Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

Το κάστρο της κυρα-Ρήνης και ο Βασιλιάς Ανήλιαγος !Το λαικό παραμύθι της Ακαρνανίας!


Κάποτε, μια φορά κι έναν καιρό, σ’ έναν τόπο μακρινό που τον λέγανε και τότε όπως και τώρα Ακαρνανία, υπήρχε ένα μέρος όμορφο και πλούσιο. Βελανίδια κι αμπέλια φύτρωναν στους λόφους του, πράσινα κύματα κατέβαιναν ως την ακροθαλασσιά οι καρποί του, γαλάζιο χρύσιζε μακριά στο πέλαγο που αργότερα ονομάστηκε Ιόνιο. Όλα τα ‘χε και τίποτα δε φαινόταν να τού ‘λειπε. Τουλάχιστον ως εκείνη την ώρα.
Γιατί οι πιο γνωστικοί και προεστοί το βλέπανε πως λίγος θα ήταν ακόμη ο καιρός που όλα θα φαίνονταν όμορφα. Νερό δικό του δεν είχε αυτός ο κάμπος και οι λιγοστοί του παραπόταμοι στέρευαν. Και κάστρο δικό του δεν είχε αυτός ο κάμπος και τα καράβια που άραζαν τον τελευταίο καιρό στην ακροθαλασσιά δεν ήταν μόνο για να φέρουνε πραμάτειες. Πειρατικά καράβια ήτανε που σκότωναν τον κόσμο, σύναζαν το βιός του και σήκωναν πανιά.

