένα τυφλό ράφι βγάζει τη σακκούλα. Κάτασπρη και..περιποιημένη. «Αλεύρι» πρώτης τάξης.

Του περνάνε τα βραχιολάκια του Αναστάση, κατακαίονται τα ψάρια της Φωφώς, κατακαίεται  και καρδιά της που άκουσε τη Λίτσα  να τά΄χει 10 χρόνια με τον Αναστάση .

-Κυρ’ αστυνόμε μου εγώ σας τό’πα, αυτή τη δουλειά κάνει, λέει η Λίτσα.

Φαρμακωμένος ο Αναστάσης  που έχασε  το…εμπόρευμα, εχασε τη Φωφώ, έχασε και την Λίτσα. Κοκκαλωμένος εκεί  δά στο κελί σκέφτεται τη ζημιά, αναθεματίζοντας την τριπλή του ατυχία. Τό΄παιξε τριπλή και τό΄χασε.
«Εκ Καλαμών το …λαδι».
Μόνο  που δεν ήταν λάδι…Υπάρχει λάδι σε…σκόνη;

Κι’ όλο  τού’ρχεται στο μυαλό εκείνη η ρημάδα η τελευταία κουβέντα της Λίτσας πρίν από κάτι μέρες:
-Η τα φέρνεις και γελάμε μαζί η δεν τα …φέρνεις και…κλαίς μονάχος σου!.

Νο 3. Από την νέα ενότητα του Μπάμπη Κ.Μώκου «ΑΤΙΜΗ…ΚΕΝΩΝΙΑ!»

Του Μπάμπη Κ.Μώκου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Σελίδες

NEXT PAGE