Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

«ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΙΤΙ;» Γράφει ο Μπάμπης Κ.Μώκος

Νο2 Από την νέα ενότητα του Μπάμπη Κ. Μώκου....«ΑΤΙΜΗ…ΚΕΝΩΝΙΑ!.»
«Ειμίς, καιρό εχουμι να σας ιδούμι ειμίς και πολύ πονέσαμι και πολύ σας αγαπάμι ειμίς. Γι΄αυτό είπαμι Σαββατόβραδο στι σπίτι μας να βριθούμε ειμίς  για κανένα κρασάκι και κανένα χαρτάκι, ειμίς».

Αυτά και ακριβώς έτσι τα είπε η Όλγα στην Τούλα.

Γύρισε λοιπόν ο Σταμάτης απ’τη δουλειά, κατάκοπος και μουτζούρης…μαριναρισμένος απ’ τα γράσα και τις βαλβολίνες πλύθηκε κι’ έκατσε να βάλει μια μπουκιά στο στόμα του. Του πήγε το φαΐ η Τούλα, ήταν και γιομάτος τσαντίλα  που απ’το πρωί στη δουλειά δεν…κουνήθηκε φύλο δεν τσάκωσε ούτε ευρώ …τσακιστό και της έβαλε τις φωνές:

«Πάλι γεμιστά ρε Τούλα, τι θα γίνει μ’ αυτά τα γεμιστά, θα στουπώσει ο…αφοδεύτης μας «.

Έκανε την κουφή η Τούλα (τον ξέρει δα 30 και τόσα χρόνια, άλλο τι δηλώνει στη γειτονιά για το …καμάρι της):
-Ο Σταμάτης μου, μηχανολόγος, καλέ, γιατρός που λένε στ’ αυτοκίνητα, μάστορης και με συνεργείο δικό το, μεγάλο». (Τρίχες και λόγια παχιά. Μια τρύπα έχει ο Σταμάτης, «Συνεργείον το φιλότιμον», ένα γρύλλο, 5 μπουζονόκλιδα, τρία-τέσσερα παλιοκατσάβιδα, πότε στα πάνω, πότε στα κάτω και παλεύει για το μεροκάματο).

Στραβοκοίταξε το Σταμάτη, περίμενε να κατασιγάζει η γκρίνια του, έβαλε γαλιφιά στη γλώσσα της και την είπε την κουβέντα της η Τούλα:
- Σταμάτη μου, μου τηλεφώνησε η Όλγα του Νικήτα, το και το…Σαν να αδιαφόρησε ο Σταμάτης, σαν να το ξανασκέφθηκε και ύστερα από λίγο δήλωσε:
-Πές τους ότι θα πάμε.

Είχε και κανα 2 χιλιάρικα καβάντζα να πληρώσει από Δευτέρα κάτι ανταλλακτικά και το ΙΚΑ, τα τσέπωσε, φόρτωσε και την Τούλα και να τους, καρσί στο σπίτι του Νικήτα. Ανοίγει την πόρτα η Όλγα, «ειμίς να το ξέριτι πολύ  σας εκτιμάμε, ειμίς».

Χάνει το…φώς του ο Σταμάτης…καρφωμένος στα …μπαλκόνια της, πετάει ένα «παρομοίως  και αράζει περιμένοντας άλλα δυο ζευγάρια, τον Θύμη με τη Μαίρη και τον Σωτήρη με τη Λένα γνωστούς και μη …εξαιρεταίους.

Ήρθαν  τα…παιδιά, ήρθαν  και κάποια μεζεδάκια αλλόκοτα, ήρθαν και κάποια άλλα περίεργα αλαντικά και σαλαμικά (απ’ αυτά τα ρωσοουγγαρέζικα, 90% λίπος και 10% κρέας, ήρθαν και κάτι  μπύρες, σαν αυτές που πουλάνε στις λαϊκές 3 ευρώ η 5άδα). Αλλά δεν βαριέσαι, ήρθαμε κι’εμείς, αλλά για…άλλα.

Κουβέντα  ο Νικήτας, κουβέντα για αναδουλειές και τα…ρέστα, συμφώνησαν οι υπόλοιποι: «Σσσσς και που είσαι ακόμα!». Είπε και η Όλγα: «Τι κάνιτι έτσι καλέ, κι’ ειμείς δύσκουλα τότι  πειράσαμι».
Κάτι πήγε να πει ο Θύμης που είναι και  της αριστεράς, αλλά, ως εκεί..

Είναι τώρα η Όλγα, ένα…άλογο, ίσα με 1,80 χωρίς πατούμενο, να..ανέβεις στα …μπαλκόνια της και ν’αγναντεύεις την …Αρτα. Εκ Ρωσίας, (που να ξέρεις, έτσι λέει), κοντά στα  35, που πρωτήρθε εδώ 24 χρονών, γύρισε και…μύρισε από Γιάννινα μέχρι Μάνη  όλα τα μυστήρια τα καλά και τα…αλλα της επικράτειας, όλη τη νύκτα. Σκοροφαγωμένη μέν, αλλά  35άρα, που τη γνώρισε ο Νικήτας  ένα βάδυ σε ένα κολόμπαρο στα Βλάχικα. (Απ’αυτά τα …καλά μαγαζιά που …γράφουν  «είσοδος δωρεάν έξοδος 400». Τά ήπιανε, τα είπανε, τα συμφωνήσανε, βέρντζινος ο Νικήτας, βέρντζινη κι’αυτή, τη μάζεψε, τη σπίτωσε τακιμιάσανε, όλα καλά και τα…κουκιά μπαγλάν!