Δυο βασιλιάδες είχε η περιοχή και οι δυο συμφωνούσαν σε τούτο: και νερό έπρεπε να βρεθεί και κάστρο να χτιστεί. Μα ήτανε κι οι δυο τους γέροντες κι ανήμποροι και τούτα τα έργα θέλανε και κουράγιο και καιρό. Και προπαντός μυαλό.
Και οι δύο βασιλιάδες είχαν από ένα γιο. Κι ο κάθε γιος είχε το δικό του κουσούρι. Το ένα βασιλόπουλο το ‘λέγανε Ανήλιαγο και ήτανε όνομα και πράμα: κάθε που το ‘βλεπε ο Ήλιος χλόμιαζε κι έσβηνε, ίσα να ξεψυχήσει. Με το φεγγάρι λούζονταν κι άλλαζε με την Πούλια. Όλο του τον καιρό τον πέρναγε στα κελάρια του παλατιού. Διάβαζε και ζωγράφιζε, μελετούσε και σχεδίαζε. Και προπαντός σκεφτόταν. Πώς να ζητούσε ο βασιλιάς απ’ τον Ανήλιαγο να χτίσει ένα κάστρο; Ο ήλιος θα τον έκαιγε προτού καλά-καλά απλωθεί ο πηλός στο πηλοφόρι.
Ο άλλος βασιλιάς είχε έναν γιο που τον ‘λέγανε Γυφτάκη. Αψύς και παλικαράς, γλεντοκόπος και γυριστής, στιγμή δεν έμενε στον τόπο του. Όσο κι αν του το ζητούσε ο πατέρας του να ψάξει για νερό, εκείνος δεν τον άκουγε. Κι αν πεις και για το κάστρο… Δυνατός είμαι και χεροδύναμος, έλεγε, τι το θέλω εγώ το κάστρο;
Εκεί, στον ίδιο τόπο, στην κορφή του κοντινού βουνού ζούσε μια όμορφη αρχοντοπούλα, η Ρήνη. Σκάλες-σκάλες κατέβαιναν τα ξανθωπά της τα μαλλιά στους ώμους της και δύο αστέρια λάμπανε στα μάτια της. Κόκκινο μήλο ήτανε το μάγουλό της και μέλι έσταζαν τα χείλη της. Η ομορφιά της ήταν ξακουστή, η καλοσύνη της απέραντη κι αμέτρητη η φρονιμάδα. Γι’ αυτό κανένας δεν την φώναζε με το όνομά της, Ρήνη, μα κυρά – Ρήνη, ακόμα και οι γερόντισσες.
Αυτήν την όμορφη και γνωστικιά ορέχτηκε ο Γυφτάκης. Προξενητάδες έστειλε με τ’ άλογα και Προξενήτρες με πεσκέσια. Μα γύρισαν πίσω άπραχτοι. Γιατί η καρδιά της κυρα – Ρήνης ήταν δοσμένη αλλού.
Μη μπορώντας ν’ αντικρύσει το φως της ημέρας ο Ανήλιαγος τις νύχτες έβγαινε και σεργιανούσε. Μελετούσε το φως και τα σχήματα του φεγγαριού, σπούδαζε τις κινήσεις των άστρων. Μάθαινε τα κρωξίματα των πουλιών και τις φωλιές των αγριμιών. Άκουγε τα σφυρίγματα του ανέμου στα φυλλώματα των δέντρων και τους ψιθύρους των εντόμων βαθιά στη γη. Ύστερα τραγουδούσε. Το πρωί, ακόμα αξημέρωτα, γύριζε στο παλάτι του κι ολημερίς ζωγράφιζε όσα είχε δει κι ακούσει.
Μια τέτοια νύχτα έτυχε και βρέθηκε κάτω από το παράθυρο της κυρα – Ρήνης που oλovυχτίς κεντούσε τα προικιά της. Άκουσε εκείνη το τραγούδι του κι άνοιξε διάπλατα τα πορτοπαράθυρα. Τότε ο Ανήλιαγος θαμπωμένος απ’ την ομορφάδα της, της τραγούδησε τον καημό του για όλα όσα βρίσκονταν κάτω από τον Ήλιο και εκείνος δεν μπορούσε να χαρεί: για το παιγνίδισμα της ηλιαχτίδας με τα σύννεφα, για το στραφτάλισμα του πελάγου το μεσημέρι, για του χελιδονιού το πέταγμα. Κι η κυρα-Ρήνη άνοιξε διάπλατα και την καρδιά της.
Από τότε κάθε βράδυ οι δυο νέοι συναντιόντουσαν στο παραθύρι. Κι έκαναν μια συμφωνία: με το τραγούδι του ο Aνήλιαγoς της ιστορούσε τα μυστήρια της νύχτας και κείνη με βελονιές στο κέντημά της του ζωγράφιζε τις ομορφιές της μέρας. Εκείνος τραγουδώντας τής μέτραγε της Πούλιας τα παιδιά και των αστεριών τους κύκλους. Κι η κυρα – Ρήνη του κεντούσε αγρούς με παπαρούνες και μαργαρίτες, κήπους με τριαντάφυλλα και μπουκαμβίλιες, ουρανούς με σταυραετούς και χελιδόνια, θάλασσες με καράβια κι άρμενα. Κι ύστερα, πάντα αξημέρωτα, έφευγε ο Ανήλιαγος με αναστεναγμό:
