Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

Η Μιχαλού και ο Κουτρούλης...

https://chronontoulapo.files.wordpress.com/2015/02/cebacebfcf85cf84cf81cebfcf8dcebbceb7cf82.jpg
Στον προφορικό λόγο χρησιμοποιούμε πολλές φορές ορισμένες παροιμιώδεις φράσεις, οι οποίες του προσδίδουν παραστατικότητα και ζωντάνια. 
Γνωρίζουμε τη σημασία τους, αλλά αγνοούμε συνήθως την προέλευσή τους. Στο σημερινό  post θα αναφερθώ σε δυο τέτοιες φράσεις.
  1. «Χρωστάει της Μιχαλούς»
Τα αφορώντα τη Μιχαλού δεν είναι απολύτως γνωστά και ξεκαθαρισμένα. Το πιθανότερο είναι ότι αυτή έζησε στο Ναύπλιο την περίοδο της επανάστασης του 1821 και τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια. Υπάρχουν δυο εκδοχές για την προέλευση της παροιμιώδους φράσης. Θα τις καταγράψω και ο αναγνώστης ας δεχθεί όποια από τις δυο θέλει.

α. Η Μιχαλού, για να εξασφαλίσει τον επιούσιον, ξενόπλενε. Με τον καιρό της «κόλλησε» η ιδέα πως οι διάφοροι άνθρωποι που συναντούσε στο δρόμο τής χρωστούσαν λεφτά. Ριχνόταν λοιπόν εξαγριωμένη σ’ όλους τους διαβάτες και με φωνές, χειρονομίες και απειλές απαιτούσε να της εξοφλήσουν αμέσως το χρέος.
Όσοι ήταν κάπως ζόρικοι και δεν τους άρεσαν αυτού του είδους τα απρόοπτα «φιλοδωρούσαν» τη Μιχαλού με κανένα δυνατό σπρώξιμο ή εν ανάγκη και με μερικές κλωτσιές. Όσοι όμως ήταν καλόβολοι και λυπόνταν τη δυστυχισμένη γυναίκα προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τις «επιθέσεις» της ή της έδιναν και κάτι για να ησυχάσει. Έτσι, λοιπόν, η Μιχαλού άρχισε να αποφεύγει τους ζόρικους και «φορτωνόταν» αποκλειστικά στους καλόβολους και στους αφελείς. Αυτοί σιγά – σιγά αποτέλεσαν την «ομοταξία» των ανθρώπων που «χρωστούσαν της Μιχαλούς».
β. Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, η κυρά – Μιχαλού ήταν μαγείρισσα. Στο μαγέρικό της μπορούσε ο πελάτης να βρει  ό,τι ήθελε. Αν είχε λεφτά, την πλήρωνε. Αν δεν είχε, τότε τα βερεσέδια γράφονταν στο τεφτέρι της. Αλλά η Ναυπλιώτισσα μαγείρισσα δεν ήταν και τόσο «καθαρή» στους λογαριασμούς της. Πολλές φορές χρέωνε και πελάτες που την είχαν πληρώσει και μάλιστα απαιτούσε φορτικά την εξόφληση του χρέους.
Με τον καιρό οι έξυπνοι ξέκοψαν από το μαγαζί της. Μόνο μερικοί βλάκες έμεναν πελάτες της και τους απομυζούσε και την τελευταία δεκάρα. Έτσι κάθε κουτός ήταν γραμμένος στα τεφτέρια της μαγείρισσας του Ναυπλίου. Αυτός «χρωστούσε της Μιχαλούς».
  1. «Του Κουτρούλη ο γάμος»
Έχετε, βέβαια, ακούσει και ίσως επαναλάβει τη φράση « Του Κουτρούλη ο γάμος». Λίγοι όμως θα ξέρουν ότι η προέλευσή της οφείλεται σ’ ένα παλιό έμμετρο θεατρικό έργο του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή, που εκδόθηκε το 1845 και «γνώρισε» έκτοτε αρκετές επανεκδόσεις. Ο συγγραφέας του έργου είχε προβλέψει ότι η φράση αυτή θα γινόταν παροιμιώδης, βάζοντας στο τέλος της κωμωδίας τους ακόλουθους στίχους:
«Καλήν δουλειάν τω όντι κατωρθώσαμεν.
Νομίζω εις τα στόματα πολύν καιρόν
των Αθηναίων ότι θε να μείνωμεν.
Όταν ο κόσμος όλος εμπερδεύεται
και γίνεται μαλλιά κουβάρια, ταραχή
κι οχλοβοή και όλα διά τίποτε,
οι άνθρωποι θα λέγουν παροιμιακώς
ο γάμος του Κουτρούλη ότι γίνεται.»
Η υπόθεση του έργου εν ολίγοις έχει ως εξής: Την Ανθούσα, κόρη του Σπύρου, ξενοδόχου των Αθηνών, αγαπάει ο αστυνομικός γραφέας Λεωνίδας Ξανθούλης. Αυτή όμως φαίνεται ότι σκέφτεται και τα χρήματα του εκ Σύρας ράφτη Μανόλη Κουτρούλη, που την θέλει για γυναίκα του.
Η Ανθούσα θέτει στον πλούσιο ράφτη έναν όρο για να τον παντρευτεί: να γίνει υπουργός. Τότε ο Κουτρούλης ρωτάει το φίλο του Στροβίλη ποια είναι τα προσόντα που πρέπει να έχει κάποιος για να υπουργοποιηθεί. Ο Στροβίλης του απαντά:
[…] … υποσχέσεις σκοτειναί
και λέξεις διφορούμεναι και δίστομοι,
να λέγουν «ναι» και «όχι» να υπονοούν,
[…] και δοκησισοφία και εγωισμοί.
Αίφνης η Ανθούσα μαθαίνει ότι ο Κουτρούλης γίνεται υπουργός. Μετά την εκπλήρωση της επιθυμίας της δέχεται να τον παντρευτεί και τελείται ο γάμος με κάθε επισημότητα. Όμως η κατάσταση παίρνει απροσδόκητη τροπή. Πλήθος κόσμου συρρέει στο γαμήλιο γλέντι ζητώντας  από τον κ. «υπουργό» άλλοι θέσεις, άλλοι διορισμούς και άλλοι χρήματα. Γίνεται πραγματικά «του Κουτρούλη ο γάμος». Και τότε φθάνει ο Ξανθούλης που συλλαμβάνει τον Κουτρούλη,
διότι διαδώσας είδησιν ψευδή
περί του Υπουργείου, και αντιποιηθείς
αυτογνωμόνως χαρακτήρα υπουργού
έφερε ρήξεις, σύγκρουσιν και ταραχήν.

Το κείμενο συντάχθηκε με στοιχεία που άντλησα από τις εφημερίδες ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (φύλλο της 4ης Ιουλίου 1970) και ΕΜΠΡΟΣ (φύλλα της 31ης Ιανουαρίου 1947, της 6ης Φεβρουαρίου 1947 και της 20ης Φεβρουαρίου 1948).

ΠΗΓΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗΣ
Παύλου Παπανότη, συνταξιούχου εκπαιδευτικού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σελίδες

NEXT PAGE