Έπιναν οι άντρες τις μπύρες τους, λέγανε οι γυναίκες τα δικά τους, πηγαινοέρχονταν στακάτη η οικοδέσποινα, λέει από μέσα του ο Σταμάτης (να σε πιάσω στα χέρια μου να σου πώ εγώ!). Λέει κι’ ο Σωτήρης: Δεν το στρώνουμε ρε μάγκες; Έφυγαν τα πιατικά και τα … μπάζα, στρώθηκε η τσόχα .

Περπάταγε η ώρα, ζεσταίνονταν το παιχνίδι κι’ο Σταμάτης, πότε Ένα ζεύγος, πότε Δύο ζεύγη, πότε Τρία όμοια, άντε και καμιά Κέντα. Τίποτα μα τίποτα δεν έλεγε κα του …κάτσει. Καντεμιά στην καντεμιά. Κέρδιζαν οι άλλοι, έχανε ο Σταμάτης, πήγε η ώρα 3, τα 2 χιλάρικα γίναν 200 ευρώπουλα και τότε ακούστηκε η φωνή: «Ιμείς  μπορεί να παίξιμι ειμίς;».

Γυρίζει το βλέμμα του το καρρέ, κοιτάζει την Όλγα, αλληλοκοιτάζεται και λέει:
–Βεβαίως και μπορείτε. Δεν είχε αντίρρηση και ο Σταμάτης που σκέφθηκε πως μπορεί ν’άλλαζε η τύχη του, άλλωστε  τι να ξέρει από χαρτιά μια γυναίκα!.

Ποκα.jpg

Στρώθηκε η Όλγα στο τραπέζι …έστρωσε και το χαρτί του Σταμάτη. Και να κάτι Καρρέ του άσσου, να και κάτι Φούλ, μέχρι και Φλός. Ψιλοτελείωσαν τα λεφτά  απ’ όλους, ένας πήγε πάσσο, δύο  δήλωσαν  αποχώρηση και απόμειναν τώρα, φάτσα με φάτσα ο Σταμάτης  με την Όλγα, οι δυο τους.

Βουνό το χαρτί μπροστά στον Σταμάτη. Λέει η Όλγα:
-Τράπουλα περικαλώ μπορούμι αλλάξουμι;

Σκάντζα η τράπουλα, μία το ένα, μία το άλλο, πάλι τά’παιρνε ο Σταμάτης. Έφερε το τραπέζι γύρες μία, δύο, τρεις.

Ώσπου παίρνει χαρτί η Όλγα, λέει ντούκου ο Σταμάτης, λέει 1000  η Όλγα, σκέφτεται ο Σταμάτης, κοιτάει μπροστά του τον σωρό με τα ευρώπουλα, περιεργάζεται την Όλγα, την ψάχνει να την …ψωνίσει (λές να μου κάνει ρελάνς και να μπλοφάρει;) και την πετάει:
-Ρέστα μου!

Το ψιλοσκέφτεται η Όλγα και του απαντά: Πήγανι, να δω φώς; Μοστράρει  τα χαρτιά ο Σταμάτης, Καρέ του  βαλέ! Μοστράρει η Όλγα, Καρρέ του Άσσου.

Του έρχεται… μπουρμπουτζάς του Σταμάτη, ψιλοψελλίζει ένα καληνύκτα σας και εξαφανίζεται.

Έχετε δεί βουνό να μετακινηθεί; Κι’όμως μετακινήθηκε. Πήρε η Όλγα τα λεφτά, τα μέτρησε κι’ ήταν 9 χιλιάρικα. Και, μα την Παναγία, ήθελε κάτι να πεί στο καρρέ, αλλά δεν το είπε.

Κάθεται τώρα ξημερώματα στη βεράντα του σπιτιού του ο Σταμάτης  και γεμάτος από γινάτι για το …κάζο …παραμιλάει.
-Ρε τι ξεφτίλα ήταν αυτή; Να μας…δαγκώσει και να μας  τα πάρει τα λεφτά μια γυναίκα;

Ο ,στην πιάτα εστί μεθερμηνευόμενον: «Δεν είναι για τη …μαχαιριά, αλλά γιατί να μας …σκίσουν το…σακκάκι».

Περνάει  καιρός κάμποσος και μέσ’ τη βδομάδα στη λαική τρακάρει η Όλγα  την Τούλα. Ανοίγει την τσάντα της, βγάζει ένα μάτσο και της το δίνει.
-Λιφτά αυτά είνι Σταμάτη που έχασι. Ιγώ, 5 χρόνια ιγώ σι Ευρώπη γκρουπιέρισσα σι μπακακαράδες, στούκια, πόκιες  και ρουλέτες κι ξέρει  καλά φκιάνει χαρτιά ιγώ.

Πέστι Σωτήρη  άλλη φορά προσέχι. Πάρι τώρα λιφτά, φίλοι ειμίς. Γιατί εισάς πολύ αγαπάμι  ειμίς. Καταλαβαίνιτι;

Του Μπάμπη Κ. Μώκου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σελίδες

NEXT PAGE