– Αχ, κυρά – Ρήνη και να μπορούσα να σε παντρευτώ!
Μα που να τολμήσει να στείλει στον πατέρα της προξενητάδες. Τι να του πει; Δώσε την κόρη σου σε έναν που δεν αντέχει το φως του Ήλιου; Ήταν σαν να του έλεγε να μην ξαναδεί η μέρα την ομορφιά της μοναχοκόρης του.
Έπεσε ν’ αρρωστήσει η κυρα – Ρήνη σαν έφτασαν οι προξενητάδες του Γυφτάκη. Και πιο πολύ, έπεσε του θανατά σα φύγαν. Γιατί ο πατέρας της τη μάλωσε και την εκλείδωσε.
– Ακούς εκεί να διώχνεις ένα βασιλόπουλο; της είπε. Που ‘θα βρεις τον καλύτερο;
– Είναι αψύς και καβγατζής, φώναξε εκείνη. Δεν τόνε θέλω γι’ άντρα μου!- Είναι αντρειωμένος και δυνατός, τη συμβούλεψαν κι οι βάγιες της, και συ κοπέλα μόνη. Τι θ’ απογίνεις σαν αποθάνει ο κύρης σου;
Του θανατά έπεσε κι ο Ανήλιαγος σαν έμαθε τα προξενιά του Γυφτάκη. Και μπρος στην ανάγκη, έκανε πέρα την ντροπή κι έστειλε κι αυτός πρoξενητάδες με άλογα και προξενήτρες με πεσκέσια. Μα κι αυτοί γύρισαν άπραχτοι. Γιατί ο πατέρας της κυρα- Ρήνης την είχε βγάλει την απόφαση κι ούτε ν’ ακούσει δεν ήθελε για το Ανήλιαγο βασιλόπουλο που ζούσε από νύχτα σε νύχτα.
Και πέρναγε ο καιρός μέσα σε θλίψεις και στεναχώριες. Η κυρα – Ρήνη δεν ξαναβγήκε στο παράθυρο κι ο Ανήλιαγος έμεινε να ζωγραφίζει τη μορφή της μες στου παλατιού του τα κελάρια. Όσο για το Γυφτάκη έσκαζε απ’ το κακό του. Έσκαζε κι όσο έσκαζε, τόσο πιο άγρια γλεντούσε.
Και το νερό μέρα τη μέρα στέρευε και δυτικά του πελάγου ξαναρμενίσαν τα πειρατικά πανιά. Κι ο πατέρας της κυρα – Ρήνης δεν άντεχε άλλο να βλέπει τη μοναχοκόρη του να μαραζώνει. Ώσπου μια μέρα την κάλεσε και της είπε:
– Βγάλε μια γνώμη και θα τη δεχτώ. Αρκεί να πάρεις τον αξιότερο!
Σκέφτηκε, σκέφτηκε η κυρα – Ρήνη και γνώμη δεν έβγαζε. Γιατί η καρδιά της ήτανε κιόλας δοσμένη. Μα πώς να παρακούσει και τον κύρη της; Ώσπου μια μέρα από την πολύ τη συλλογή της ήρθε μια ιδέα:
– Θα παντρευτώ, είπε στον πατέρα της, κι όπως είπες, θα πάρω τον αξιότερο. Φτάνει να το αποδείξει! Σκέφτηκα να τους βάλω ένα αγώνισμα. Όποιος τελειώσει πρώτος τον άθλο του, αυτός και θα με πάρει γυναίκα του. Στείλε για τους προξενητάδες.
Ήρθανε πίσω οι προξενητάδες λοιπόν και από τα δύο βασιλόπουλα. Και τότε η Κυρα – Ρήνη τους είπε:
– Να πείτε στον αφέντη-Ανήλιαγο να πάει να φέρει το νερό μιας λίμνης ολάκερης στον κάμπο. Και στον Αφέντη το Γυφτάκη πείτε του να χτίσει στο βουνό ένα κάστρο. Όποιος τελειώσει πρώτος τον αγώνα του αυτός θα γίνει άντρας μου!
Έφυγαν οι προξενητάδες κι όλοι στον κάμπο κουβέντιαζαν της κυρα – Ρήνης την αποκοτιά: Ακούς εκεί να βάλει αγώνισμα στα βασιλόπουλα! Κι όλοι ήταν σίγουροι πως ούτε το ένα, ούτε το άλλο γίνονταν: Σηκώνεται απ’ τον τόπο της μια λίμνη ολάκερη; Και γίνεται τάχατες ν’ αφήσει ο Γυφτάκης το γλεντοκόπημα και να ζωστεί το πηλοφόρι;
Μα σε τούτον τον κόσμο πολλά γίνονται κι από πείσμα περισσότερα. Ξεζώστηκε ο Γυφτάκης το σπαθί και ζώστηκε το ζεμπίλι. Νύχτα και μέρα έχτιζε για να προλάβει. Και το κάστρο άρχισε να υψώνεται, να κάνει κύκλους γύρω απ’ τα σπίτια και τα χωράφια, να ορθώνει πύργους και πολεμίστρες. Όσο για τον Ανήλιαγο, άνοιξε η γη και τον κατάπιε! Κανένας δεν ξανάκουσε γι’ αυτόν. Άλλοι είπαν πως ,πήρε των ομματιών του κι έφυγε ξέροντας πως δεν θα μπορέσει να τα βγάλει πέρα, άλλοι πως μαράζωσε απ’ τον καημό του και πέθανε.
Έβλεπε η κυρα – Ρήνη απ’ το παραθύρι της το κάστρο να υψώνεται, δε μάθαινε και τίποτα για τον Ανήλιαγο κι άρχισε να κλαίει τη μοίρα της. Να πει πως ο Ανήλιαγος την ξέγραψε κι έφυγε δεν της έκανε καρδιά να το πιστέψει. Πιο πολύ πίστευε πως μαράζωσε και πέθανε. Και πλάνταζε στο κλάμα.
Μα ο Ανήλιαγος δεν πέθανε. Κλεισμένος στα υπόγεια του παλατιού του, μελετούσε όσα σχέδια είχε κάμει για τα σχήματα του φεγγαριού και τις κινήσεις των άστρων. Μελετούσε ακόμα και σχεδίαζε όσα του είχε ιστορήσει η κυρα – Ρήνη στα κεvτίδια της: για το ταξίδι του Ήλιου πάνω στη γη, για κάμπους, δάση και βουνά, για ποτάμια, λίμνες και πέλαγα. Κι έτσι μια νύχτα αποτόλμησε το έργο του: κάτω απ’ τα κελάρια του παλατιού του άρχισε να σκάβει λαγούμια και λαγούμια. Κανείς δεν άκουγε το χτύπο του ούτ’ ένιωθε το σκάψιμό του. Έσκαβε κι έσκαβε ώσπου τα λαγούμια του τον έβγαλαν κάτω από τη λίμνη του Αγγελόκαστρου. Μα κι ο Γυφτάκης το προχώραγε το κάστρο του. Κι όταν το τελείωσε κι αυτό, ήρθε ο ίδιος και φώναξε της κυρα – Ρήνης:
– Πλύσου, χτενίσου και vυφοστολίσου! Το κάστρο μου το σήκωσα και το παλάτι περιμένει τη βασίλισσά του!
Τ’ άκουσε η κυρα – Ρήνη και η καρδιά της σφίχτηκε. Μα τι να κάνει; Να πάρει το λόγο της πίσω;
– Ντύνομαι και στολίζομαι, φώναξε, μα αν δεν μου δείξεις το κλειδί του κάστρου σου, εγώ δεν σε πιστεύω!
– Στολίσου, πάρε και τις βάγιες σου κι έλα να σου το δείξω! είπε ο Γυφτάκης και δεν έφευγε χωρίς την κυρα – Ρήνη.
Ώρες έκανε να λουστεί κι άλλες τόσες να στολιστεί η κυρα – Ρήνη. Εκεί ο Γυφτάκης! Ώσπου είδε κι απόειδε η κυρα-Ρήνη που δε γύριζε ο Ανήλιαγος και κίνησε να πάει μαζί του. Μπροστά πήγαινε ο πατέρας της, μετά οι βάγιες της κι αυτή ακολουθούσε. Ακολουθούσε κι όλο έστρεφε πίσω το κεφάλι της. Πουθενά ο Ανήλιαγoς! Έφτασαν στο κάστρο, πέρασαν την καστρόπορτα, μπήκανε στο παλάτι Όλα ήταν έτοιμα για το γάμο κι οι συγγενείς του Γυφτάκη καρτερούσαν.
– Αν δε μου δώσεις το κλειδί στα χέρια μου, ο γάμος δε θ’ αρχίσει, είπε ξεψυχισμένη η κυρα-Ρήνη. Μα πουθενά ο Ανήλιαγoς!
Κι ώσπου να πάει και να ‘ρθει ο Κλειδοκράτορας, η γης σείστηκε, το κάστρο έτριξε συθέμελα και με στη μέση τη μεσιά του Παλατιού άνοιξε μια τρύπα. Πετάχτηκε από μέσα ο Aνήλιαγoς και ξοπίσω του βούιξε και αναπήδησε το νερό σα σιντριβάνι.
– Γάμος χωρίς κρασί δε γίνεται και πολιτεία χωρίς νερό δε στέκεται! τους είπε. Τον τέλειωσα τον άθλο μου και αφού ακόμα το κλειδί δε βρίσκεται στα χέρια της κυρα – Ρήνης, εγώ λογιέμαι νικητής.
Έτσι έγιναν οι γάμοι κι οι χαρές του Aνήλιαγoυ και της κυρα – Ρήνης. Κι όταν έγινε βασιλιάς ο Ανήλιαγoς έδωσε το όνομά της στο κάστρο, που τ’ αγκωνάρια και ο Πύργος του βρίσκονται ως τις μέρες μας. Η λίμνη του Αγγελόκαστρου πότισε τον κάμπο και τα καράβια που έδεναν στα ριζά του κάστρου μόνο καλούδια και πραμάτειες ξεφόρτωναν.
Όσο για το Γυφτάκη , αυτός, λένε, σήκωσε ένα άλλο κάστρο απέναντι, το Γυφτόκαστρο, κι από κει νύχτα και μέρα τους πολεμούσε.

όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ηχοχρώματα, του Μουσικού Σχολείου Αγρινίου,
τεύχος 2ο, Φεβρουάριος-Μάρτιος 2003)

Ζορμπά – Ραμμοπούλου Βησσαρία , Φιλολόγος – Συγγραφέας 



 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Σελίδες

NEXT PAGE